Μετάβαση στο περιεχόμενο

Σκοτεινός Ρομαντισμός

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Σεξουαλικότητα και θάνατος, δύο κύρια θέματα του Σκοτεινού ρομαντισμού (πίνακας του Αντουάν Βιέρτς, 1847)

Ο Σκοτεινός Ρομαντισμός, επίσης Γοτθικός Ρομαντισμός ή Μαύρος Ρομαντισμός, είναι ένα υποκίνημα που αναδύθηκε εντός του Ρομαντισμού στα τέλη του 18ου αιώνα. Περιλαμβάνει έργα λογοτεχνίας και τέχνης με κύρια χαρακτηριστικά το παράλογο, το δαιμονικό, το μακάβριο, το φανταστικό και το γκροτέσκο. Δεν έχει σαφή χρονικά όρια και εκτείνεται πέρα ​​από τη ρομαντική εποχή. Έχει επίσης επηρεάσει συγγραφείς και καλλιτέχνες του συμβολισμού και τις ταινίες τρόμου.[1]

Ο Σκοτεινός Ρομαντισμός επικεντρώνεται στην αυτοκαταστροφή, την κρίση, την τιμωρία, καθώς και τις ψυχολογικές επιπτώσεις της ενοχής και της αμαρτίας. Ισορροπεί μεταξύ της γοητείας για τη μελαγχολία, την τρέλα και το έγκλημα και τη μακάβρια και αγωνιώδη ατμόσφαιρα που δημιουργείται με την παρουσία φαντασμάτων, βρικολάκων και υπερφυσικών πλασμάτων.[2]

Χαρακτηρίζεται από μια απαισιόδοξη άποψη για την ανθρωπότητα και έρχεται σε αντίθεση με την αισιοδοξία του Διαφωτισμού, που υπέθεσε ότι το άτομο μπορεί πάντα να ενεργεί ορθολογικά και αυτόνομα.[3]

Ο όρος αποδίδεται στον θεωρητικό της λογοτεχνίας Μάριο Πραζ και στη μελέτη του Σάρκα, Θάνατος και Διάβολος στη Ρομαντική Λογοτεχνία που δημοσιεύτηκε το 1930. [4]

Από τους πιο διάσημους συγγραφείς του Σκοτεινού Ρομαντισμού είναι ο Ε. Τ. Α. Χόφμαν και ο Έντγκαρ Άλαν Πόε.

Στην τέχνη και τη λογοτεχνία του Σκοτεινού Ρομαντισμού, χρησιμοποιείται μια ποικιλία μοτίβων που θεωρούνται μέρος της «σκοτεινής πλευράς» του Ρομαντισμού, πολλά από τα οποία ενσωμάτωσε η στενά συνδεδεμένη γοτθική μυθοπλασία. Τυπικά επαναλαμβανόμενα μοτίβα είναι οι αλλόκοτες, δαιμονικές, αβυσσαλέες πτυχές της ανθρώπινης ψυχής που αγγίζουν τα όρια της τρέλας, ο ερωτισμός, η βία και ο θάνατος.[5]

Φρίκη, στοιχειωμένοι τόποι και το παράξενο

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
Μονή στο δάσος με τις βελανιδιές

Στοιχειωμένα κάστρα, μοναστήρια, μπουντρούμια, κελάρια, κρύπτες, στοιχειωμένα σπίτια, ερείπια και νεκροταφεία είναι σκηνικά για τη λογοτεχνία, όπως πρωτοεμφανίστηκαν στο γοτθικό μυθιστόρημα του Οράτιου Γουόλπολ Το κάστρο του Οτράντο (1764).  Τα ερείπια, συμπεριλαμβανομένων των τεχνητών ερειπίων, είναι στη μόδα στην ρομαντική εποχή. Οι ρομαντικοί πίνακες απεικονίζουν απόκοσμα φυσικά φαινόμενα όπως καταιγίδες, νυχτερινά τοπία λουσμένα στο φως του φεγγαριού ή στην ομίχλη, έρημα ξέφωτα και σκοτεινά δάση. Ένας ζωγράφος στο έργο του οποίου αυτά τα μοτίβα είναι ιδιαίτερα εμφανή είναι ο Κάσπαρ Ντάβιντ Φρίντριχ. Γνωστοί πίνακες στους οποίους ο Φρίντριχ υλοποίησε σκοτεινά και τρομακτικά μοτίβα είναι μεταξύ άλλων Μονή στο δάσος με τις βελανιδιές και Μοναχός στην θάλασσα.

Ο Σκοτεινός Ρομαντισμός αντιπαραβάλλει το φως του Διαφωτισμού με τη νύχτα και το σκοτάδι, επανερμηνεύοντάς τα θετικά. Οι Ύμνοι στη Νύχτα του Νοβάλις αποτελούν παράδειγμα μιας τέτοιας επανερμηνείας της νύχτας ως τόπου γνώσης και ανώτερης αλήθειας.[6]

Βία, βάσανα και θάνατος

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
Ιπολίτ-Πωλ Ντελαρός: Η σύζυγος του καλλιτέχνη, Λουίζ Βερνέ, στο νεκροκρέβατό της, Μουσείο Καλών Τεχνών, Νάντη

Ο πόνος, ο θάνατος και η φθορά είναι επίσης επαναλαμβανόμενα μοτίβα.[7]

Η Γαλλική Επανάσταση και οι επακόλουθοι Ναπολεόντειοι πόλεμοι είχαν μεγάλη επίδραση στην ευρωπαϊκή τέχνη και λογοτεχνία. Ο Φρανθίσκο Γκόγια αποτύπωσε τη βία και τη φρίκη εγκλημάτων που διέπραξαν τα στρατεύματα του Ναπολέοντα το 1808 κατά τη διάρκεια των συγκρούσεων μεταξύ της Γαλλικής Αυτοκρατορίας του Ναπολέοντα και της Ισπανίας: Οι Συμφορές του Πολέμου απεικονίζουν τη βία του πολέμου, όπως και η σειρά πινάκων του Μαύροι Πίνακες που παρουσιάζουν, μεταξύ άλλων, τις Μοίρες και τον Κρόνο που καταβροχθίζει τα παιδιά του αντανακλώντας την παράνοια, τον πανικό, τον τρόμο και την υστερία της ανθρωπότητας.

Τα θέματα της φθοράς και του θανάτου είναι επίσης παρόντα στις τοπιογραφίες που απεικονίζουν νεκροταφεία ή ερείπια, για παράδειγμα από τον Τζον Κόνσταμπλ. Ο ζωγράφος Ιπολίτ-Πωλ Ντελαρός απεικόνισε τη σύζυγό του στην επιθανάτια κλίνη της, μετουσιώνοντας την αντιπαράθεση με τον θάνατο σε μια αισθητική εμπειρία για τον θεατή. Στα μέσα του 19ου αιώνα, ο Βίκτωρ Ουγκώ, ο Ευγένιος Ντελακρουά και ο Αντουάν Βιέρτς δημιούργησαν πίνακες με το ίδιο πνεύμα.

Η σκοτεινή πλευρά της ψυχής

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
Ο εφιάλτης, 1781 Γιόχαν Χάινριχ Φίσλι

Ο σκοτεινός ρομαντισμός αναπτύχθηκε σε αντίθεση προς τον ορθολογισμό και τη λογική του Διαφωτισμού και εστίασε στη σκοτεινή πλευρά του ανθρώπου. Μετά την περίοδο της Τρομοκρατίας, η αισιόδοξη άποψη για την ανθρωπότητα εξέλιπε και αναδύθηκαν οι ενστικτώδεις και βίαιες πτυχές της ανθρώπινης φύσης.

Οι Ρομαντικοί αφοσιώθηκαν στην εξερεύνηση του ασυνείδητου και της σκοτεινής πλευράς της ψυχής, και δεν είναι τυχαίο ότι οι απαρχές της ψυχολογίας ως επιστήμης εντοπίζονται την ίδια εποχή.

Ανεξήγητα φαινόμενα όπως τα όνειρα, οι παραισθήσεις, η τηλεπάθεια, οι προαισθήσεις, οι εφιάλτες και η υπνοβασία προσέλκυσαν επίσης το ενδιαφέρον των Ρομαντικών. Επιπλέον, το φαινόμενο του μεσμερισμού, πρόδρομος της μεταγενέστερης υπνοθεραπείας, αλλά και ακραίες ψυχολογικές καταστάσεις όπως η τρέλα ήταν επίσης στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος. Το ενδιαφέρον για την ψυχολογία και τα ψυχολογικά φαινόμενα αντικατοπτρίζεται τόσο στη λογοτεχνία όσο και την τέχνη.[8]

Οι Ρομαντικοί γοητεύονταν επίσης από την έννοια του Κακού. Ο λογοτεχνικός μελετητής Μάριο Πραζ βλέπει, μεταξύ άλλων, την επιρροή του ποιήματος του Τζον Μίλτον Χαμένος Παράδεισος, (1667), στο οποίο ο Σατανάς παρουσιάζεται ως αρχηγός των έκπτωτων αγγέλων. Κακοήθεις εγκληματικοί τύποι, όπως ο μεγαλόψυχος ληστής, κατέκλυσαν στη συνέχεια τη λογοτεχνία ήδη από τον 18ο αιώνα, και ο σκοτεινός ρομαντισμός υιοθέτησε επίσης αυτόν τον τύπο, όπως τον αχαλίνωτο, παθιασμένο τυχοδιώκτη Μοντόνι στο μυθιστόρημα της Αν Ράντκλιφ Τα μυστήρια του Ουντόλφο ή τον Βυρωνικό ήρωα στο έργο του Λόρδου Βύρωνα Μάνφρεντ. [9]

Το μοτίβο του σωσία

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
Κάσπαρ Ντάβιντ Φρίντριχ : Δύο άντρες δίπλα στη θάλασσα, 1817

Το μοτίβο του σωσία, δανεισμένο από τη γερμανική λαογραφία, διερευνά την πιθανότητα να αντιμετωπίσει κανείς τον εαυτό του με ένα alter ego, μια αντανάκλαση του εαυτού του με την έννοια ενός υπερφυσικού οράματος. Στη λογοτεχνία, αυτό το μοτίβο χρησιμοποιείται για να εξερευνήσει τη δυαδικότητα της ανθρώπινης φύσης σε ιστορίες μεταξύ των οποίων το μυθιστόρημα Τα ελιξίρια του διαβόλου του Ε. Τ. Α. Χόφμαν, στο διήγημα Ουίλιαμ Ουίλσον του Έντγκαρ Άλαν Πόε, στη νουβέλα Ο σωσίας του Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι, στο Δόκτωρ Τζέκιλ και κύριος Χάιντ του Ρόμπερτ Λούις Στίβενσον, στο Πορτρέτο του Ντόριαν Γκρέι του Όσκαρ Ουάιλντ κ.ά.

Το μοτίβο του σωσία εμφανίζεται επίσης στη ζωγραφική: ο Κάσπαρ Ντάβιντ Φρίντριχ ενσωμάτωσε σε πολλά από τα τοπία του μοναχικές φιγούρες, συνήθως ζεύγη που φαίνονται από πίσω, όπως στο Ανατολή σελήνης στη θάλασσα.

Φαντασία και αποκρυφισμός

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
Ευγένιος Ντελακρουά: Ο Μεφιστοφελής στον αέρα, 1828

Με το ενδιαφέρον της ρομαντικής λογοτεχνίας για τα παραμύθια και τους θρύλους, στο προσκήνιο ήρθαν μυθικά πλάσματα όπως ξωτικά, νεράιδες, φαντάσματα, δαίμονες. Έτσι, έρχεται σε αντίθεση με τον Διαφωτισμό, ο οποίος, μέσω της έμφασης στη λογική και την επιστημονική πρόοδο, θεωρούσε ότι οι παλιές δεισιδαιμονίες για το υπερφυσικό είχαν ήδη ξεπεραστεί κατά τη ρομαντική εποχή, στάση την οποία οι Ρομαντικοί αμφισβήτησαν μέσω της ενασχόλησής τους με τη φαντασία και τον αποκρυφισμό.

Σε αυτό το πλαίσιο, πρέπει επίσης να εξεταστεί το ενδιαφέρον για την παραψυχολογία, την αλχημεία, τη νεκρομαντία, τον αποκρυφισμό, τον σατανισμό και τη μαγεία - θέματα που βρίσκονταν σε περιοδικά της εποχής ή στη λαϊκή λογοτεχνία.[10]

Οι συγγραφείς άντλησαν μοτίβα και αφηγήσεις από λαϊκές αφηγήσεις και δεισιδαιμονίες και τους έδωσαν λογοτεχνική μορφή, όπως στο Τα ορυχεία του Φάλουν του Ε. Τ. Α. Χόφμαν που συνδέεται με τις τραγωδίες που συνέβησαν στα ορυχεία της πόλης Φάλουν στη Σουηδία και τους θρύλους που τις περιέβαλλαν ή το αφηγηματικό ποίημα του Σάμιουελ Τέιλορ Κόλεριτζ Η μπαλάντα του γέρου ναυτικού που βασίζεται επίσης σε μια λαϊκή δεισιδαιμονία σύμφωνα με την οποία το άλμπατρος είναι ιερό πουλί και ο ναύτης που θα το σκοτώσει απειλείται με καταστροφή.[11]

Ερωτισμός και η απόκοσμη ομορφιά

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
Όμορφη, Άσπλαχνη Κυρά, πίνακας του Τζον Γουίλιαμ Γουότερχαουζ

Η άλλη όψη της ομορφιάς, η γοητεία του απόκοσμα όμορφου γοητεύει τον σκοτεινό ρομαντισμό, όπως και η αισθητική του φρικιαστικού που έφτασε στο απόγειό της στα τέλη του 18ου αιώνα. Ο ρομαντικός ποιητής Πέρσι Σέλλεϋ, για παράδειγμα, αναφέρεται στο σαγηνευτικό, θανατηφόρο βλέμμα της Μέδουσας στο ποίημά του Για τη Μέδουσα του Λεονάρντο ντα Βίντσι, αν και η εστίασή του ήταν λιγότερο στον τρόμο και περισσότερο στην ομορφιά. Στο ποίημα Όμορφη, Άσπλαχνη Κυρά του Τζον Κητς, μια νεράιδα αποπλανεί με τα μάτια και το τραγούδι της έναν ιππότη και τον παρασύρει στην αιχμαλωσία.

Ο μαύρος ρομαντισμός ασχολήθηκε επίσης με τη «σκοτεινή» πλευρά του έρωτα και του ερωτισμού: λαγνεία, βιασμός, αιμομιξία, μαύρη μαγεία, παραφιλία, σαδομαζοχισμός και διαστροφές. Δαιμονικές γυναίκες και βρικόλακες παρουσιάζονται ως αρχέτυπα της μοιραίας γυναίκας. Ένα παράδειγμα είναι η μάγισσα Ματθίλδη, η οποία τελικά αποκαλύπτεται ως διαβολική σαγηνεύτρια στο γοτθικό μυθιστόρημα του Μάθιου Γκρέγκορι Λιούις Ο καλόγερος.

Ο πίνακας του Ουιλιάμ-Αντόλφ Μπουγκερώ του 1850 Δάντης και Βιργίλιος στην Κόλαση έχει επίσης ερμηνευτεί ως μια (ομο)ερωτική απεικόνιση ανδρικών γυμνών γεμάτων ζωική επιθετικότητα και αχαλίνωτη σεξουαλικότητα.

Στον κινηματογράφο

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
Σκηνή από την ταινία του Φρίντριχ Μουρνάου, Νοσφεράτου

Στοιχεία του σκοτεινού ρομαντισμού επηρέασαν από νωρίς τα έργα του βωβού κινηματογράφου. Τυπικά μοτίβα όπως η τρέλα, ο θάνατος, η φθορά, η ενοχή, οι σωσίες, οι απαγορευμένες επιθυμίες, το αλλόκοτο, η μαγεία και το υπερφυσικό βρίσκονται σε πολλά είδη, όπως ο γοτθικός τρόμος, τα ψυχολογικά θρίλερ ή οι αποκρυφιστικές ταινίες. Χαρακτηριστικές είναι οι πρώτες ταινίες του γερμανικού εξπρεσιονισμού Το Εργαστήριο του Δρ. Καλιγκάρι (1920) και Νοσφεράτου, μια συμφωνία τρόμου (1922).

Στο δεύτερο μισό του 20ού αιώνα, πολλές ταινίες υιοθέτησαν αυτά τα μοτίβα και εμπνεύστηκαν από την ρομαντική παράδοση του τρόμου: π.χ. σκοτεινά κάστρα, γοτθική αρχιτεκτονική ή σκιερό φως.

Στην πρόσφατη ιστορία του κινηματογράφου, ταινίες ψυχολογικού τρόμου όπως Οι Άλλοι (2001) και Μαύρος Κύκνος (2010) δείχνουν σαφή συγγένεια με τον γοτθικό ρομαντισμό - παρουσιάζοντας την ψυχολογική κατάρρευση, την απώλεια επαφής με την πραγματικότητα και παράξενη ατμόσφαιρα. Συχνά δεν πρόκειται για διασκευές ρομαντικής λογοτεχνίας, αλλά για ανεξάρτητα έργα που αναπτύσσουν περαιτέρω την αισθητική και τα θέματα του σκοτεινού ρομαντισμού.

Λογοτεχνικοί εκπρόσωποι και υποδειγματικά έργα

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
Ο Φάουστ και η Μαργαρίτα στη φυλακή, Ευγένιος Ντελακρουά
  1. . «abi.unicum.de/epochen/schwarze-romantik».
  2. . «studyflix.de/deutsch/romantik-epoche/schwarze-romantik».
  3. . «lektuerehilfe.de/literaturepochen/romantik/schwarze».
  4. . «rodoni.ch/A8/praz.pdf» (PDF).
  5. . «knowunity.de/knows/deutsch-schwarze-romantik».
  6. . «literaturkritik.de/Schwarze Romantik».
  7. . «americanliterature.com/dark-romanticism-study-guide/».
  8. . «newworldencyclopedia.org/entry/Dark_romanticism».
  9. . «ebsco.com/research-starters/literature-and-writing/dark-romanticism».
  10. . «lektuerehilfe.de/eta-hoffmann/sandmann/epoche/merkmale-der-schwarzen-romantik».
  11. . «senscritique.com/liste/romantisme_noir_en_litterature/».
  12. . «babelio.com/livres-/romantisme-noir/».