Σκιαδοφόρα

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Σκιαδοφόρα
Umbelliferae-apium-daucus-foeniculum-eryngium-petroselinum.jpg
Συστηματική ταξινόμηση
Βασίλειο: Φυτά (Plantae)
Συνομοταξία: Αγγειόσπερμα (Magnoliophyta)
Ομοταξία: Δικοτυλήδονα (Magnoliopsida)
Τάξη: Σκιαδανθή (Apiales)
Οικογένεια: Σκιαδοφόρα
(Umbelliferae ή Apiaceae)

Τα σκιαδοφόρα (Umbelliferae) ή σελινοειδή (Apiaceae) είναι μια μεγάλη οικογένεια αρωματικών κυρίως φυτών. Είναι η 16η σε αριθμό ειδών οικογένεια των αγγειόσπερμων φυτών (δηλαδή των φυτών με καρπούς) και περιλαμβάνει περισσότερα από 3.700 είδη, που υπάγονται σε 434 διαφορετικά γένη[1]. Μεταξύ τους συγκαταλέγονται πολύ γνωστά και οικονομικά σημαντικά φυτά, όπως το καρότο (δαύκος), το σέλινο, ο μαϊντανός (πετροσέλινο), το κύμινο, το άνηθο, το γλυκάνισο, το μάραθο, το κόλιαντρο, το μυρώνι, το κώνειο, την αγγελική, ακόμα και το περίφημο στην αρχαιότητα σίλφιον, του οποίου η ταυτότητα είναι μυστηριώδης και μπορεί να έχει εξαφανισθεί σήμερα.[2]

Περιγραφή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα περισσότερα σκιαδοφόρα είναι ποώδη φυτά, μονοετή, διετή ή και πολυετή, συχνά με τα φύλλα τους συγκεντρωμένα προς τη βάση. Πάντως μερικά είναι ξυλώδεις θάμνοι ή δενδρύλλια, όπως το είδος Bupleurum fruticosum.[3]:35 Τα φύλλα τους είναι διατεταγμένα εναλλασσόμενα, ή τα ανώτερα σχεδόν αντίθετα, έμμισχα ή άμισχα. Είναι συνήθως σχισμένα, αλλά και ακέραια σε μερικά γένη, όπως το βούπλευρο.[4] Στα περισσότερα γένη τα φύλλα αναδίδουν μια οσμή όταν συνθλίβονται, ευχάριστη ή δυσάρεστη.

Χαρακτηριστικά γνωρίσματα των σκιαδοφόρων είναι οι ταξιανθίες τους, με τα άνθη σχεδόν πάντοτε σε διάταξη σκελετού ομπρέλας, από όπου και η ονομασία της οικογένειας (σκιάδιον = ομπρέλα). Τα άνθη είναι συνήθως τέλεια, μονοκλινή και ακτινομορφικά, αλλά μπορεί να είναι και ζυγομορφικά στα άκρα του σκιαδίου, όπως στο καρότο και στο κόλιαντρο, με πέταλα άνισου μεγέθους: όσα πέταλα έχουν κατεύθυνση προς τα έξω είναι μεγαλύτερα από όσα έχουν κατεύθυνση προς τα μέσα. Τα περισσότερα σκιαδοφόρα φυτά είναι μόνοικα, ενώ άλλα είναι δίοικα (όπως το ακρόνημα), με διαχωρισμένα σέπαλα και πέταλα, αλλά τα σέπαλα είναι συχνά πολύ μικρά, σε σημείο να μη φαίνονται σε πολλά είδη. Τα πέταλα/άνθη μπορεί να έχουν χρώμα λευκό, κίτρινο, ρόδινο ή μοβ. Τα άνθη είναι σχεδόν τέλεια πενταμερή, με 5 πέταλα, 5 σέπαλα και 5 στήμονες. Υπάρχει συχνά πάντως διαφορά στη λειτουργικότητα των στημόνων, ακόμα και στην ίδια ταξιανθία. Η γονιμοποίηση ενός άνθους από τη γύρη άλλου άνθους του ίδιου φυτού (γειτονογαμία) είναι συνηθισμένη. Ο ύπερος αποτελείται από δύο ενωμένα μέρη (carpels). Στυλοπόδια στηρίζουν δύο στύλους και εκκρίνουν νέκταρ, προσελκύοντας έντομα για την επικονίαση, κυρίως σκαθάρια, πεταλούδες, μέλισσες, μύγες ή κουνούπια.

Ο καρπός αποτελείται από δύο ενωμένα μέρη, που διαχωρίζονται όταν αυτός ωριμάσει σε δύο μεροκάρπια, με το καθένα να περιέχει από έναν μόνο σπόρο. Οι καρποί πολλών ειδών διασκορπίζονται από τον άνεμο, όμως σε άλλα είδη (π.χ. το καρότο) καλύπτονται από τρίχες, που μπορεί να έχουν αγκιστροειδές άκρο (π.χ. στο θεραπευτικό είδος Sanicula europaea)[3] και έτσι αγκιστρώνονται στο τρίχωμα ζώων για τη μεταφορά τους. Οι σπόροι (σπέρματα) περιέχουν ελαιώδες ενδοσπέρμιο[5][6], συχνά με έλαιο που περιέχει χημικές ενώσεις με χαρακτηριστική οσμή/επίγευση, υπεύθυνη για την εμπορική αξία σπορων όπως του γλυκάνισου και του κύμινου. Το σχήμα και οι λεπτομέρειες του «διάκοσμου» των ώριμων καρπών είναι σημαντικά για την ταυτοποίηση του κάθε είδους.[4]:802

Συστηματική[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα σκιαδοφόρα περιγράφηκαν για πρώτη φορά από τον Άγγλο βοτανολόγο και κηπουρό Τζων Λίντλεϋ[7] το 1836. Η οικογένεια ήταν μία από τις πρώτες που αναγνωρίσθηκαν ως ξεχωριστές ομάδες, στο έργο του Jacques Daleschamps Historia generalis plantarum του 1586. Με το βιβλίο του Ρόμπερτ Μόρισον Plantarum umbelliferarum distribution nova το 1672, τα σκιαδοφόρα έγιναν η πρώτη ομάδα φυτών για την οποία δημοσιεύθηκε μια συστηματική μελέτη.

Η οικογένεια τοποθετείται με βεβαιότητα στην τάξη σκιαδανθή ή σελινώδη (Apiales) κατά το Σύστημα APG III. Σχετίζεται ωστόσο πολύ με την οικογένεια του κισσού, τις αραλιίδες, με τα μεταξύ τους όρια να παραμένουν κάπως αβέβαια. Παραδοσιακά τα γένη της οικογένειας έχουν καθορισθεί κατά μεγάλο μέρος με βάση τη μορφολογία των καρπών, καθορισμός που δεν συμπίπτει με τις πλέον πρόσφατες μοριακές φυλογενετικές αναλύσεις. Πολλά από τα 434 γένη της οικογένειας ταξινομούνται σε τρεις υποοικογένειες, ενώ άλλα δεν ανήκουν σε κάποια υποοικογένεια.[1] Γενικώς η υποταξινόμηση αυτή βρίσκεται σήμερα σε ρευστή κατάσταση, με πολλές από τις ομάδες να έχουν βρεθεί σε μεγάλο βαθμό παραφυλετικά ή πολυφυλετικά.

Χρησιμότητα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πολλά είδη της οικογένειας καλλιεργούνται από τον άνθρωπο για διάφορους λόγους. Το φυτό παστινάκη η εδώδιμος (Pastinaca sativa), το καρότο (Daucus carota) και ο μαϊντανός του Αμβούργου (Petroselinum crispum) παράγουν κονδυλώδεις ρίζες που είναι αρκετά μεγάλες ώστε να συλλέγονται ως τρόφιμο. Πολλά είδη παράγουν αιθέρια έλαια στα φύλλα ή στους σπόρους τους και ως αποτέλεσμα χρησιμοποιούνται ως αρωματικά φυτά, όπως ο μαϊντανός, το κόλιαντρο (Coriandrum sativum), και ο άνηθος (Anethum graveolens), ιδίως για να δίνουν επίγευση σε μαγειρευτά φαγητά.

Αξιοσημείωτα καλλιεργούμενα σκιαδοφόρα φυτά είναι επίσης το μυρώνι ή ανθρίσκος (Anthriscus cerefolium, γνωστό και ως «γαλλικός μαϊντανός»), το καλλωπιστικό γένος αγγελική (Angelica), το σέλινο (Apium graveolens), η ξανθόρριζα (Arracacia xanthorrhiza), το γένος ερύγγειο (Eryngium), η φέρουλα (Ferula asafoetida, Ferula gummosa), το Myrrhis odorata, ο γλυκάνισος (Pimpinella anisum), το λεβιστικόν το φαρμακευτικόν (Levisticum officinale) και η Hacquetia epipactis.[5]

Καλλιέργεια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Γενικώς όλα τα σκιαδοφόρα καλλιεργούνται σε δροσερούς κήπους και μπορεί να μη αναπτυχθούν καθόλου αν το έδαφος είναι υπερβολικά θερμό. Σχεδόν κάθε ευρέως καλλιεργούμενο φυτό της οικογένειας θεωρείται χρήσιμο ως φυτό συνοδείας άλλων φυτών. Ο λόγος είναι ότι τα πολύ μικρά άνθη τους, που είναι συγκεντρωμένα σε «ομπρελίτσες», ταιριάζουν στις Κοκκινελίδες, τις παρασιτικές σφήκες και τις σαρκοφάγες μύγες, που καταναλώνουν νέκταρ όταν δεν αναπαράγονται. Τα παραπάνω έντομα κατατρώνε βλαβερά ζωύφια που καταστρέφουν τα γειτονικά φυτά, όπως τη μελίγκρα.

Λιγότερο συνήθεις χρήσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα δηλητηριώδη μέλη των σκιαδοφόρων έχουν χρησιμοποιηθεί για διάφορους σκοπούς σε όλο τον κόσμο. Π.χ. το είδος Oenanthe crocata για να ζαλίζει τα ψάρια, το Cicuta douglasii σε αυτοκτονίες, ενώ πρωτόγονες φυλές δηλητηριάζουν τα βέλη τους με εκχυλίσματα άλλων ειδών σκιαδοφόρων.

Από τα είδη Dorema ammoniacum, Ferula galbaniflua και Ferula sumbul παρασκευάζονται θυμιάματα, ενώ το ξυλώδες είδος γιαρέτα (Azorella compacta) χρησιμοποιήθηκε στη Νότια Αμερική ως καύσιμο.


Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. 1,0 1,1 Stevens, P.F.: Angiosperm Phylogeny Website. Ενάτη έκδοση, Ιούνιος 2008.
  2. Gorvett, Zaria. «The mystery of the lost Roman herb» (στα Αγγλικά). Ανακτήθηκε στις 4 Ιουνίου 2018. 
  3. 3,0 3,1 Heywood, V.H.; Brummitt, R.K.; Culham, A.; Seberg, O. (2007). Flowering plant families of the world. Νέα Υόρκη: Firefly books. ISBN 9781554072064. 
  4. 4,0 4,1 Stace, C.A. (2010). New Flora of the British Isles (3η έκδοση). Cambridge University Press. σελ. 88. ISBN 9780521707725. 
  5. 5,0 5,1 Watson, L.; Dallwitz, M.J. (4 Μαρτίου 2011). «The families of flowering plants: descriptions, illustrations, identification, and information retrieval». Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 13 Δεκεμβρίου 2010. 
  6. She, M.; Pu, F.; Pan, Z.; Watson, M. και άλλοι. (2005). «Apiaceae». Flora of China 14: 1-205. http://www.efloras.org/florataxon.aspx?flora_id=2&taxon_id=10052. 
  7. Lindley, J. (1836). An Introduction to the Natural System of Botany (2η έκδοση). Λονδίνο: Longman. 
  8. Woodville, W.: Medical Botany, εκδ. James Phillips, Λονδίνο 1793

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]