Σιρκούχ
| Σιρκούχ | |
|---|---|
| Γενικές πληροφορίες | |
| Όνομα στη μητρική γλώσσα | أسد الدين شيركوه بن شاذي (Αραβικά) |
| Γέννηση | Δεκαετία του 1110 Αϊραράτ |
| Θάνατος | 23 Μαρτίου 1169 Κάιρο |
| Αιτία θανάτου | περιαμυγδαλικό απόστημα |
| Συνθήκες θανάτου | φυσικά αίτια |
| Εθνικότητα | Κούρδοι |
| Χώρα πολιτογράφησης | Αυτοκρατορία των Σελτζούκων Χαλιφάτο των Φατιμιδών |
| Θρησκεία | Σουνιτισμός |
| Εκπαίδευση και γλώσσες | |
| Μητρική γλώσσα | Κουρδική γλώσσα |
| Ομιλούμενες γλώσσες | Κουρδική γλώσσα Αραβικά |
| Πληροφορίες ασχολίας | |
| Ιδιότητα | στρατιωτικός ηγέτης πολιτικός |
| Οικογένεια | |
| Τέκνα | Muhammad ibn Shirkuh |
| Γονείς | Σαντί ιμπν Μαρουάν |
| Αδέλφια | Νατζμ αντ-Ντιν Αγιούμπ |
| Συγγενείς | Σαλαντίν (ανιψιός εξ αδελφού) |
| Οικογένεια | Αγιουβίδες |
| Στρατιωτική σταδιοδρομία | |
| Πόλεμοι/μάχες | Σταυροφορική εισβολή στην Αίγυπτο |
| Αξιώματα και βραβεύσεις | |
| Αξίωμα | Βεζίρης του Χαλιφάτου των Φατιμιδών (1169) |
Ο Ασάντ αντ-Ντιν Σιρκούχ μπιν Σαντί, Asad ad-Dīn Shīrkūh bin Shādhī (αραβ.: , κουρδ.: ), (απεβ. στις 23 Μαρτίου 1169) ήταν Κούρδος μισθοφόρος διοικητής [1] [2] στην υπηρεσία της δυναστείας των Ζενγκιδών, τότε του χαλιφάτου των Φατιμιδών και θείος του Σαλαντίν. Οι στρατιωτικές και διπλωματικές του προσπάθειες στην Αίγυπτο ήταν βασικός παράγοντας, για την εγκαθίδρυση της δυναστείας των Αγιουβιδών σε αυτή τη χώρα.
Το όνομα
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Η προφορά και η σημασία του Shirkuh δεν είναι απολύτως σαφείς: θα μπορούσε να σημαίνει «το λιοντάρι του βουνού», ή πιθανώς Shirguh (Sher-gue) που στα κουρδικά σημαίνει «αυτός που έχει το αυτί του λιονταριού». [3]
Το αραβικό τιμητικό του προσωνύμιο Ασάντ αντ-Ντιν σημαίνει ομοίως «το λιοντάρι της πίστης». Στα λατινικά, το όνομά του αποδόθηκε ως «Siraconus». Ο Γουλιέλμος της Τύρου, αναφερόμενος στην εκστρατεία του 1163, περιγράφει ότι ήταν:
ένας ικανός και ενεργητικός πολεμιστής, πρόθυμος για δόξα και με μεγάλη εμπειρία σε στρατιωτικές υποθέσεις. Γενναιόδωρος, πολύ πέρα από τους πόρους της κληρονομιάς του, ο Σιρκούχ ήταν αγαπητός από τους οπαδούς του λόγω αυτής της γενναιοδωρίας. Ήταν μικρόσωμος, πολύ γεροδεμένος και παχύς, και ήδη προχωρημένος σε ηλικία. Αν και ταπεινής καταγωγής, είχε γίνει πλούσιος και είχε ανέλθει χάρη στην αξία του από την ταπεινή του κατάσταση στην τάξη του πρίγκιπα. Είχε προσβληθεί από καταρράκτη στο ένα μάτι. Ήταν άνθρωπος με μεγάλη αντοχή στις κακουχίες, που άντεχε την πείνα και τη δίψα με μία ηρεμία αρκετά ασυνήθιστη, για εκείνη την εποχή της ζωής του.
Προέλευση και προηγούμενη σταδιοδρομία
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Καταγόταν από ένα κουρδικό χωριό στην Αρμενία κοντά στην πόλη Ντβίν. Ήταν γιος του Σαντί ιμπν Μαρβάν, ενός Κούρδου αρχηγού, [4] και αδελφός του Νατζμ αντ-Ντιν Αγιούμπ, του προγόνου της δυναστείας των Αγιουβιδών. Η οικογένεια ήταν στενά συνδεδεμένη με τη δυναστεία των Σαδαδιδών, και όταν ο τελευταίος Σαδαδίδης εκθρονίστηκε στο Ντβίν το 1130, ο Σαχντί μετέφερε την οικογένεια πρώτα στη Βαγδάτη και στη συνέχεια στο Τικρίτ, όπου διορίστηκε κυβερνήτης από τον περιφερειακό διοικητή Μπιχρούζ. Ο Αγιούμπ διαδέχθηκε τον πατέρα του ως κυβερνήτης του Τικρίτ, όταν ο Σαχντί απεβίωσε λίγο αργότερα. Όταν ο Σιρκούχ σκότωσε έναν άνδρα που ήταν Χριστιανός σε ορισμένες εκδοχές της ιστορίας, και με τον οποίο βρισκόταν σε διαμάχη στο Τικρίτ το 1138, εναλλακτικά, ο Σιρκούχ μπορεί να σκότωσε αυτόν τον άνδρα λόγω προσβολής ή ερωτικής επίθεσης σε μία νεαρή γυναίκα, [5] [6] [7] οι αδελφοί εξορίστηκαν (ο ανιψιός τού Σιρκούχ, Γιουσούφ, αργότερα γνωστός ως Σαλαντίν, υποτίθεται ότι γεννήθηκε τη νύχτα που έφυγαν). Εντάχθηκαν στον στρατό του Nουρ Αντ-Ντίν Ζανγκί, και ο Σιρκούχ υπηρέτησε υπό τον Nουρ αντ-Ντιν Ζενγκί, ο οποίος διαδέχθηκε τον Zενγκί στη Μοσούλη. Στον Σιρκούχ δόθηκαν αργότερα η Χομς, η αρ-Ράχμπα και άλλα παραρτήματα από τον Νουρ αντ-Ντιν Ζενγκί ως υποτελής του. Ο Aγιούμπ υπηρέτησε ως κυβερνήτης του Μπάαλμπεκ και αργότερα της Δαμασκού, και οι δύο αδελφοί διαπραγματεύτηκαν την παράδοση της Δαμασκού στον Nουρ αντ-Ντιν το 1154.
Το 1163 ο Σαβάρ ζήτησε από τον Νουρ αντ-Ντιν να παρέμβει στην Αίγυπτο σε μία διαμάχη μεταξύ αυτού και του Ντιργκάμ σχετικά με τη θέση του βεζίρη των Φατιμίδων. Ο Νουρ αντ-Ντιν έστειλε τον Σιρκούχ, και αυτή ήταν η πρώτη από τις τρεις επιχειρήσεις που έκανε ο Σιρκούχ στην Αίγυπτο. Αυτές έγιναν κατ' όνομα για λογαριασμό του Νουρ αντ-Ντιν, ο οποίος τού έδωσε επιχορήγηση 200.000 δηνάρια, και επέτρεψε στον Σιρκούχ να επιλέξει 2.000 στρατιώτες από τα συντάγματά του (ακσάρ) με υλικό εκστρατείας και μία άλλη ειδική επιχορήγηση 20 δηναρίων για κάθε στρατιώτη. Είχε επίσης 8.000 ιππείς, συμπεριλαμβανομένων 500 Μαμελούκων και Κούρδων, από το δικό του σύνταγμα από την επαρχία του στη Χομς. Ο Σιρκούχ χρησιμοποίησε την επιχορήγησή του για να προσλάβει 6.000 Τουρκομάνους ιππείς, υπό τη διοίκηση της Αϊνενταβλά Γιαρουκί. [8]
Σε αυτή την πρώτη περίπτωση, ο ανιψιός του Σαλαντίν, τον συνόδευσε ως σύμβουλος. Ο Σαβάρ αποκαταστάθηκε, και ο Ντιργάμ σκοτώθηκε, αλλά μετά από διαμάχη με τον Σιρκούχ, ο Σαβάρ συμμάχησε με τον Αμαλρίκ Α΄ της Ιερουσαλήμ, ο οποίος βάδισε στην Αίγυπτο το 1164 και πολιόρκησε τον Σιρκούχ στο Μπιλμπέις (βλ. Εισβολή των Σταυροφόρων στην Αίγυπτο). Σε απάντηση, ο Νουρ αντ-Ντιν επιτέθηκε στα κράτη των Σταυροφόρων, και σχεδόν κατέλαβε το πριγκιπάτο της Αντιόχειας.
Μετέπειτα σταδιοδρομία
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Ο Σιρκούχ προσκλήθηκε πίσω στην Αίγυπτο από τον Φατιμίδη χαλίφη Αλ-Αντίντ το 1167, για να βοηθήσει στην ήττα των Σταυροφόρων που επιτίθεντο στο Κάιρο. Ο Σαβάρ συμμάχησε για άλλη μία φορά με τον Αμαλρίκ, ο οποίος πολιόρκησε τον Σιρκούχ στην Αλεξάνδρεια μέχρι να συμφωνήσει να φύγει. Ωστόσο, μία φρουρά των Σταυροφόρων παρέμεινε στην Αίγυπτο, και ο Αμαλρίκ συμμάχησε με τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, σχεδιάζοντας να την κατακτήσει ολοκληρωτικά. Για να καταστρέψει τη φρουρά, ο Σαβάρ άλλαξε συμμαχίες, από τον Αμαλρίκ στον Σιρκούχ. Οι Μουσουλμάνοι έδωσαν μία σφοδρή μάχη με τους Σταυροφόρους, οι οποίοι δεν είχαν τους πόρους για να κατακτήσουν την Αίγυπτο, και αναγκάστηκαν να υποχωρήσουν.
Ο Σιρκούχ και οι συνεργάτες του απολάμβαναν ευρεία υποστήριξη από την πολιτική ελίτ στην Αίγυπτο για θρησκευτικούς λόγους. Αν και οι Φατιμίδες ηγεμόνες ήταν Σιίτες, η πλειοψηφία του λαού ήταν Σουνίτες Μουσουλμάνοι. [9] Τον Ιανουάριο του 1169 ο Σιρκούχ εισήλθε στο Κάιρο, και διέταξε την εκτέλεση του αναξιόπιστου Σαβάρ. Όταν έφθασε στο Κάιρο με τούς στρατούς του, τον υποδέχτηκε ο Φατιμίδης χαλίφης Αλ-Αντίντ, και τον αντιμετώπισαν με μεγάλες τιμές. Αποδέχτηκε το αξίωμα του βεζίρη, αλλά απεβιωσε δύο μήνες αργότερα, στις 22 Μαρτίου. Όπως περιγράφει ο Μπαχά αντ-Ντιν ιμπν Σαντάντ, «ο Ασάντ αντ-Ντιν ήταν πολύ φαγάς, υπερβολικά επιρρεπής στην κατανάλωση πλούσιων κρεάτων. Υπέφερε από πολλές κρίσεις δυσπεψίας, και από πονόλαιμο, από τον οποίο ανέρρωσε αφού υπέφερε από μεγάλη ταλαιπωρία. Αρρώστησε σοβαρά, προσβλήθηκε από σοβαρό πονόλαιμο, ο οποίος τον σκότωσε στις 22 Τζουμαντά 564 [23 Μαρτίου 1169]».
Υστεροφημία
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Τον διαδέχθηκε ως βεζίρης ο ανιψιός του Σαλαντίν, ο οποίος είχε υπηρετήσει μαζί του στις εκστρατείες του στην Αίγυπτο. Από το 1174 ο Σαλαντίν τελικά διαδέχθηκε και τον Νουρ αντ-Ντιν, ενώνοντας την Αίγυπτο και τη Συρία, κάτι που τού επέτρεψε να εκδιώξει σχεδόν ολοκληρωτικά τους σταυροφόρους από τη Συρία και την Παλαιστίνη. Αρκετοί ιστορικοί έχουν υποστηρίξει την άποψη ότι το τέλος τού Σιρκούχ ήταν ένας σημαντικός παράγοντας, που επέτρεψε στον Σαλαντίν να εδραιώσει τη θέση του ως σουλτάνου και ως αδιαμφισβήτητου επικεφαλής της οικογένειας των Αγιουβιδών.
Αν και ο Νουρ αντ-Ντιν Ζενγκί ανέκτησε την επικράτεια της Χομς μετά το τέλος του Σιρκούχ, το 1179 ο Σαλαντίν έδωσε τη Χομς στον γιο του Σιρκούχ, Μουχαμάντ ιμπν Σιρκούχ , και οι απόγονοί του συνέχισαν να κυβερνούν στη Χομς έκτοτε μέχρι το τέλος το 1263 τού τελευταίου απογόνου του, του εμίρη Αλ-Ασράφ Μουσά, εμίρη της Χομς. Μετά από αυτό, η Χομς κυβερνήθηκε άμεσα ως μέρος τού σουλτανάντου των Μαμελούκων.
Αναφορές
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]- ↑ Morton, Nicholas (2020). The Crusader States and Their Neighbours: A Military History, 1099-1187 (στα Αγγλικά). Oxford University Press. σελ. 163. ISBN 978-0-19-882454-1.
- ↑ Tyerman, Christopher (2007). God's War: A New History of the Crusades (στα Αγγλικά). Penguin UK. ISBN 978-0-14-190431-3.
- ↑ Minorsky 1953.
- ↑ Chamakhi, Mustapha K. (21 Ιουνίου 2021). Islam in all its States (στα Αγγλικά). BoD - Books on Demand. ISBN 978-2-322-25166-7.
- ↑ Phillips, Jonathan (25 Απριλίου 2019). The Life and Legend of the Sultan Saladin (στα Αγγλικά). Random House. ISBN 978-1-4481-2968-3.
- ↑ Fulton, Michael S. (8 Ιουνίου 2022). Contest for Egypt: The Collapse of the Fatimid Caliphate, the Ebb of Crusader Influence, and the Rise of Saladin (στα Αγγλικά). BRILL. σελ. 41. ISBN 978-90-04-51625-0.
- ↑ Issa, Islam (2 Ιανουαρίου 2024). Alexandria: The City that Changed the World (στα Αγγλικά). Simon and Schuster. ISBN 978-1-63936-546-3.
- ↑ Gibb, Hamilton Alexander Rosskeen (1962). Studies on the Civilization of Islam. Princeton University Press. σελ. 74. ISBN 9781400855193.
- ↑ Lev, Yaacov (1999). Saladin in Egypt. Leiden: Koninklijke Brill. σελ. 78. ISBN 90-04-11221-9.
Πηγές
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]- Μπαχά αντ-Ντιν ιμπν Σαντάντ, Η σπάνια και εξαιρετική ιστορία του Σαλαντίν, επιμ. DS Richards, Ashgate, 2002.
- Halm, Heinz (2014). Kalifen und Assassinen: Ägypten und der vordere Orient zur Zeit der ersten Kreuzzüge, 1074–1171 [Caliphs and Assassins: Egypt and the Near East at the Time of the First Crusades, 1074–1171] (in German). Munich: C.H. Beck. ISBN 978-3-406-66163-1.
- Γουλιέλμος της Τύρου, Ιστορία των Έργων που Έγιναν Πέρα από τη Θάλασσα, μτφρ. EA Babcock και AC Krey. Columbia University Press, 1943.
- Steven Runciman, A History of the Crusades, τομ. II: Το Βασίλειο της Ιερουσαλήμ . Cambridge University Press, 1952.
- Minorsky, Vladimir (1953). Studies in Caucasian History. New York: Taylor’s Foreign Press. ISBN 0-521-05735-3.
- Lyons, Malcolm Cameron; Jackson, D. E. P. (1982). Saladin: The Politics of the Holy War. Cambridge: Cambridge University Press. ISBN 0-521-31739-8.