Σινοσοβιετική συνοριακή σύγκρουση (1969)

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Σινοσοβιετική συνοριακή σύγκρουση
Μέρος του Ψυχρού Πολέμου και της σινοσοβιετικής ρήξης
China USSR E 88.jpg
Ορισμένες από τις αμφισβητούμενες περιοχές
Χρονολογία 2 Μαρτίου - 11 Σεπτεμβρίου 1969
Τόπος Σύνορα μεταξύ Κίνας και Σοβιετικής Ένωσης
Έκβαση Status quo ante bellum[1]
Εδαφικές
μεταβολές
Η διαφορά επιλύθηκε σε συνοριακή συμφωνία μεταξύ Ρωσίας και Κίνας, η οποία υπογράφηκε στις 14 Οκτωβρίου 2004[2]
Αντιμαχόμενοι
Ηγετικά πρόσωπα
Δυνάμεις
658.000
814.000
Απολογισμός
59 νεκροί
94 τραυματίες
27 άρματα μάχης κατεστραμμένα[3]
Ένα αυτοκίνητο κατεστραμμένο
Δεκάδες φορτηγά κατεστραμμένα
Ένα άρμα μάχης κατειλημμένο.
99 νεκροί
68 τραυματίες
(Κινεζικές πηγές)
Πάνω από 800 νεκροί
(Ρωσικές πηγές)

Η σινοσοβιετική συνοριακή σύγκρουση ήταν μία ακήρυχτη στρατιωτική σύγκρουση επτά μηνών μεταξύ της Σοβιετικής Ένωσης και της Κίνας στην αποκορύφωση της σινοσοβιετικής ρήξης το 1969. Παρόλο που οι στρατιωτικές συγκρούσεις σταμάτησαν εκείνο το έτος, τα βασικά ζητήματα δεν επιλύθηκαν παρά με το σινοσοβιετικό σύμφωνο για τα σύνορα του 1991.

Οι πιο σοβαρές από αυτές τις συνοριακές συγκρούσεις -που έφεραν τις δύο κομμουνιστικές χώρες στο χείλος του πολέμου- συνέβησαν τον Μάρτιο του 1969 στην περιοχή της νήσου Τσενπάο (Νταμάνσκι) στον ποταμό Ουσούρι. Ως εκ τούτοι, οι Κινέζοι ιστορικοί αναφέρονται συνηθέστερα στη σύγκρουση ως το περιστατικό της νήσου Τσενπάο[4].

Ιστορικό[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι εδαφικές διαφορές μεταξύ των δύο χωρών αφορούσαν τεράστιες ζώνες, έκτασης εκατοντάδων χιλιάδων τετραγωνικών χιλιομέτρων, οι οποίες παραδόθηκαν στην τσαρική Ρωσία μετά τον πόλεμο του Οπίου, με τις συνθήκες του Αϊγκούν (1858), του Πεκίνου (1860) και του Ταχτσένγκ (1864). Μετά τη νίκη της επανάστασης των μπολσεβίκων, το 1917, ο Βλαντίμιρ Λένιν, στο πλαίσιο του "ανοίγματος" του νεαρού σοβιετικού καθεστώτος προς τους λαούς της Ανατολής, εξήγγειλε μονομερώς την κατάργηση των αποικιοκρατικών, σε βάρος της Κίνας, συμφωνιών του 19ου αιώνα και την παραίτηση της Ε.Σ.Σ.Δ. από τις σφαίρες επιρροής και τις κάθε είδους αποζημιώσεις που απέρρεαν από αυτές. Από τις αρχές της δεκαετίας του 1960, οι Κινέζοι ηγέτες επικαλούνταν αυτές τις λενινιστικές διακηρύξεις για να θέσουν ζήτημα αναθεώρησης των συνόρων, πράγμα που δεν έγινε αποδεκτό από την πλευρά των Σοβιετικών. Η γρήγορη κατάρρευση των συνομιλιών του Πεκίνου (1964) μεταξύ των δύο χωρών, για το εδαφικό, έδωσε τη θέση της στην αλυσίδα των κλιμακούμενων μεθοριακών επεισοδίων.

Οι συνοριακές συγκρούσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τον Μάρτιο του 1969, μία ασήμαντη, μικροσκοπική νησίδα στον ποταμό Ουσούρι προκάλεσε πολύνεκρα μεθοριακά επεισόδια και έφερε στο χείλος της θερμοπυρηνικής αναμέτρησης τη Σοβιετική Ένωση και την Κίνα. Είναι μία διαφιλονικούμενη νησίδα, γνωστή στους μεν Σοβιετικούς ως Νταμάνσκι, στους δε Κινέζους ως Τσενπάο, που βρίσκεται στα ανατολικά σύνορα των δύο χωρών, προς τη μεριά του Βλαδιβοστόκ. Πραγματική αιτία της κρίσης ήταν η κλιμακούμενη ένταση μεταξύ των δύο χωρών, η οποία πυροδοτήθηκε από τη ρήξη Μάο Τσετούνγκ-Νικίτα Χρουστσόφ, το 1960, και κλιμακώθηκε μετά την έναρξη της κινεζικής Πολιτιστικής Επανάστασης, το 1966. Όλη αυτή την περίοδο τα σινοσοβιετικά σύνορα γίνονταν θέατρα πολυάριθμων μικρής κλίμακας στρατιωτικών επεισοδίων.

Τη νύχτα της 1 προς 2 Μαρτίου του 1969, περίπου 300 Κινέζοι στρατιώτες, με λευκές στολές παραλλαγής, πέρασαν τον παγωμένο Ουσούρι και κρύφτηκαν πάνω στη χιονισμένη νησίδα. Με το πρώτο φως της μέρας, οι Σοβιετικοί μεθοριακοί φρουροί εντόπισαν ένα εχθρικό απόσπασμα και κινήθηκαν προς τη νησίδα, για να δεχτούν απροειδοποίητα τις ομοβροντίες των Κινέζων. Την ίδια ώρα, το κινεζικό πυροβολικό που βρισκόταν στην άλλη πλευρά του ποταμού, έβαλε κατά των θέσεων των Σοβιετικών. Οι τελευταίοι αναγκάστηκαν να καλέσουν ενισχύσεις από γειτονικές μονάδες για να απωθήσουν τελικά τους αντιπάλους τους έπειτα από φονική μάχη δύο ωρών, κατά τη διάρκεια της οποίας σκοτώθηκαν 58 Σοβιετικοί στρατιώτες και αδιευκρίνιστος αριθμός Κινέζων.

Στις 3 Μαρτίου, η σοβιετική πρεσβεία στο Πεκίνο πολιορκήθηκε από ένα μαινόμενο πλήθος ερυθροφρουρών που φώναζαν: "Κρεμάστε τον Κοσίγκιν - Τηγανίστε τον Μπρέζνιεφ". Οι διαδηλώσεις κράτησαν τέσσερις μέρες και απλώθηκαν σε όλη την Κίνα ενώ, κατά το επίσημο κινεζικό πρακτορείο ειδήσεων, συμμετείχαν σ' αυτές 260.000.000 πολίτες. Ανάλογες διαδηλώσεις ξέσπασαν στις μεθοριακές σοβιετικές πόλεις του Βλαδιβοστόκ και του Χαμπάροφσκ, ενώ οι νεκροί Σοβιετικοί στρατιώτες κηδεύτηκαν σαν ήρωες πολέμου, με τη συμμετοχή ανώτατων στελεχών της πολιτικής και στρατιωτικής ηγεσίας. Στις 7 Μαρτίου, 500.000 άτομα διαδήλωσαν στην κινεζική πρεσβεία της Μόσχας, στη μεγαλύτερη πολιτική συγκέντρωση που γνώρισε επί πολλά χρόνια η σοβιετική πρωτεύουσα. Πέτρες, μπουκάλια, μπογιές και κομμάτια πάγου εκτοξεύτηκαν προς τα παράθυρα της πρεσβείας, σπάζοντας πολλά τζάμια.

Το θεωρητικό περιοδικό του Κ.Κ. Κίνας Κόκκινη Σημαία διακήρυξε: "Αν οι Ρώσοι σοσιαλιμπεριαλιστές θέλουν τον πόλεμο, θα τους σβήσουμε από το πρόσωπο της Γης".

Νέες ακόμη σφοδρότερες συγκρούσεις, με συμμετοχή ενός συντάγματος 2.000-3.000 ανδρών από κάθε πλευρά, ξέσπασαν στην περιοχή της νησίδας Νταμάνσκι-Τσενπάο στις 15 Μαρτίου. Αν και ούτε οι Σοβιετικοί ούτε οι Κινέζοι έδωσαν λεπτομέρειες των συγκρούσεων, ανταποκριτές του ξένου Τύπου έκαναν λόγο για βαρύτατες εκατέρωθεν απώλειες. Η Λαϊκή Ημερησία του Πεκίνου αποκάλεσε τους ηγέτες του Κρεμλίνου "νέους τσάρους" και "αγέλες γουρουνιών", ενώ ο Ερυθρός Αστέρας της Μόσχας χαρακτήρισε τον Μάο "αιμοσταγή δικτάτορα, στα χνάρια του Χίτλερ".

Την 1η Απριλίου συνήλθε στο Πεκίνο το 9ο συνέδριο του Κ.Κ. Κίνας. Στη βασική εισήγησή του για την εξωτερική πολιτική της Κίνας, ο στρατάρχης Λιν Πιάο, επίσημα χρισμένος πλέον ως διάδοχος του Μάο Τσετούνγκ, κήρυξε διμέτωπο αγώνα εναντίον Η.Π.Α. και Ε.Σ.Σ.Δ., τις οποίες χαρακτήρισε "χάρτινες τίγρεις" και δήλωσε την ετοιμότητα της χώρας του να εμπλακεί σε μεγάλης κλίμακας πολέμους. Ο Λιν Πιάο διακήρυξε από το βήμα του συνεδρίου: "Ο ιμπεριαλιστικός πόλεμος είναι η παραμονή της σοσιαλιστικής επανάστασης. Αυτή η βασική θέση του Λένιν δεν έχει χάσει σε τίποτα την επικαιρότητά της. Σύμφωνα με την ιστορική εμπειρία του Α' και του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, μπορούμε να είμαστε σίγουροι ότι, αν οι Ρώσοι ρεβιζιονιστές, οι Αμερικανοί ιμπεριαλιστές και η παγκόσμια αντίδραση αποφασίσουν να ξεκινήσουν έναν τρίτο παγκόσμιο πόλεμο, κάτι τέτοιο αναπόφευκτα θα επιταχύνει την ανάπτυξη των αντιθέσεων, ξεσηκώνοντας λαϊκές επαναστάσεις, που θα στείλουν όλη την αγέλη των ιμπεριαλιστών, των ρεβιζιονιστών και των αντιδραστικών μία ώρα αρχύτερα στον τάφο". Η νησίσα Νταμάνσκι-Τσενπάο ανήκει σε μια μεγάλη διαφιλονικούμενη ζώνη, έκτασης εκατοντάδων χιλιάδων τετραγωνικών χιλιομέτρων, στην ανατολική μεθόριο των δύο χωρών, ανατολικά του ποταμού Ουσούρι και βόρεια του ποταμού Αμούρ. Στην περιοχή αυτή ξέσπασαν και μια σειρά άλλων, μικρότερης κλίμακας, επεισοδίων από τον Μάρτιο ως τον Ιούλιο, με σημαντικότερη την αιματηρή μάχη της 8ης Ιουλίου σε μία άλλη μεθοριακή νησίδα του ποταμού Αμούρ, την οποία οι μεν Σοβιετικοί αποκαλούν Γκολντίσκι, οι δε Κινέζοι Πάχα. Έπειτα από μια σειρά ανάλογων επεισοδίων, οι δύο πλευρές άρχισαν συνομιλίες στο Χαμπάροφσκ οι οποίες, μετά από διακοπές, απειλές και αποχωρήσεις, κατέληξαν, στις 8 Αυγούστου, σε συμφωνία για μορατόριουμ και αποκατάσταση της ελεύθερης ναυσιπλοΐας στους δύο μεθοριακούς ποταμούς. Ωστόσο, ένταση δημιουργήθηκε και στα δυτικά σύνορα της Κίνας, που χωρίζουν τη Σοβιετική Σοσιαλιστική Δημοκρατία του Καζακστάν από την αυτόνομη κινεζική περιοχή του Σιντσιάνγκ[5].

Σοβιετικό πλοίο χρησιμοποιεί κανόνι νερού εναντίον Κινέζου αλιέα στον ποταμό Ουσούρι στις 6 Μαΐου του 1969

Αν και το μεγαλύτερο μέρος της περιοχής καλύπτεται από άνυδρη έρημο και άγονες εκτάσεις τούντρας, στο Σιντσιάνγκ εντοπίζεται το 50% των κινεζικών αποθεμάτων πετρελαίου, η εκμετάλλευση των οποίων ανέβηκε από τους 300.000 τόννους το 1951 στους 13.400.000 τόννους το 1967. Στην ίδια περιοχή βρισκόταν το πεδίο πυρηνικών εγκαταστάσεων του Λοπ Νορ, όπου είχαν γίνει και οι οκτώ πυρηνικές δοκιμές της Κίνας από το 1964.

Μόνιμη εστία συγκρούσεων μεταξύ των τσάρων και της δυναστείας των Μαντσού, το Σιντσιάνγκ κατοικείτο στην πλειονότητά του όχι από Κινέζους αλλά από τουρκικούς πληθυσμούς Ουιγκούρ, Καζάκων, Τατζίκων, Κιργηζίων, Ουζμπέκων, Τούρκων και άλλων μουσουλμάνων.

Το 1944, ο μουσουλμανικός πληθυσμός εξεγέρθηκε, αποσπάστηκε από την Κίνα και ανακήρυξε την ανεξάρτητη Δημοκρατία του Ανατολικού Τουρκεστάν, η οποία απολάμβανε της υποστήριξης της Μόσχας. Με τη νίκη του Μάο και την ανακήρυξη της Λαϊκής Δημοκρατίας, το Ανατολικό Τουρκεστάν επέστρεψε, αν και απρόθυμα, στην Κίνα. Ακολούθησε πολιτική βίαιης ενσωμάτωσης, από την πλευρά της κινεζικής ηγεσίας, με συνέπεια το ποσοστό των Κινέζων, από μόλις 6% που ήταν το 1943, να φτάσει το 44% το 1969. Και πάλι, όμως, οι Κινέζοι αποτελούσαν μειονότητα στην ευαίσθητη αυτή περιοχή. Έπειτα από μία αλυσίδα μεθοριακών επεισοδίων, από τα μέσα του Απριλίου, πολύνεκρες συγκρούσεις ξέσπασαν ση μεθόριο του Σιντσιάνγκ στις 13 Αυγούστου. Οι δύο πλευρές έδωσαν διαφορετικές εκδοχές γύρω από τα πραγματικά γεγονότα που οδήγησαν στη σύγκρουση[6].

Σύμφωνα με τους Κινέζους, εκατοντάδες Σοβιετικοί στρατιώτες, δεκάδες τανκς και δύο ελικόπτερα εισέβαλαν στην περιοχή Τιεχλεκτί, προχώρησαν σε βάθος δύο χιλιομέτρων στο κινεζικό έδαφος και άνοιξαν απροειδοποίητα πυρ εναντίον μεθοριακών φρουρών, περικυκλώνοντας κινεζικές στρατιωτικές εγκαταστάσεις.

Σοβιετικό άρμα μάχης που αιχμαλωτίστηκε από τους Κινέζους κατά τη διάρκεια των συγκρούσεων του 1969

Αντίθετα, η σοβιετική κυβέρνηση, με διπλωματική νότα της, υποστήριξε ότι κινεζικές δυνάμεις παραβίασαν τα σοβιετικά σύνορα και απωθήθηκαν, στη συνέχεια, από τους αμυνόμενους μεθοριακούς φρουρούς. Σύμφωνα με ρεπορτάζ εφημερίδων, οι Κινέζοι είχαν προσπαθήσει να δημιουργήσουν προγεφυρώματα, καταλαμβάνοντας υψώματα στο σοβιετικό έδαφος, αλλά περικυκλώθηκαν με διπλή επίθεση, μετωπικά και από τα μετόπισθεν, από σοβιετικά στρατεύματα και τράπηκαν σε φυγή, εγκαταλείποντας στο πεδίο της μάχης και δύο κινηματογραφικές κάμερες, με τις οποίες φιλοδοξούσαν να γυρίσουν προπαγανδιστική ταινία για την αναμενόμενη συντριβή του εχθρού. Το νέο, σοβαρό επεισόδιο προκάλεσε πολεμικό παροξυσμό τόσο στη Μόσχα όσο και στο Πεκίνο[7].

Η μαοϊκή ηγεσία οργάνωσε συγκεντρώσεις πολιτών και στρατιωτών σε όλη τη χώρα, ενώ οι Σοβιετικοί κατήγγειλαν το Πεκίνο για γενοκτονία των Ουιγκούρ -η Λιτερατούρναγια Γκοαζέτα μίλησε για 25.000.000 εκτελεσμένους την περίοδο 1955-1965- τους οποίους Ουιγκούρ η Μόσχα κάλεσε σε εξέγερση, με ραδιοφωνικές εκπομπές στην τοπική τους γλώσσα. Ένα χρόνο μετά την εισβολή του Συμφώνου της Βαρσοβίας στην Τσεχοσλοβακία, οι ενέργειες αυτές εκλήφθησαν από τους Κινέζους ως προετοιμασία για γενικευμένο σινοσοβιετικό πόλεμο[8].

Στην Ουάσινγκτον διέρρευσε έκθεση της CIA, σύμφωνα με την οποία οι Σοβιετικοί εξέταζαν το ενδεχόμενο προληπτικής αεροπορικής επίθεσης εναντίον των κινεζικών πυρηνικών εγκαταστάσεων[9]. Από την πλευρά τους, οι Κινέζοι μετέφεραν άμεσα τα πυρηνικά τους από το ευάλωτο Σιντσιάνγκ στο απρόσβλητο Θιβέτ, απομάκρυναν μία σειρά στρατηγικής σημασίας βιομηχανίες στα ενδότερα και έστειλαν δεκάδες χιλιάδες στρατιώτες στα σύνορα με τη Μογγολία, απ' όπου περίμεναν την εισβολή. Στις 23 Αυγούστου μεγάφωνα που είχαν στηθεί στην πλατεία της "Ουράνιας Γαλήνης" του Πεκίνου κάλεσαν τον πληθυσμό να ετοιμάζεται για πόλεμο με τους Σοβιετικούς.

Ο Τσου Εν Λάι, εδώ μαζί με τον Χένρυ Κίσινγκερ και τον Μάο Τσετούνγκ.

Σ' αυτό το κλίμα ένα θλιβερό γεγονός, ο θάνατος του κομμουνιστή ηγέτη του Βόρειου Βιετνάμ Χο Τσι Μιν, έφερε στο Ανόι τους πρωθυπουργούς της Ε.Σ.Σ.Δ. και της Κίνας, Αλεξέι Κοσίγκιν και Τσου Εν Λάι. Ο Κινέζος πρωθυπουργός έφυγε από τη βορειοβιετναμική πρωτεύουσα στις 4 Σεπτεμβρίου, πριν από την κηδεία του Χο Τσι Μιν, και όλος ο κόσμος υπέθεσε ότι το έπραξε για να μην αναγκαστεί να συναντήσει ή να συνευρεθεί με τον Σοβιετικό ομόλογό του. Παραδόξως, επρόκειτο για το αντίθετο. Ο Τσουν Εν Λάι πέταξε για το Πεκίνο για να συζητήσει με τον Μάο το ενδεχόμενο μιας έκτακτης συνάντησης με τον Κοσίγκιν με στόχο την εκτόνωση της έντασης.

Είχε προηγηθεί μεσολαβητική πρωτοβουλία του Κ.Κ. του Βιετνάμ, σύμφωνα με την πολιτική διαθήκη του νεκρού ηγέτη του, που διαβάστηκε στην κηδεία του, στις 8 Σεπτεμβρίου, και στην οποία πρωτεύουσα θέση κατείχε μία έκκληση για την αποκατάσταση της ενότητας του παγκόσμιου κομμουνιστικού κινήματος. Η συνάντηση όντως πραγματοποιήθηκε στο αεροδρόμιο του Πεκίνου στις 11 Σεπτεμβρίου, και εγκαινίασε ένα μορατόριουμ στις σχέσεις των δύο χωρών, το οποίο έδωσε τη θέση του σε μια περίοδο ύφεσης, καθώς στις 7 Οκτωβρίου άρχισαν στο Παρίσι επίσημες συνομιλίες για το εδαφικό[10].

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. The Sino-Soviet Border Conflict Center for Naval Analyses
  2. Soviet Aggression Exploring Chinese History
  3. Yang Kuisong, The Sino-Soviet Border Clash of 1969: From Zhenbao Island to Sino-American Rapprochement, Cold War History, vol. 1, σελ. 21-52 (2001) doi:10.1080/713999906
  4. 1969年珍宝岛自卫反击战 People
  5. The Sino-Soviet Border Conflict, 1969: U.S. Reactions and Diplomatic Maneuvers National Security Archive
  6. The President's Daily Brief Central Intelligence Agency
  7. The Sino-Soviet Border Clash of 1969 damanski-zhenbao.ru
  8. Return to Zhenbao Island: Who Started Shooting and Why it Matters Cambridge University Press
  9. Jussi M. Hanhimaki, he Flawed Architect: Henry Kissinger and American Foreign Policy, Oxford University Press (2004)
  10. Ένοπλες συγκρούσεις ΕΣΣΔ-Κίνας, Ιστορικό Λεύκωμα 1969, σελ. 90-93, Καθημερινή (1998)