Σιδηροδρομική γραμμή Πειραιά - Πάτρας (μετρική)

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Σιδηροδρομική γραμμή Πειραιά - Πάτρας
04 136 Bf Kórinthos.jpg
Άποψη του παλαιού σταθμού Κορίνθου
Πληροφορίες
Ιδιοκτησία OΣΕ
Περιοχή Αττική, Πελοπόννησος και Δυτική Ελλάδα
Είδος Περιφερειακός σιδηρόδρομος
Τερματικοί Πειραιάς
Πάτρα
Λειτουργία
Έναρξη λειτουργίας 1884
Διαχειριστής ΣΠΑΠ (1884-1962)
ΣΕΚ (1962-1970)
ΟΣΕ (1971-)
Τεχνικά χαρακτηριστικά
Μήκος γραμμής 230,2 χλμ.
Εύρος γραμμής 1.000 χιλιοστά (μετρικό εύρος)

Η Σιδηροδρομική γραμμή Πειραιά - Πάτρας ήταν μία μετρική σιδηροδρομική γραμμή που ένωνε την Αθήνα με την Κόρινθο και την Πάτρα. Κατασκευάστηκε το 1884 και καταργήθηκε ολοκληρωτικά το 2007, με την κατασκευή της γραμμής Αεροδρομίου-Πάτρας.

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η γραμμή δεν κατασκευάστηκε εξ' ολοκλήρου, αλλά τμηματικά. Οι πρώτες ενέργειες έγιναν το 1870, όπου Γάλλοι κεφαλαιούχοι πρότειναν ένα ολοκληρωμένο σιδηροδρομικό δίκτυο που θα ένωνε όλες τις κύριες πόλεις της Πελοποννήσου, μία πρόταση που τελικά δεν προχώρησε[1]. Εννέα χρόνια αργότερα, το 1879, γίνεται μία νέα προσπάθεια, υποβάλλοντας προτάσεις κατασκευής τεσσάρων γραμμών στον κόμη Ντε Μουρτεσί. Μία από αυτές ήταν η Πόρτο Ράφτη-Πάτρα-Ιωάννινα. Ως αντάλλαγμα, το ελληνικό κράτος προσφέρει για 99 χρόνια τον απαραίτητο εδαφικό χώρο για την κατασκευή της γραμμής, τα κτήματα και τις λίμνες, καθώς και τα λατομεία και τα ορυχεία που απέχουν 10 χιλιόμετρα από την γραμμή[1].

Το 1882 πρωθυπουργός της Ελλάδας γίνεται ο Χαρίλαος Τρικούπης και ακυρώνει τη σύμβαση του 1879. Αντίθετα υπογράφει συμβάσεις για την κατασκευή 700 χλμ σιδηροδρομικής γραμμής με προοπτική για άλλα 700 χλμ. Παράλληλα προσεγγίζει κατασκευαστικές εταιρείες και επιχορηγεί με 20.000 δρχ ανά χιλιόμετρο, αλλά μετά, λόγω απροθυμίας των ιδιωτών, το ρόλο του εργολάβου αναλαμβάνει το κράτος[1]. Έτσι η γραμμή άρχιζε να κατασκευάζεται το 1882, με την κατασκευή του τμήματος Σκαραμαγκάς-Κόρινθος, ώστε να ενωθεί σιδηροδρομικά ο Σαρωνικός κόλπος με τον Κορινθιακό, καθώς δεν είχε κατασκευαστεί η Διώρυγα της Κορίνθου τότε. Έτσι αποφευγόταν ο περίπλους της Πελοποννήσου και οι επιβάτες μπορούσαν να ταξιδέψουν από τον ένα κόλπο στον άλλον σιδηροδρομικώς. Τρία χρόνια αργότερα, το 1885 επεκτάθηκε η γραμμή ως τον σταθμό Πειραιά Λιμένα[2], ενώ το 1887 το τρένο έφτασε για πρώτη φορά στην Πάτρα.

Η γραμμή έμεινε έτσι ως τον Ιούνιο του 2005, όπου ο σταθμός του Πειραιά Λιμένα έκλεισε, ενώ στις 8 Αυγούστου 2005 έκλεισε και ο σταθμός Πελοποννήσου, ώστε να αποξηλωθεί η μετρική γραμμή και να αντικατασταθεί από κανονικού εύρους. Από το 2005 τα δρομολόγια προς Πάτρα ξεκινούσαν από τον παλαιό σταθμό Αγ. Αναργύρων, μέχρι το 2007, όπου ολοκληρώθηκαν τα έργα υποδομής της κανονικής γραμμής Πειραιάς-Κόρινθος-Κιάτο.

Δρομολόγια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Όταν ενσωματώθηκαν οι Σ.Π.Α.Π. στους Σ.Ε.Κ. το 1962 η γραμμή συνέδεε τον Πειραιά με την Πάτρα με 6 ζεύγη δρομολογίων την ημέρα. Το 1992, με την δρομολόγηση των συρμών Intercity, βελτιώθηκε η επιβατική κυκλοφορία στη γραμμή Πειραιάς-Πάτρα και τα δρομολόγια αυξήθηκαν στα 9 ζεύγη για να περιοριστούν όμως το 1996 σε 8 ζεύγη δρομολογίων την ημέρα. Το 2005, με το κλείσιμο των σταθμών Πειραιά και Αθήνας, η γραμμή συνέχισε να συνδέει τους Αγ. Αναργύρους με την Πάτρα με 8 ζεύγη καθημερινά ενώ από το Δεκέμβριο 2005 τα τρένα από την Πάτρα τερμάτιζαν πλέον στο Νέο Σ.Σ. Κορίνθου (Εξαμίλια).

Υποδομή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η υποδομή της γραμμής αποτελούνταν από ξύλινους στρωτήρες, παλαιάς τεχνολογίας υλικά, ενώ το πλάτος της γραμμής ήταν ένα μέτρο.

Κύριοι σταθμοί μετρικής γραμμής[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι κυριότεροι σταθμοί της μετρικής σιδηροδρομικής γραμμής ήταν οι εξής:

Ο Σιδηροδρομικός Σταθμός Κρηπιδωμάτων ήταν αφετηρία βιομηχανικού σιδηροδρόμου που οδηγούσε στα ορυχεία Περιστερίου, όπου σήμερα βρίσκεται ο σταθμός Μετρό Ανθούπολη.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. 1,0 1,1 1,2 «Τα τρένα που φύγαν, τα τρένα που έρχονται (σελ. 5)». Ελευθεροτυπία. 1999. 
  2. «Τα τρένα που φύγαν, τα τρένα που έρχονται (σελ. 2)». Ελευθεροτυπία. 1999.