Σαρόγλειο Μέγαρο

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Σαρόγλειο Μέγαρο
Sarogleio, central stairs.jpg
Η κεντρική σκάλα του κτιρίου
Γενικές πληροφορίες
Είδος Μπαρόκ κτίριο
Αρχιτεκτονική Νεοκλασική
Διεύθυνση Λεωφόρος Βασιλίσσης Σοφίας και Ρηγίλλης
Γεωγραφικές Συντεταγμένες 37°58′29″N 23°44′35″E
Διοικητική υπαγωγή Περιφέρεια Αττικής
Τοποθεσία Αθήνα
Χώρα Ελλάδα
Έναρξη κατασκευής 1928
Ολοκλήρωση 1929
Κατάσταση λειτουργική, διατηρητέο
Χρήση Λέσχη Αξιωματικών Ενόπλων Δυνάμεων
Ιδιοκτήτης Πέτρος Σάρογλος
Τεχνικές λεπτομέρειες
Εμβαδόν 8.270 m2
Όροφοι 2
Σχεδιασμός και κατασκευή
Αρχιτέκτονας Αλέξανδρος Νικολούδης
Προστασία κηρυγμένος αρχαιολογικός χώρος στην Ελλάδα
Ιστότοπος
Επίσημος Ιστότοπος ΛΑΕΔ

Συντεταγμένες: 37°58′29″N 23°44′35″E / 37.9748°N 23.7431°E / 37.9748; 23.7431

Αίθουσα τελετών

Το Σαρόγλειο Μέγαρο βρίσκεται επί των οδών Βασιλίσσης Σοφίας και Ρηγίλλης στην Αθήνα. Ανατολικά του κτηρίου βρίσκεται το Βυζαντινό και Χριστιανικό Μουσείο, βόρεια το Μουσείο Κυκλαδικής Tέχνης, και νότια συνορεύει με το περίφημο Λύκειο του Αριστοτέλη. Διώροφο Νεομπαρόκ κτήριο, χαρακτηριστικό δείγμα εκλεκτικισμού. Σχεδιάστηκε από τον αρχιτέκτονα Αλέξανδρο Νικολούδη και έχει εμβαδό 8.270 τετραγωνικά μέτρα. Η ονομασία του προήλθε από τον μεγάλο Εθνικό Ευεργέτη Αξιωματικό Πέτρο Σάρογλο. Στο εσωτερικό του μεγάρου στεγάζεται η Λέσχη Αξιωματικών Ενόπλων Δυνάμεων (Λ.Α.Ε.Δ).

Η διαθήκη του Πέτρου Σάρογλου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η διαθήκη του Πέτρου Σάρογλου η οποία είχε συνταχθεί το 1909 από τον ίδιο, εκτός από συλλογές πινάκων, όπλων, νομισμάτων και κοσμημάτων περιείχε μετρητά για την κατασκευή της Γενικής Λέσχης Αξιωματικών Ξηράς και θαλάσσης όπως ονομαζόταν τότε η ΛΑΕΔ. Το 1933 το κτίριο κατασκευάστηκε σε οικόπεδο εμβαδού 2.425,95 τ.μ., το οποίο αγοράστηκε το 1928 από την τότε Αεροπορική Άμυνα και ως ανταπόδοση της προσφοράς του ονομάστηκε Σαρόγλειο Μέγαρο.

Κατασκευή κτιρίου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι διαδικασίες ανεγέρσεως του κτιρίου άρχισαν το 1928 και την 29η Φεβρουαρίου 1928 ανατέθηκε η μελέτη στον αρχιτέκτονα Αλέξανδρο Νικολούδη απόφοιτου της γαλλικής Σχολής Καλών Τεχνών (École des Beaux-Arts). Τον Οκτώβριο του 1928 ο αρχιτέκτων Νικολούδης παρουσίασε σε προσχέδιο στη Διοικούσα Επιτροπή, την μελέτη του κτιρίου. Τα τελικά σχέδια του αρχιτέκτονα εγκρίθηκαν από την ΔΕ την 13η Μαΐου 1929. Στις 24 Ιουνίου 1929 προσλήφθηκαν για μεν την στατική μελέτη ο μηχανικός Αχιλλέας Καρράς, για δε την επίβλεψη του έργου ο αρχιτέκτονας - μηχανικός Γάστωνας Ζιλλιερός. Στις 2 Αυγούστου 1929 το έργο της ανέγερσης του κτιρίου ανατέθηκε σε κατασκευαστική εταιρία και ξεκίνησε η κατασκευή του. Δεν υπάρχει στα πρακτικά των συνεδριάσεων η ακριβής ημερομηνία περατώσεως του κτιρίου, αλλά όπως προκύπτει από αυτά, πρέπει να έγινε η εγκατάσταση και λειτουργία της Λέσχης στο νέο κτίριο περί το τέλος Απριλίου του 1932 με πιθανή συνέχιση ορισμένων εργασιών για την πλήρη αποπεράτωση της, η οποία οριοθετείται σύμφωνα πάντα με τα πρακτικά τη ΔΕ, περί το τέλος του 1932 η τις αρχές του 1933. Ο θεμέλιος λίθος του μεγάρου τέθηκε με ανάλογη τυπική θρησκευτική τελετή, την 11η Νοεμβρίου 1929.

Το Κτίριο μέσα στο χρόνο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 1992 η εξωτερική όψη του κτιρίου ανακαινίστηκε από το ΓΕΝ, ενώ το 1999 υπέστη σοβαρές ζημιές, συνέπεια του μεγάλου σεισμού της 7ης Σεπτεμβρίου στην Αθήνα, καθώς Χρειάστηκαν 5 χρόνια για την αποκατάσταση και τη ριζική ανακαίνιση του. Το 2004 άνοιξε ξανά τις πόρτες του και συνέχισε να λειτουργεί ως Λέσχη αξιωματικών.

Εσωτερικό του Μεγάρου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Σάρογλος, λάτρης της τέχνης, κληροδότησε στη ΛΑΕΔ σειρά έργων ζωγραφικής που αποτελείται από 86 πίνακες σπουδαίων Ελλήνων και ξένων ζωγράφων όπως του Λύτρα, του Γύζη, του Προσαλέντη κ.α. Επίσης φιλοξενείται πολύτιμη συλλογή όπλων που κοσμούν το Μουσείο αλλά και διάφορους χώρους της Λέσχης.

Εκτός από μουσείο η Λέσχη περιλαμβάνει ακόμη αίθουσες συνεδρίων, εκδηλώσεων, ψυχαγωγίας, παροχήε διαδικτύου καθώς και Βιβλιοθήκη, αναγνωστήριο, εστιατόριο, καφέ, ζαχαροπλαστείο και κουρείο ώστε να εξυπηρετεί εν ενεργεία και αποστράτους αξιωματικούς των ενόπλων δυνάμεων.

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Δημήτρης Φιλιππίδης: «Νεοελληνική Αρχιτεκτονική», Εκδόσεις Μέλισσα, Αθήνα 1984.

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]