Σαντζάκι του Όρους του Λιβάνου

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Σαντζάκι του Όρους του Λιβάνου
18611918
Mount Lebanon, Ottoman Syria 1914.png
ΧώραΟθωμανική Αυτοκρατορία
ΠρωτεύουσαΝτέιρ ελ Καμάρ

Το σαντζάκι του Όρους του Λιβάνου (τουρκικά: Cebel-i Lübnan Sancağı),[1] γνωστό και ως μουτεσαριφλίκι του Όρους του Λιβάνου (αραβικά: متصرفية جبل لبنان, αγγλικά: Mount Lebanon Mutasarrifate)[2][3][4] ήταν μια από τις υποδιαιρέσεις της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας μετά τη μεταρρύθμιση του Τανζιμάτ. Μετά το 1861 υπήρχε ένα αυτόνομο Όρος του Λιβάνου με χριστιανό μουτεσαρίφη, το οποίο είχε δημιουργηθεί ως πατρίδα των Μαρωνιτών υπό την ευρωπαϊκή διπλωματική πίεση μετά τις σφαγές του 1860.

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Υπόβαθρο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Καθώς η Οθωμανική Αυτοκρατορία άρχισε να παρακμάζει, η διοικητική δομή βρισκόταν υπό πίεση. Μετά από συνεχείς εχθροπραξίες και μάχες μεταξύ Μαρωνιτών και Δρούζων, οι εκπρόσωποι των ευρωπαϊκών δυνάμεων πρότειναν στον σουλτάνο Αμπντούλ Μετζίτ Α΄ να χωριστεί το Λίβανο σε τμήματα Χριστιανών και Δρούζων. Η Υψηλή Πύλη τελικά αναγκάστηκε να παραιτηθεί από τα σχέδιά της για την άμεση κυριαρχία του Λιβάνου και στις 7 Δεκεμβρίου 1842 ο σουλτάνος ​​ενέκρινε την πρόταση του πρίγκιπα Μέττερνιχ και ζήτησε από τον Ασαντ Πασά, τον κυβερνήτη (βαλή) της Βηρυτού να χωρίσει το Όρος Λίβανος σε δύο περιοχές: μια βόρεια περιοχή με διοικητή Χριστιανό καϊμακάμη και μια νότια περιοχή με διοικητή Δρούζο καϊμακάμη, και οι δύο εκλέγονται μεταξύ των φυλετικών ηγετών. Και οι δύο αξιωματούχοι έπρεπε να δίνουν αναφορά στον κυβερνήτη της Σιδώνας, ο οποίος κατοικούσε στη Βηρυτό.[5][6]

Εμφύλιος πόλεμος 1860[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στις 22 Μαΐου 1860, μια μικρή ομάδα Μαρωνιτών άνοιξε πυρ προς μια ομάδα Δρούζων στην είσοδο της Βηρυτού, σκοτώνοντας έναν και τραυματίζοντας δύο. Αυτό προκάλεσε ένα χείμαρρο βίας που σάρωσε το Λίβανο. Σε μόλις τρεις ημέρες, από τις 29 έως τις 31 Μαΐου, 60 χωριά καταστράφηκαν κοντά στη Βηρυτό.[5] 33 Χριστιανοί και 48 Δρούζοι σκοτώθηκαν.[7] Μέχρι τον Ιούνιο οι ταραχές είχαν εξαπλωθεί στις «μικτές» γειτονιές του νότιου Λιβάνου και του Αντιλιβάνου, στη Σιδώνα, τη Χασμπάγια, την Ρασγάγια, το Ντέιρ ελ Καμάρ και το Ζαλέ. Οι Δρούζοι αγρότες έκαναν πολιορκία σε καθολικά μοναστήρια και αποστολές, έκαψαν και σκότωσαν τους μοναχούς.[5] Η Γαλλία παρενέβη εξ ονόματος του τοπικού χριστιανικού πληθυσμού και η Μεγάλη Βρετανία εξ ονόματος των Δρούζων μετά τις σφαγές, στις οποίες σκοτώθηκαν πάνω από 10.000 χριστιανοί.[8][9]

Καθεστώς αυτονομίας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στις 5 Σεπτεμβρίου 1860 συναντήθηκε μια διεθνής επιτροπή αποτελούμενη από τη Γαλλία, τη Βρετανία, την Αυστρία, την Πρωσία, τη Ρωσία και την Οθωμανική Αυτοκρατορία, για να διερευνήσει τα αίτια των γεγονότων του 1860 και να συστήσει ένα νέο διοικητικό και δικαστικό σύστημα για το Λίβανο που θα εμπόδιζε την επανάληψη τέτοιων εκδηλώσεων. Στο «Règlement Organique» του 1861, το όρος Λίβανος διαχωρίστηκε αρχικά από τη Συρία και επανενώθηκε με διοικητή μη Λιβανέζο Χριστιανό μουτεσαρίφη (κυβερνήτη) διορισμένο από τον Οθωμανό σουλτάνο, με την έγκριση των ευρωπαϊκών δυνάμεων. Το όρος Λίβανος έγινε ημιαυτόνομη περιοχή.[10][11] Το Σεπτέμβριο του 1864, το καθεστώς έγινε μόνιμο.[10][12][13] Ο μουτεσαρίφης έπρεπε να επικουρείται από ένα διοικητικό συμβούλιο δώδεκα μελών από τις διάφορες θρησκευτικές κοινότητες του Λιβάνου. Κάθε μία από τις έξι θρησκευτικές ομάδες που κατοικούσαν στο Λίβανο (Μαρωνίτες, Δρούζοι, Σουνίτες, Σιίτες, Ελληνορθόδοξοι και Μελχίτες) εξέλεξαν δύο μέλη στο συμβούλιο.[9][10] Το συγκεκριμένο καθεστώς διήρκεσε από το 1861 μέχρι το 1918, αν και καταργήθηκε de facto από τον Τζεμάλ Πασά (ένας από τους «Τρεις Πασάδες» της οθωμανικής ηγεσίας κατά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο) το 1915, ο οποίος έπειτα διόρισε δικούς του κυβερνήτες.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Osmanlı Devleti’nde Sosyoekonomik Yapısıyla Öne Çıkan Vilayet ve Sancakların Kamu Maliyesindeki Yeri ve Önemi (1325-1327/1909-1912) σελ. 206, dergiler.sgb.gov.tr
  2. Fisk, Robert; Debevoise, Malcolm; Kassir, Samir (2010). Beirut. University of California Press. σελ. 94. ISBN 978-0-520-25668-2. 
  3. Salwa C. Nassar Foundation (1969). Cultural resources in Lebanon. Beirut: Librarie du Liban. σελ. 74. 
  4. Winslow, Charles (1996). Lebanon: war and politics in a fragmented society. Routledge. σελ. 291. ISBN 978-0-415-14403-2. 
  5. 5,0 5,1 5,2 Lutsky, Vladimir Borisovich (1969). «Modern History of the Arab Countries». Progress Publishers. Ανακτήθηκε στις 12 Νοεμβρίου 2009. 
  6. United States Library of Congress - Federal Research Division (2004). Lebanon A Country Study. Kessinger Publishing. σελ. 264. ISBN 978-1-4191-2943-8. 
  7. Ceasar E. Farah (2000). Politics of Interventionism in Ottoman Lebanon, 1830-1861. I.B.Tauris. σελ. 564. ISBN 978-1-86064-056-8. Ανακτήθηκε στις 30 Ιουνίου 2013. 
  8. Fawaz, Leila Tarazi (1995). Occasion for War: Civil Conflict in Lebanon and Damascus in 1860 (illustrated έκδοση). I.B.Tauris & Company. σελ. 320. ISBN 978-1-86064-028-5. 
  9. 9,0 9,1 U.S. Library of Congress. «Lebanon - Religious Conflicts». countrystudies.us. Ανακτήθηκε στις 23 Νοεμβρίου 2009. 
  10. 10,0 10,1 10,2 Lutsky, Vladimir Borisovich. «Modern History of the Arab Countries, sections 11-12». 
  11. The Origins of the Lebanese National Idea, 1840-1920, p. 99. Carol Hakim, University of California Press, 2013. (ISBN 9780520273412)
  12. Encyclopedia of the Ottoman Empire, p. 414. Gabor Agoston, Bruce Masters, Infobase Publishing, 2009. (ISBN 9781438110257)
  13. The Arabs of the Ottoman Empire, 1516-1918: A Social and Cultural History, pp. 181-182. Bruce Masters, Cambridge University Press, 2013. (ISBN 978-1-107-03363-4)

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]