Σαλαμοποίηση

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Η σαλαμοποίηση ή τακτική του σαλαμιού[1] είναι μια διαίρει και βασίλευε διαδικασία με απειλές και συμμαχίες που χρησιμοποιούνται για να υπερνικήθει ή ακόμα και να εξαλειφθεί η αντιπολίτευση. Με αυτή, ο επιτιθέμενος μπορεί να επηρεάσει και τελικά να κυριαρχήσει σε ένα περιβάλλον, συνήθως πολιτικό, κομμάτι προς κομμάτι. Με αυτό τον τρόπο, η αντιπολίτευση εξαλείφεται "φέτα-φέτα", μέχρι που αντιλαμβάνεται κανείς (πλέον πολύ αργά) ότι χάθηκε στο σύνολό της. Σε ορισμένες περιπτώσεις περιλαμβάνει τη δημιουργία διάφορων φατριών μέσα στο αντίπαλο στρατόπεδο (π.χ. πολιτικό κόμμα) και μετά τη διάλυση αυτού εκ των έσω, χωρίς να προκαλεί τις άλλες "φέτες" ή την κοινή γνώμη να διαμαρτυρηθούν. Η τακτική του σαλαμιού είναι πιο πιθανό να πετύχει, όταν οι δράστες κρατούν το αληθινό μακροπρόθεσμο κίνητρο κρυφό και διατηρούν μια στάση συνεργατικότητας και βοήθειας, ενώ ασχολούνται με την επιθυμούμενη σταδιακή ανατροπή.

Προέλευση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο όρος τακτική του σαλαμιού (ουγγρικά: szalámitaktika‎) επινοήθηκε στα τέλη της δεκαετίας του 1940 από τον ορθόδοξο κομμουνιστή ηγέτη Mátyás Rákosi για να περιγράψει τις δράσεις του Ουγγρικού Κομμουνιστικού Κόμματος.[2][3]  Ο Rákosi ισχυρίστηκε ότι κατάστρεψε τα μη κομμουνιστικά κόμματα "κόβοντάς τα σαν φέτες σαλάμι".[3] Με την προβολή των αντιπάλων του ως φασίστες (ή τουλάχιστον συμπαθούντες προς το φασισμό), ήταν σε θέση να "κόψει" από την πολιτική σκηνή αρχικά τη δεξιά πτέρυγα, στη συνέχεια τους κεντρώους, μετά τους πιο θαρραλέους και φιλελεύθερους αριστερούς, μέχρι που μόνο οι συνοδοιπόροι, δηλαδή οι φίλα προσκείμενοι στους κομμουνιστές πολιτικοί, παρέμειναν στην εξουσία μαζί με το πλέον πανίσχυρο ΚΚΟ.[3][4]

Αποσπασματική στρατηγική[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο όρος είναι, επίσης, γνωστός και ως "αποσπασματική στρατηγική". Χρησιμοποιήθηκε από το Ναζιστικό Κόμμα (το οποίο χρησιμοποίησε τον όρο Gleichschaltung) για να επιτευχθεί η απόλυτη εξουσία στη Γερμανία, στην αρχή, τους πρώτους μήνες του 1933. Ο Εμπρησμός του Ράιχσταγκ στις 27 Φεβρουαρίου ταρακούνησε τον πληθυσμό της Γερμανίας και οδήγησε στο Διάταγμα για την προστασία του Λαού και του Κράτους, που οδήγησε στην αναστολή πολλών πολιτικών ελευθεριών και την απαγόρευση του Κομμουνιστικού Κόμματος και των σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων. Περίπου 10.000 άνθρωποι συνελήφθησαν, σε δύο εβδομάδες. Ο Εξουσιδοτικός Νόμος ακολούθησε σύντομα στις 23 Μαρτίου. Ο νόμος έδωσε στο Χίτλερ πλήρη εξουσία, η οποία του επέτρεψε να παρακάμψει το Ράιχσταγκ και να εδραιώσει την εξουσία του. Ο Χίτλερ και οι Ναζί, στη συνέχεια, απαγόρευσαν κάθε είδος αντιπολίτευσης, όπως τα συνδικάτα και τα πολιτικά κόμματα, πλην του Ναζιστικού. Ίδρυσαν οργανώσεις όπου η συμμετοχή ήταν υποχρεωτική, όπως η Χιτλερική Νεολαία, η Bund Deutscher Mädel και η Arbeitsdienst. Η Εξουσιοδοτική Πράξη ανανεώθηκε το 1937 και 1941.

Στις 26 Απριλίου του 1942, το Ράιχσταγκ πέρασε ένα νόμο που έκανε τον Χίτλερ oberster Gerichtsherr, ήτοι ανώτατο δικαστή της χώρας, δίνοντάς του απόλυτη εξουσία πάνω σε κάθε πολίτη, ο οποίος επέκτεινε ουσιαστικά την Εξουσιοδοτική Πράξη για το υπόλοιπο του πολέμου.[5]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Slantchev, Branislav. «Deterrence and Compellence» (PDF). ucsd.edu. University of California at San Diego. Ανακτήθηκε στις 18 Ιανουαρίου 2018. 
  2. Bullock, Alan, edited by Alan Bullock and Oliver Stallybrass The Harper dictionary of modern thought, Harper & Row, 1977.
  3. 3,0 3,1 3,2 Time Magazine. "Hungary: Salami Tactics" Time Magazine (April 14, 1952). Retrieved March 15, 2011
  4. Safire, William, Safire's Political Dictionary, Oxford University Press, 2008 (revised), p.639, (ISBN 0-19-534334-4), (ISBN 978-0-19-534334-2).
  5. William Shirer, The Rise and Fall of the Third Reich. Touchstone Edition, Simon & Schuster, New York (1990)