Σαιντ-Ομέρ (Πα-ντε-Καλαί)

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Συντεταγμένες: 50°44′54″N 2°15′39″E / 50.74833°N 2.26083°E / 50.74833; 2.26083

Σαιντ-Ομέρ
Saint-Omer 22-09-2008 14-59-49.JPG
Blason ville fr Saint-Omer.svg
Έμβλημα
ΧώραΓαλλία
Διοικητική υπαγωγήΠα-ντε-Καλαί και Διαμέρισμα του Σαιντ-Ομέρ
Ταχυδρομικός κώδικας62500[1]
Κωδικός Κοινότητας62765[2]
Πληθυσμός14 782 (1  Ιανουαρίου 2017)[3]
Έκταση16,4 km²[4]
Ζώνη ώραςUTC+01:00 (επίσημη ώρα)
UTC+02:00 (θερινή ώρα)
Τοποθεσία στο χάρτη
Τοποθεσία στο χάρτη
Σαιντ-Ομέρ
50°44′54″N 2°15′39″E
Ιστότοποςhttp://www.ville-saint-omer.fr
Commons page Σχετικά πολυμέσα
Σελίδα στο Twitter

Το Σαιντ-Ομέρ (Γαλλικά: Saint-Omer) είναι γαλλική κοινότητα στο νομό Πα-ντε-Καλαί στην περιοχή Ω-ντε-Φρανς, στα βόρεια της Γαλλίας, μία από τις υπονομαρχίες του νομού.

Με πληθυσμό 14.782 κατοίκους το 2017, είναι η 11η μεγαλύτερη πόλη στο Πα-ντε-Καλαί. Είναι επίσης η πιο πυκνοκατοικημένη πόλη στην ευρύτερη αστική της περιοχή, η οποία το 2015 είχε 91.256 κατοίκους.

Η κεντρική γεωγραφική θέση σε σχέση με τις κύριες βόρειες πόλεις (Λιλ, Αράς, Λανς, Βουλώνη, Καλαί και Δουνκέρκη) δίνει στην κοινότητα μια σημαντική θέση σε περιφερειακή κλίμακα.

Οι κάτοικοι αποκαλούνται Ωντομαρουά (ζ).[5]

Περιγραφή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κεντρικός δρόμος στο Σαιντ-Ομέρ

Το Σαιντ-Ομέρ είναι μια μικρή πόλη που βρίσκεται στο βορά της Γαλλίας, στο νομό Πα-ντε-Καλαί στην περιοχή Ω-ντε-Φρανς. Απέχει περίπου 35 χλμ. από το Καλαί και την Μπετύν, 63 χλμ. από το Αράς (πρωτεύουσα του νομού), 57 χλμ. από τη Λιλ και 211 χλμ. από το Παρίσι.

Είναι υπονομαρχία του νομού και διασχίζεται από τον ποταμό Αα από νοτιοδυτικά προς βορειοανατολικά, καθώς αυτός κατευθύνεται προς τις εκβολές του στη Βόρεια Θάλασσα. Τα πρώτα κανάλια του ποταμού δημιουργήθηκαν από περίπου το 1165 από τον κόμη της Φλάνδρας Βαλδουίνο Ζ΄. Έτσι, ο ποταμός έγινε πλεύσιμος από το Σαιντ-Ομέρ έως τη θάλασσα, ενώ στον Μεσαίωνα, η κοινότητα Γκραβελίν ήταν το εξωτερικό λιμάνι της πόλης.

Ωστόσο, τα νερά ακολουθούν πολύπλοκες διακλαδώσεις λόγω του χαμηλού υψομέτρου της πόλης, που βρίσκεται στο ίδιο σχεδόν επίπεδο με τη θάλασσα, γεγονός που καθιστά δύσκολη τη φυσική ροή του νερού και τα εδάφη καλύπτονται σε μεγάλο βαθμό με έλη. Η περιοχή διασχίζεται από πολλά κανάλια που κατασκευάστηκαν και συντηρήθηκαν για αιώνες, με πολλές υδραυλικές κατασκευές για να αποτρέπουν τις πλημμύρες ρυθμίζοντας την πορεία του ποταμού Αα σύμφωνα με το παλιρροιακό καθεστώς της Βόρειας Θάλασσας.

Υπάρχουν δύο λιμάνια έξω από την πόλη και ένα άλλο εντός των ορίων της. Το Σαιντ-Ομέρ έχει μεγάλους δρόμους και ευρύχωρες πλατείες.

Η συνολική έκταση της πόλης είναι 16,4 χμ². Το χαμηλότερο σημείο της είναι 0 μέτρα πάνω από τη στάθμη της θάλασσας και το υψηλότερο είναι στα 27 μέτρα.

Η πόλη αποτελεί τμήμα του Περιφερειακού φυσικού πάρκου των ακρωτηρίων και ελών της ακτής Οπάλ, του οποίου είναι η πιο πυκνοκατοικημένη κοινότητα. Η γεωργία και η φύση κατέχουν σημαντική θέση στην περιοχή που έχει πολύπλοκη υδρογραφία και λίμνες που ταξινομούνται ως εθνικό φυσικό καταφύγιο. Η πόλη έχει πολλά καταστήματα, δραστηριότητες αναψυχής και υπηρεσίες, εξαρτάται δε σε μεγάλο βαθμό από την κοινότητα Αρκ και ιδίως από το εργοστάσιο κρυστάλλων Arc International, τον δεύτερο περιφερειακό ιδιωτικό εργοδότη. Είναι επίσης μια πόλη με πλούσιο παρελθόν, έχοντας πολλά μνημεία του παρελθόντος. Η αρχιτεκτονική κληρονομιά και η κοντινή απόσταση με την Αγγλία, το Βέλγιο και την Ολλανδία συμβάλλουν στον τοπικό τουρισμό.

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο γοτθικός πύργος του 13ου αιώνα της εκκλησίας Σαιν Ντενί

Το Σαιντ-Ομέρ εμφανίστηκε για πρώτη φορά σε γραπτά του 7ου αιώνα με το όνομα Sithiu (Sithieu ή Sitdiu), γύρω από το μοναστήρι Σαιν-Μπερτέν που ιδρύθηκε με πρωτοβουλία του Οντομάρ ή Ομέρ.

Τον 9ο αιώνα, το χωριό που μεγάλωσε γύρω από το μοναστήρι πήρε το όνομα του Αγίου Ομέρ. Οι Βίκινγκς λεηλάτησαν τον τόπο περίπου το 860 και 880. Δέκα χρόνια αργότερα, η πόλη και το μοναστήρι είχαν χτίσει οχυρωμένα τείχη και ήταν ασφαλείς από πιθανή νέα επίθεσή τους.

Το Σαιντ-Ομέρ βρίσκεται στα σύνορα των εδαφών που συχνά αμφισβητήθηκαν από Γάλλους, Φλαμανδούς, Άγγλους και Ισπανούς, και για το μεγαλύτερο μέρος της ιστορίας του συνέχισε να υπόκειται σε πολιορκίες και στρατιωτικές εισβολές.

Το 932 ο Αρνούλφος Α΄ της Φλάνδρας κατέκτησε την κομητεία του Αρτουά και το Σαιντ-Ομέρ (Sint-Omaars στα ολλανδικά) έγινε μέρος της κομητείας της Φλάνδρας για τους επόμενους τρεις αιώνες.

Η πλακόστρωτη οδός Σαιν-Μπερτέν με τα παλιά Λύκεια της πόλης

Στο Σαιντ-Ομέρ αναπτύχθηκε η βιομηχανία κλωστοϋφαντουργίας και η κοινότητα άνθισε τον 12ο και 13ο αιώνα. Το 1127 η πόλη έλαβε μία χάρτα προνομίων από τον κόμη Γουλιέλμο Κλίτο και έτσι έγινε η πρώτη πόλη στη Δυτική Φλάνδρα με αστικά δικαιώματα. Αργότερα η πόλη έχασε την ηγετική της θέση στον κλάδο της κλωστοϋφαντουργίας από την Μπρυζ. Μετά τον μυστηριώδη θάνατο του κόμη Βαλδουίνου Α', η κομητεία της Φλάνδρας αποδυναμώθηκε. Το 1214 ο Φίλιππος Β΄ της Γαλλίας συνέλαβε την κόρη του Βαλδουίνου, Ιωάννα και τον σύζυγό της Φερδινάνδο της Φλάνδρας, και τους ανάγκασε να υπογράψουν τη Συνθήκη του Πον-α-Βεντέν, με την οποία το Αρτουά παραδόθηκε στη Γαλλία. Ο Φερδινάνδος δεν το παραδέχθηκε ποτέ και συμμάχησε με τον Αυτοκράτορα Όθωνα Δ΄ και τον Ιωάννη, βασιλιά της Αγγλίας, επιτέθηκαν στον Φίλιππο Β' στο Μπουβίν, αλλά ηττήθηκαν. Παρά τον πολιτικό διαχωρισμό για τα επόμενα 170 χρόνια, η πόλη παρέμεινε μέρος του οικονομικού δικτύου της Φλάνδρας.

Το 1340 διεξήχθη μια μεγάλη μάχη στα προάστια της πόλης μεταξύ ενός αγγλο-φλαμανδικού στρατού και ενός γαλλικού υπό τον Εύδη Δ΄ δούκα της Βουργουνδίας, στην οποία οι αγγλο-φλαμανδικές δυνάμεις αναγκάστηκαν να αποσυρθούν. Από το 1384, το Σαιντ-Ομέρ ήταν μέρος των Βουργουνδικών Κάτω Χωρών, από το 1482 των Αψβουργικών Κάτω Χωρών και από το 1581 έως το 1678 των Ισπανικών Κάτω Χωρών.

Οι Γάλλοι έκαναν μάταιες προσπάθειες να ανακαταλάβουν την πόλη μεταξύ 1551 και 1596. Κατά τη διάρκεια του Τριακονταετούς Πολέμου, οι Γάλλοι επιτέθηκαν το 1638 (υπό τον Καρδινάλιο Ρισελιέ) και ξανά το 1647. Τελικά το 1677, μετά από πολιορκία δεκαεπτά ημερών, ο Λουδοβίκος ΙΔ' ανάγκασε πόλη σε συνθηκολόγηση. Η ειρήνη του Ναϊμέχεν που υπεγράφη το φθινόπωρο του 1678 επιβεβαίωσε μόνιμα την κατάκτηση και την προσάρτησή της από τη Γαλλία. Το 1711, το Σαιντ-Ομέρ πολιορκήθηκε από τους Άγγλους υπό τον δούκα του Μάλμπορο. Στα πρόθυρα της παράδοσης εξαιτίας του λιμού, η Ζακλίν Ρομπέν διακινδύνευσε τη ζωή της για να φέρει τρόφιμα στην πόλη, στη μνήμη της το 1884 ένα μεγάλο άγαλμα ανεγέρθηκε μπροστά από τον καθεδρικό ναό.[6]

Ο σιδηροδρομικός σταθμός

Ο 19ος αιώνας ήταν μια περίοδος αστικής και οικονομικής ανάπτυξης, με την άφιξη του σιδηροδρόμου το 1848. Αλλά η πόλη δεν επηρεάστηκε ιδιαίτερα από τη βιομηχανική επανάσταση. Η Μεγάλη πλατεία (Grand'Place) σχεδιάστηκε σύμφωνα με τα σχέδια του αρχιτέκτονα Lefranc, ένα νέο δημαρχείο και θέατρο ιταλικού στιλ χτίστηκε με τις πέτρες του παλιού μοναστηριού Σαιν-Μπερτέν, καθώς και σχολή μουσικής, σχολή καλών τεχνών και μια βιβλιοθήκη. Οι οχυρώσεις καταστράφηκαν εν μέρει για να δημιουργηθεί χώρος για λεωφόρους. Το μόνο που απομένει από τις οχυρώσεις είναι ο δημόσιος κήπος σε γαλλικό ύφος 20 στρεμμάτων με δενδρολογικό κήπο, που δημιουργήθηκε το 1894 δίπλα στον καθεδρικό ναό.

Ο σιδηροδρομικός σταθμός χτίστηκε το 1904, αντικαθιστώντας τον πρώτο σταθμό που θεωρήθηκε πολύ μικρός. Το κεντρικό τμήμα του σταθμού εξοπλισμένο με κωδωνοστάσιο από σφυρήλατο σίδερο καταστράφηκε κατά τη διάρκεια του Β' Παγκοσμίου Πολέμου.

Το γερμανικό οχυρό του Επερλέκ, 1943

Κατά τη διάρκεια των δύο παγκόσμιων πολέμων, η πόλη υπέστη σοβαρές ζημιές. Κατά τη διάρκεια του Α 'Παγκοσμίου Πολέμου στις 8 Οκτωβρίου 1914, η βρετανική Βασιλική Πολεμική Αεροπορία (RFC) εγκατέστησε το αρχηγείο της στο Σαιντ-Ομέρ. Για τα επόμενα τέσσερα χρόνια, η πόλη ήταν το επίκεντρο όλων των δραστηριοτήτων της RFC στον τομέα. Παρόλο που το Σαιντ-Ομέρ χρησιμοποιήθηκε μόνο ως στρατόπεδο διέλευσης πριν προχωρήσουν σε άλλες τοποθεσίες, η βάση αναπτύχθηκε σημαντικά καθώς αύξησε την υλικοτεχνική υποστήριξή της στην αεροπορία. Κατά τον Β' Παγκόσμιο πόλεμο, στην περιοχή κατασκευάστηκε από το στρατό της ναζιστικής Γερμανίας το 1942 οχυρωματικές εγκαταστάσεις, το οχυρό του Επερλέκ και το 1943 ο θόλος του Ελφώ. Αυτά τα οχυρά, τα οποία αρχικά προορίζονταν να χρησιμεύσουν ως βάσεις εκτόξευσης πυραύλων V2, βομβαρδίστηκαν από τον συμμαχικό στρατό και δεν χρησιμοποιήθηκαν ποτέ. Η πόλη απελευθερώθηκε στις 5 Σεπτεμβρίου 1944 από το 1ο Πολωνικό Τεθωρακισμένο τάγμα.

Μνημεία και τουριστικά μέρη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο καθεδρικός ναός του Σαιντ-Ομέρ
Ο δημόσιος κήπος του Σαιντ-Ομέρ
  • Το 997, το Σαιντ-Ομέρ χαρακτηρίστηκε ως «πόλη της Τέχνης και της Ιστορίας».
  • Η Βασιλική της Παναγίας των Θαυμάτων, καθεδρικός ναός της πόλης. Ένα μικρό αρχικό εκκλησάκι του 7ου αιώνα, διευρύνθηκε και μετατράπηκε σε συλλογική εκκλησία μεταξύ του 12ου και του 16ου αιώνα. Το 1561 έγινε καθεδρικός ναός. Στο εσωτερικό βρίσκεται το κενοτάφιο του Σαιντ-Ομέρ και ένας πίνακας του Ρούμπενς με την Αποκαθήλωση.
  • Η εκκλησία του Αγίου Διονυσίου. Γοτθική εκκλησία του 13ου αιώνα.
  • Η Εκκλησία του Αγίου Τάφου, ανεγέρθηκε προς τιμήν τριών ευγενών της περιοχής που συμμετείχαν στις Σταυροφορίες.
  • Τα ερείπια της Μονής του Σαιν Μπερτέν, που χτίστηκε μεταξύ 1325-1520 και καταστράφηκε το 1830.
  • Το παρεκκλήσι της Επισκοπικής Σχολής, σε φλαμανδικό στιλ, χτίστηκε μεταξύ 1605 και 1625.
  • Το Δικαστικό μέγαρο. Η πρώην επισκοπική κατοικία, που χτίστηκε μεταξύ 1680 και 1684, μετατράπηκε σε δικαστήριο το 1795 κατά τη διάρκεια της Γαλλικής Επανάστασης.
  • Το παλιό γενικό νοσοκομείο, που χτίστηκε το 1702.
  • Ο δημόσιος κήπος (20ός αιώνας) που βρίσκεται στην περιοχή των οχυρώσεων του Βωμπάν.
  • Η περιοχή Ω-Πον μια παλιά περιοχή με τυπικές προσόψεις, που διασχίζεται από το κανάλι Aα.

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]