Σάντα Τσετσίλια ιν Τραστέβερε

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Συντεταγμένες: 41°53′15.20″N 12°28′33.21″E / 41.8875556°N 12.4758917°E / 41.8875556; 12.4758917

Σάντα Τσετσίλια ιν Τραστέβερε
Basilica di Santa Cecilia in Trastevere
Santa cecilia in trastevere, esterno 02.jpg
Basilica di Santa Cecilia in Trastevere.jpg
Είδοςεκκλησία και ελάσσονα βασιλική
Αρχιτεκτονικήμπαρόκ αρχιτεκτονική
ΔιεύθυνσηPiazza di Santa Cecilia
Γεωγραφικές συντεταγμένες41°53′15″N 12°28′33″E
ΘρήσκευμαΚαθολικισμός[1]
Θρησκευτική υπαγωγήρωμαιοκαθολική επισκοπή της Ρώμης
Διοικητική υπαγωγήΡώμη
ΤοποθεσίαΤραστέβερε
ΧώραΙταλία[2]
Έναρξη κατασκευής5ος αιώνας
ΑρχιτέκτοναςΦερντινάντο Φούγκα
Προστασίαιταλικό πολιτισμικό αγαθό[3]
Ιστότοπος
Επίσημος ιστότοπος
Commons page Πολυμέσα

H Σάντα Τσετσίλια ιν Τραστέβερε (Αγία Καικιλία) στο διαμέρισμα (rione) του Τραστέβερε, ιταλ. Santa Caecilia in Trastevere, είναι μία εκκλησία του 5ου αι. στη Ρώμη, αφιερωμένη στην ομώνυμη μάρτυρα. Το γλυπτό της αγίας είναι έργο του Μαντέρνο και είναι ένα από τα πιο διάσημα του Μπαρόκ.

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η πρώτη εκκλησία στην περιοχή ιδρύθηκε μάλλον τον 3ο αι. από τον πάπα Ουρβανό Α΄ και αφιερώθηκε στη νεαρή Ρωμαία Καικιλία, που μαρτύρησε όπως λέγεται στην περίοδο του Αυτοκράτορα Αλεξάνδρου Σεβήρου (22-235). Η παράδοση φέρει ότι ο ναός κτίστηκε επάνω στον οίκο της Αγίας. Όταν έγιναν μερικές ανασκαφές κάτω από το παρεκκλήσιο των ιερών κειμηλίων, βρέθηκαν υπολείμματα μίας ρωμαϊκής οικίας της Πρώιμης Αυτοκρατορίας και ένα βαπτιστήριο, που συνδέεται με τον ναό. Η εκκλησία αναφέρεται το 499 στη Σύνοδο του πάπα Συμμάχου ως επίτιμη (titulus) Caeciliae, δηλ. υπάρχει καρδινάλιος-ιερέας, ένας από τους 28 της Ρώμης. Το 545 ο Πάπας Βιγίλιος εόρταζε τη μνήμη της Αγίας στον ναό, όταν τον συνέλαβε ο Αρτέμιος Σκρίμπο, απεσταλμένος της αυτοκράτειρας Θεοδώρας.

Ο Πάπας Πασχάλης Α΄ ξαναέκτισε την εκκλησία το 822 και μετέφερε εδώ το λείψανο της Αγ. Καικιλίας από τις κατακόμβες του Αγ. Καλλίστου. Άλλες επισκευές έγιναν τον 18ο αι.

Καρδινάλιοι ιερείς ήταν εδώ ο Πάπας Στέφανος Γ΄, ο Πάπας Μαρτίνος Δ΄, ο Πάπας Ιννοκέντιος Η΄, ο Πάπας Γρηγόριος ΙΔ΄, ο Τόμας Γουόλσεϋ, κ.ά. Στο δίπλα μοναστήρι ζει από το 1527 η κοινότητα των Βενεδικτίνων μοναζουσών.

Οι επιγραφές που βρέθηκαν στον ναό της Αγ. Καικιλίας, μία πολύτιμη πηγή που δείχνει την ιστορία του κτηρίου, συλλέχθηκαν και εκδόθηκαν από τον Βιντσέντσο Φορτσέλλα.

Τέχνη και αρχιτεκτονική[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η πρόσοψη του ναού κτίστηκε το 1725 από τον Φερντινάνντο Φούγκα. Η εμπρός αυλή είναι διακοσμημένη με αρχαία ψηφιδωτά, κίονες και έναν μαρμάρινο, μεγάλο κάνθαρο. Η πρόσοψη είναι διακοσμημένη με τον θυρεό και την αφιέρωση στον καρδινάλιο-ιερέα του ναού που πλήρωσε γι' αυτήν, τον Φραντσέσκο Ακουαβίβα ντ'Αραγκόνα.

Μεταξύ των τεχνουργημάτων που απέμειναν από το οικοδόμημα του 13ο αι. είναι μία τοιχογραφία, που αναπαριστά την Τελευταία Κρίση (1289-93) του Πιέτρο Καβαλλίνι στο χοροστάσιο των μοναζουσών και το κιβώριο (ουρανό της αγ. τράπεζας) του 1293 από τον Αρνόλφο ντι Κάμπιο. Το γοτθικό κιβώριο του ιερού αποτελείται από τέσσερις κίονες μαρμάρινους με λευκά και μαύρα νερά και είναι διακοσμημένο με αγαλματίδια αγγέλων, αγίων, προφητών και ευαγγελιστών.

Η νωπογραφία της Τελευταίας Κρίσης που παραμένει σήμερα, καλύπτει όλο το πλάτος του δυτικού τοίχου της εισόδου. Είναι μάλλον μέρος μίας σειράς σκηνών της Παλαιάς και της Νέας Διαθήκης του Καβαλλίνι, η οποία εκτεινόταν στον βόρειο και τον νότιο τοίχο, καθώς έχουν βρεθεί τμήματα της Ανάληψης (Κοίμησης) της Παρθένου και παραστάσεις από τον βίο του Ιακώβ. Οι νωπογραφίες επικαλύφθηκαν, όταν το 1724 ο Φραντσέσκο Ακουαβίβα αναδιαμόρφωσε τον χώρο, κτίζοντας ένα κιγκλίδωμα στο χοροστάσιο, το οποίο απέκοψε ένα τμήμα της Τελευταίας Κρίσης. Τη νωπογραφία, που ανακαλύφθηκε το 1900, μπορεί να δει κάποιος ορισμένες ώρες, αφού πληρώσει εισιτήριο στις Βενεδικτίνες μοναχές του ναού.

Το ημιθόλιο του ιερού έχει υπολείμματα ψηφιδωτού τού 9ου αι. και αναπαριστά τον Σωτήρα με τους Αγίους Παύλο, Καικιλία, Πασχάλιο Α΄ από τη μία μεριά και από την άλλη με τους Αγίους Πέτρο, Βαλεριανό και Αγάθη.

Η οροφή του παρεκκλησίου των Ποντσιάνι (cappella dei Ponziani) διακοσμήθηκε με τον Θεό Πατέρα με τους ευαγγελιστές (1470) του Αντόνιο ντελ Μασάρο (Αντόνιο ντα Βιτέρμπο ή ιλ Παστούρα). Το Παρεκκλήσιο των ιερών κειμηλίων έχει νωπογραφίες και περιέχει έναν πίνακα βωμού του Λουίτζι Βανβιτέλλι. Ο σηκός έχει νωπογραφία της Αποθέωσης της Αγ. Καικιλίας (1727) του Σεμπαστιάνο Κόνκα. Το ιερό περιέχει δύο πίνακες βωμού του Γκουίντο Ρένι: τους Αγίους Βαλεριανό και Καικιλία και τον Αποκεφαλισμό της Αγ. Καικιλίας (1603).

Κάτω από τον κύριο βωμό, με το κιβώριο του ντι Κάμπιο, υπάρχει υάλινη θήκη με το γλυπτό της Αγ. Καικιλίας (1600) της ύστερης Αναγέννησης του Στέφανο Μαντέρνο. Η μαρμάρινη πλάκα στο δάπεδο μπροστά από τη θήκη αναφέρει την με όρκο δήλωση του Μαντέρνο, ότι αντέγραψε το σώμα όπως το είδε, όταν ανοίχθηκε ο τάφος το 1599. Το γλυπτό δείχνει τις τρεις τσεκουριές, όπως περιγράφεται τον 5ο αι στον βίο της μάρτυρος. Υπογραμμίζει το άφθαρτο του σώματός της, χαρακτηριστικό αγιότητας, που με θαυμαστό τρόπο είχε ακόμη κρυμμένο αίμα, έπειτα από αιώνες. Το έργο μπορεί να θεωρηθεί πρώιμου Μπαρόκ, καθώς δεν αναπαριστά ιδεαλιστικά μία στιγμή ή την Αγία, αλλά με θεατρικό τρόπο τη ρεαλιστική σκηνή μίας αγίας που πεθαίνει. Είναι εντυπωσιακό, καθώς προηγείται δεκαετίες τα όμοια υψηλού Μπαρόκ γλυπτά του Τζαν Λορέντσο Μπερνίνι, όπως την Ευλογημένη Λουδοβίκα Αλμπερτόνι και του Μελχιόρε Καφά τη Σάντα Ρόζα ντε Λίμα.

Η κρύπτη είναι διακοσμημένη με μαρμαροθετήματα με την τεχνική των Κοσμάτι και περιέχει το λείψανο της Αγ. Καικιλίας και του συζύγου της Αγ. Βαλεριανού. Στο ιερό της κρύπτης υπάρχει υπόλειμμα βωμού, που η επιγραφή του δείχνει ότι αφιερώθηκε από τον πάπα Γρηγόριο Ζ΄ (1073-1085) το 1080.

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Jacobus Laderchius, S. Cæciliæ virg. et mart. acta et Transtyberina basilica 2 vols. (Roma: Pagliarini 1723).
  • Vincenzo Forcella, Inscrizioni delle chiese di Roma (Roma 1873), pp. 17-46. (The inscriptions found in the church)
  • Bertha Ellen Lovewell, The Life of St. Cecilia (Boston-New York-London: Lamson, Wolffe and Company, 1898).

Δείτε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Ανακτήθηκε στις 6  Ιανουαρίου 2021.
  2. (Γερμανικά, Αγγλικά, Γαλλικά, Ισπανικά, Ιταλικά) archINFORM. 10019. Ανακτήθηκε στις 31  Ιουλίου 2018.
  3. dati.beniculturali.it.