Σάντα Κρότσε ιν Τζερουζαλέμε

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση


Σάντα Κρότσε ιν Τζερουζαλέμε
Santa Croce in Gerusalemme
Santa croce di gerusalemme at Night.jpg
Είδοςελάσσονα βασιλική
Αρχιτεκτονικήμπαρόκ αρχιτεκτονική
Γεωγραφικές συντεταγμένες41°53′16″N 12°30′59″E
ΘρήσκευμαΚαθολικισμός[1]
Θρησκευτική υπαγωγήρωμαιοκαθολική επισκοπή της Ρώμης
Διοικητική υπαγωγήΡώμη[2]
ΤοποθεσίαΕσκουιλίνο
ΧώραΙταλία[2]
Έναρξη κατασκευής1758
Κατεδάφιση2011
Προστασίαιταλικό πολιτισμικό αγαθό[2]
Ιστότοπος
Επίσημος ιστότοπος
Commons page Πολυμέσα

H βασιλική του Τιμίου Σταυρού στην Ιερουσαλήμ, ιταλ. basilica di Santa Croce in Gerusalemme, latin. basilica Sanctae Crucis in Hierusalem είναι μία Ρωμαιο-Καθολική εκκλησία στο διαμέρισμα (rione) Εσκουιλίνο της Ρώμης. Είναι μία επίτιμη (titular) εκκλησία, δηλ. είναι μία από τις 28 με καρδινάλιο-ιερέα και μία από τις Επτά Προσκυνηματικές Εκκλησίες της Ρώμης.

Σύμφωνα με την παράδοση, η βασιλική καθαγιάστηκε περί το 325 για να στεγάσει τα ιερά κειμήλια του μαρτυρίου του Ιησού Χριστού, που έφερε στη Ρώμη από τους Αγίους Τόπους η Αγ. Ελένη, μητέρα του Αυτοκράτορα Κωνσταντίνου Α΄. Τότε το δάπεδο της βασιλικής καλύφθηκε με χώμα από την Ιερουσαλήμ, έτσι απέκτησε το όνομα στην Ιερουσαλήμ. Δεν είναι αφιερωμένη στον Τίμιο Σταυρό, που βρίσκεται στην Ιερουσαλήμ, αλλά η βασιλική η ίδια είναι στην Ιερουσαλήμ, με την έννοια ότι ένα μέρος (το χώμα του δαπέδου) από την Ιερουσαλήμ μεταφέρθηκε στη Ρώμη για την ίδρυση του ναού.

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κάποτε ήταν εδώ ο ναός του Ελ Γκαμπάλ ή Ανίκητου Ήλιου (Sol Invictus), του θεού του Αυτοκράτορα Ελεγάβαλου. Έπειτα έγινε το ανάκτορο Σεσοριάνο (palazzo Sessoriano) για την αυτοκράτειρα Αγ. Ελένη. Ένα δωμάτιό του μετατράπηκε σε παρεκκλήσιο το 320 και αργότερα γύρω του κτίστηκε η βασιλική.

Τα ιερά κειμήλια βρισκόταν στο παλαιό παρεκκλήσιο της Αγ. Ελένης, που είναι εν μέρη υπόγειο. Εδώ η ιδρύτρια της βασιλικής σκόρπισε χώμα από τον Γολγοθά. Μερικές δεκαετίες αργότερα το παρεκκλήσιο μετατράπηκε σε βασιλική, αποκαλούμενη της Ελένης (Heleniana) ή Σεσοριανή (Sessoriana). Τον 8ο αι. η βασιλική ανακαινίστηκε από τον πάπα Γρηγόριο Β΄. Έπειτα το κτήριο έπεσε σε αμέλεια ως το 1144-45, που ο Πάπας Λούκιος Β΄ το ανακαίνησε σε ρωμανικό ρυθμό, με σηκό, δύο κλίτη, κωδωνοστάσιο και πρόπυλο (νάρθηκα). Το δάπεδο των Κοσμάτι είναι από αυτή την περίοδο.

Στην αψίδα του ιερού το μωσαϊκό σχεδίασε ο Μελότσο ντα Φορλί πριν το 1485 και παριστά τον Ιησού να ευλογεί, Ιστορίες του Σταυρού και διαφόρους αγίους. Ο βωμός έχει ένα τεράστιο άγαλμα της Αγ. Ελένης, που έγινε με πρότυπο ένα αρχαίο άγαλμα της Ήρας (Juno), που είχε βρεθεί στην Όστια.

Η βασιλική έχει επίσης τροποποιηθεί τον 16ο αι., αλλά έλαβε την τωρινή Μπαρόκ εμφάνισή της υπό τον πάπα Βενέδικτο ΙΔ΄ (1740-58), που ήταν καρδινάλιός της πριν την άναδό του στο παπικό αξίωμα. Το 1601, κατά την πρώτη διαμονή του στη Ρώμη, ο Πέτερ Πάουλ Ρούμπενς εκτέλεσε την πρώτη του ανάθεση για πίνακα βωμού, την Αγ. Ελένη με τον Αληθή Σταυρό για το παρεκκλήσιο της Αγ. Ελένης. Αυτό έγινε ως εξής: στον Ρούμπενς ανατέθηκε από τον Αλβέρτο Ζ΄ αρχιδούκα της Αυστρίας να ζωγραφίσει έναν πίνακα βωμού με τρία τμήματα για το παρεκκλήσιο της Αγ. Ελένης. Δύο από αυτά, η Αγ. Ελένη με τον Αληθή Σταυρό και ο Εμπαιγμός του Χριστού, είναι τώρα στην πόλη Γκρας της Κυανής Ακτής. Το τρίτο, η Άναδος στον Σταυρό έχει χαθεί.

Νέοι δρόμοι έχουν ανοιχθεί για να συνδέσουν τη βασιλική με δύο μεγάλες βασιλικές της Ρώμης, τον Άγ. Ιωάννη του Λατερανού (βρίσκεται δυτικότερα) και τη Σάντα Μαρία Ματζόρε (πιο βορειο-δυτικά). Η πρόσοψη της βασιλικής σχεδιάστηκε από τον Πιέτρο Πασαλάκουα και τον Ντομένικο Γκρεγκορίνι σε τυπικό ρυθμό του ύστερου Μπαρόκ, όμοιο με αυτόν των δύο άλλων βασιλικών.

Στον 21ο αι.[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Νότια της βασιλικής εφάπτεται μία μονή, που ήταν συνδεδεμένη με τον ναό ως το 2011. Όμως δημιουργήθηκαν λειτουργικές διαφωνίες και τα σοβαρά προβλήματα έφεραν μία Αποστολική Επίσκεψη. Έπειτα από τη Συνάθροιση για τα Ιδρύματα της Καθαγιασμένης Ζωής και των Εταιρειών της Αποστολικής ζωής, εκδόθηκε διάταγμα που απέκοψε τη μονή. Σύμφωνα με έναν ομιλιτή από το Βατικανό, "η έρευνα βρήκε στοιχεία λειτουργικών και οικονομικών δυσαρμονιών, όπως επίσης και τρόπο ζωής που ίσως δεν συνάδει με αυτόν ενός μοναχού". Σύμφωνα με την εφημερίδα Il Messangero o ηγούμενος, που τον περιέγραφε ως "φανταχτερό πρώην σχεδιαστή μόδας από το Μιλάνο", μεταμόρφωσε την εκκλησία, ανακαίνισε το ετοιμόρροπο εσωτερικό της, άνοιξε ξενοδοχείο, οργάνωνε τακτικά κονσέρτα, έναν τηλεοπτικό μαραθώνιο ανάγνωσης της βίβλου και καλούσε διάσημους επισκέπτες με έναν μη συμβατό τρόπο.

Το παρεκκλήσιο των ιερών κειμηλίων[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αρκετά περίφημα κειμήλια, συζητήσιμης αυθεντικότητας, στεγάζονται στο Παρεκκλήσιο των Κειμηλίων, που κτίστηκε το 1930 από τον αρχιτέκτονα Φλορεστάνο Ντι Φάουστο. Τέτοια είναι: η πινακίδα του Σταυρού (titulusx Crucis) που φέρει επιγραφή και βρισκόταν επάνω στον Σταυρό, ωστόσο δεν αναφέρεται από τις πηγές των λογίων και θεωρείται μεσαιωνική πλαστογραφία· δύο αγκάθια από τον Ακάνθινο Στέφανο· μέρος ενός ήλου· ένα δάκτυλο (ο δείκτης) του Αγ. Θωμά και τρία μικρά τμήματα του Αληθή Σταυρού. Ένα μεγαλύτερο κομμάτι του Αληθή Σταυρού είχε μεταφερθεί από τον πάπα Ουρβανό Η΄ το 1629 στη βασιλική του Αγ. Πέτρου, όπου φυλάσσεται κοντά στο κολοσσιαίο άγαλμα της αυτοκράτειρας Αγ. Ελένης, που σκάλισε ο Αντρέα Μπόλτζι το 1639.

Άλλα έργα τέχνης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η αψίδα του ιερού περιλαμβάνει νωπογραφίες με τος Θρύλους του Αληθή Σταυρού, που αποδίδονται στον Μελότσο, Αντονιάτσο Ρομάνο και Μάρκο Παλμετσάνο. Το μουσείο της βασιλικής στεγάζει ένα ψηφιδωτό, που σύμφωνα με τον θρύλο ο Πάπας Γρηγόριος Α΄ (590-604) έφτιαξε, έπειτα από ένα όραμα με τον Χριστό. Πάντως η εικόνα πιστεύεται ότι δόθηκε περί το 1385 από τον ευγενή Ραϊμόνντο ντελ Μπάλτσο Ορσίνι. Αξιοσημείωτος είναι επίσης ο τάφος του καρδιναλίου Φρανθίσκο δε λος Άνχελες Κινιόνες, σκαλισμένος από τον Γιάκοπο Σανσοβίνο το 1536.

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Raimondo Besozzi, La storia della Basilica di Santa Croce in Gerusalemme (Roma: Generoso Salomoni 1750).
  • Marie-Théodore de Busierre, Les sept basiliques de Rome Tome second (Paris: Jacques Lecoffre 1846), pp. 157-178.
  • Paolo Coen, Le Sette Chiese (Rome: Newton Compton). [date missing]
  • Claudio Rendina, La Grande Enciclopedia di Roma (Rome: Newton Compton)[date missing]
  • Belkin, Kristin Lohse (1998). Rubens. Oxford Oxfordshire: Phaidon. pp. 63–6. ISBN 0-7148-3412-2.

Πινακοθήκη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Δείτε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Ανακτήθηκε στις 6  Ιανουαρίου 2021.
  2. 2,0 2,1 2,2 dati.beniculturali.it.