Ρόμπερτ Μπλουμ

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Ρόμπερτ Μπλουμ
Portrait of Robert Blum by August Hunger.jpg
Ο Ρόμπερτ Μπλουμ σε πίνακα του August Hunger μεταξύ 1845 και 1848
Γενικές πληροφορίες
Όνομα στη
μητρική γλώσσα
Robert Blum (Γερμανικά)
Γέννηση10  Νοεμβρίου 1807[1][2][3][4]
Κολωνία
Θάνατος9  Νοεμβρίου 1848[1][2][3][4]
Μπριγκίτεναου (δημοτικό διαμέρισμα)[5]
Αιτία θανάτουτυφεκισμός
Τόπος ταφήςJewish cemetery in Währing
Χώρα πολιτογράφησηςΒασίλειο της Πρωσίας
Εκπαίδευση και γλώσσες
Μητρική γλώσσαΓερμανικά
Ομιλούμενες γλώσσεςΓερμανικά[6]
Πληροφορίες ασχολίας
Ιδιότηταπολιτικός
βιβλιοθηκονόμος
επαναστάτης
συγγραφέας
Οικογένεια
ΣύζυγοςJenny Blum (από 1840)
ΤέκναΧανς Μπλουμ
Αξιώματα και βραβεύσεις
Αξίωμαμέλος του κοινοβουλίου της Φρανκφούρτης
Commons page Σχετικά πολυμέσα

Ο Ρόμπερτ Μπλουμ (γερμ. Robert Blum, 10 Νοεμβρίου 1807 - 9 Νοεμβρίου 1848) ήταν Γερμανός δημοκρατικός πολιτικός, δημοσιογράφος, ποιητής, εκδότης, επαναστάτης και μέλος της Εθνικής Συνέλευσης του 1848. Στον αγώνα του για μια ισχυρή, ενοποιημένη Γερμανία αντιτάχθηκε στον εθνοκεντρισμό και ισχυρή πεποίθησή του ήταν ότι κανείς δεν θα πρέπει να εξουσιάζει τον άλλο. Έτσι, αντιτάχθηκε στην πρωσική κατοχή της Πολωνίας και ήταν σε επαφή με τους επαναστάτες εκεί. Ο Μπλουμ ήταν αντίπαλος του αντισημιτισμού, υποστήριξε την σέκτα των «Γερμανών Καθολικών» και κινητοποίησε για την ισότητα των φύλων. Αν και απολάμβανε ασυλίας ως μέλος της Εθνοσυνέλευσης, συνελήφθη κατά τη διάρκεια παραμονής του στο ξενοδοχείο "Stadt London" στη Βιέννη και εκτελέστηκε για τον ρόλο του στις επαναστάσεις του 1848 στα γερμανικά κράτη .

Μνημείο στο «Fischmarkt» της Κολωνίας, όπου γεννήθηκε ο Ρόμπερτ Μπλουμ. Αναγράφει: «Γεννήθηκε εδώ στις 10 Νοεμβρίου 1807, τουφεκίστηκε στην Βιέννη στις 9 Νοεμβρίου 1848. Πεθαίνω για τη γερμανική ελευθερία, για την οποία αγωνίστηκα. Είθε η πατρίδα να με θυμάται»

Βιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Μπλουμ μεγάλωσε μέσα στη φτώχεια στην Κολωνία. Ήταν γιος ενός αποτυχημένου θεολόγου ζούσε φτωχά ως βαρελάς. Ήταν δέκα χρονών όταν μπόρεσε να πάει στο σχολείο. Μετά την βασική εκπαίδευση εργάστηκε ως τεχνίτης σε διάφορα επαγγέλματα. Απέτυχε ως μαθητευόμενος χρυσοχόος, αλλά ολοκλήρωσε μια μαθητεία ως κηπουρός. Μετά την πρακτική του, επέστρεψε στην Κολωνία για να εργαστεί σε εργοστάσιο λαμπτήρων. Ο εργοδότης του τον έβαλε να εργάζεται σε γραφείο, καθώς ήταν καλός στους υπολογισμούς. Το 1829 ακολούθησε τον εργοδότη του στο Βερολίνο, όπου και συνέχισε την εκπαίδευσή του. Η δουλειά του διακόπηκε από υποχρεωτική στρατιωτική θητεία, και μετά την απόλυσή του από τον στρατό, οι κακές συνθήκες τον υποχρέωσαν να επιστρέψει στην Κολωνία. Εκεί εργάστηκε σε μια θεατρική εταιρεία το 1830 και άρχισε να γράφει πολιτικά στρατευμένη ποίηση και θεατρικά έργα. Όταν το θέατρο έκλεισε το καλοκαίρι, εργάστηκε ως γραφιάς για έναν δικαστικό κλητήρα.

Οι πολιτικές αναταραχές του 1830 προσέλκυσαν το ενδιαφέρον του, και τα ιδεώδη της ελευθερίας βρήκαν έκφραση στην ποίησή του. Το 1832 ακολούθησε την θεατρική ομάδα στην Λειψία. Εκεί ήρθε σε επαφή με ανθρωπιστικούς και φιλελεύθερους κύκλους, συνεισέφερε στην φιλελεύθερη εφημερίδα Zeitung für die Welt και εντάχθηκε στην μασονικά στοά της πόλης. Μέχρι το 1840 είχε καταφέρει να γίνει ταμίας στο θέατρο της πόλης. Εκείνη τη χρονιά ίδρυσε επίσης τον Σύλλογο Σίλερ στη Λειψία, ο οποίος τίμησε την επέτειο του ποιητή ως φεστιβάλ πολιτικής ελευθερίας.

Από το 1839, ο Μπλουμ έγινε ηγετική φυσιογνωμία στους εθνικο-φιλελεύθερους κύκλους του Βασιλείου της Σαξονίας. Ως ταλαντούχος ομιλητής και διοργανωτής, βοήθησε το αντιπολιτευτικό κίνημα της Σαξονίας να εγκαθιδρυθεί ως σοβαρή πολιτική δύναμη. Η αρχική προσπάθειά του με ενημερωτικό έντυπο κατεστάλη από την λογοκρισία, αλλά ένα άλλο συνέχισε για τέσσερα χρόνια με περιστασιακές διακοπές λόγω λογοκρισίας. Όταν ο Johannes Ronge ήρθε στη Λειψία, ο Μπλουμ προσχώρησε στους «Γερμανούς Καθολικούς» και έγραψε για λογαριασμό του κινήματος αυτού. Το 1845 οργάνωσε μάλιστα την πρώτη Σύνοδο των Γερμανών Καθολικών στη Λειψία, η οποία θεωρείται η αρχή του ανθρωπιστικού ελεύθερου θρησκευτικού κινήματος της Γερμανίας. Το 1844 εγκατέλειψε τη δουλειά του στο θέατρο για να ανοίξει βιβλιοπωλείο.

Το 1845, η παρουσία του Ιωάννη της Σαξονίας ξεσήκωσε τον λαό και ο στρατός τους πυροβόλησε. Σε μια ταραχώδη συγκέντρωση ενόπλων πολιτών και φοιτητών της Λειψίας, ο Μπλουμ τους απέτρεψε από το να επιτεθούν τους στρατώνες και τους προέτρεψε να υπακούν στον νόμο. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να εκλεγεί αντιπρόσωπος στην κυβέρνηση της Λειψίας.

Πίνακας του Ludwig von Elliott που απεικονίζει το Κοινοβούλιο της Φρανκφούρτης κατά τη διάρκεια αγόρευσης του Ρόμπερτ Μπλουμ, 1848

Ο Μπλουμ υποστήριξε τις αναταραχές του 1848. Ήταν ένας από τους προέδρους του προσωρινού κοινοβουλίου στη Φρανκφούρτη, στο οποίο διακρίθηκε για την ενέργειά του, το επιβλητικό παρουσιαστικό και τις σθεναρές του ομιλίες. Ως μέλος του επόμενου κοινοβουλίου και αρχηγός της αριστεράς, εργάστηκε για να περιορίσει τα πιο ριζοσπαστικά στοιχεία. Η αξιοπιστία του Μπλουμ αμφισβητήθηκε όταν ο ακραίος αριστερός Arnold Ruge ισχυρίστηκε ότι ο Μπλουμ είχε μετακινηθεί προς την πλευρά του. Ως αρχηγός της ριζοσπαστικής φιλελεύθερης φατρίας, αντιτάχθηκε σθεναρά στη Συνθήκη του Μάλμε μεταξύ Δανίας και Πρωσίας, η οποία κατάργησε την δημοκρατικά εκλεγμένη κυβέρνηση του Σλέσβιχ-Χόλσταϊν. Ήταν επίσης ένας από τους πιο διαπρύσιους υποστηρικτές της λαϊκής κυριαρχίας.

Πίνακας του Carl Steffeck που απεικονίζει την εκτέλεση του Ρόμπερτ Μπλουμ, 1848

Τον Οκτώβριο, όταν ξέσπασαν επαναστατικές μάχες στη Βιέννη, ο Μπλουμ ταξίδεψε εκεί και εντάχθηκε στις επαναστατικές δυνάμεις. Κατά την παράδοση της πρωτεύουσας στο Windischgrätz, ο Μπλουμ συνελήφθη μαζί με αρκετούς συντρόφους του στις 4 Νοεμβρίου. Ενώπιον του στρατιωτικού δικαστηρίου στο οποίο παρουσιάστηκε, επικαλέστηκε μάταια τα προνόμιά του ως βουλευτής της Γερμανικής Αντιπροσωπείας και καταδικάστηκε σε απαγχονισμό, μια καταδίκη που μετετράπη κατόπιν σε θάνατο με τυφεκισμό. Η ποινή εκτελέστηκε στις 9 Νοεμβρίου. Ο θάνατός του έγινε σύμβολο ματαιότητας για την γερμανική εξέγερση του 1848. Η ημέρα του θανάτου του είναι το πρώτο μιας σειράς γεγονότων που οδήγησαν στο να αναφέρεται η 9η Νοεμβρίου ως μοιραία ημέρα (Schicksalstag) της Γερμανίας.

Ο γιος του, Χανς Μπλουμ, ήταν γνωστός συγγραφέας και δημοσιογράφος.

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εξωτερικοί Σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]