Ρόμπερτ Άνταμσον (φιλόσοφος)

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Ρόμπερτ Άνταμσον (φιλόσοφος)
Robert Adamson b1852.jpg
Γενικές πληροφορίες
Γέννηση19  Ιανουαρίου 1852[1][2]
Εδιμβούργο
Θάνατος5  Φεβρουαρίου 1902
Γλασκώβη
Χώρα πολιτογράφησηςΗνωμένο Βασίλειο της Μεγάλης Βρετανίας και Ιρλανδίας
Εκπαίδευση και γλώσσες
Ομιλούμενες γλώσσεςΑγγλικά
Εκπαίδευσηδιδάκτωρ φιλοσοφίας
ΣπουδέςΠανεπιστήμιο του Εδιμβούργου
Πληροφορίες ασχολίας
Ιδιότηταφιλόσοφος
ΕργοδότηςΠανεπιστήμιο του Μάντσεστερ
Πανεπιστήμιο του Αμπερντίν (1893–1895)
Πανεπιστήμιο Βικτώρια του Μάντσεστερ (1876–1893)
Πανεπιστήμιο της Γλασκώβης (1895–1902)
Οικογένεια
ΤέκναMary Agnes Hamilton
Αξιώματα και βραβεύσεις
ΑξίωμαRegius Professor of Logic (1893–1895)

Ο Ρόμπερτ Άνταμσον (Robert Adamson, 16 Ιανουαρίου 18528 Φεβρουαρίου 1902) ήταν Σκωτσέζος φιλόσοφος και καθηγητής της Λογικής στη Γλασκώβη.[3]

Οικογένεια και σπουδές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Άνταμσον γεννήθηκε στο χωριό Κίνγκσμπαρνς, κοντά στο Σαιντ Άντριους της Σκωτίας.[3] Ο πατέρας του ήταν νομικός σύμβουλος (solicitor) και η μητέρα του ήταν κόρη του Μάθιου Μπούιστ, διαχειριστή (factor) της περιουσίας του Λόρδου του Χάντινγκτον. Το 1855 ο Ρόμπερτ έμεινε ορφανός από πατέρα και η μητέρα του αφιερώθηκε στη μόρφωση των 6 παιδιών της. Από αυτά, ο Ρόμπερτ ήταν ο πιο επιτυχημένος από την αρχή και, τελειώνοντας το σχολείο, εισάχθηκε στο Πανεπιστήμιο του Εδιμβούργου σε ηλικία 14 ετών και τέσσερα χρόνια αργότερα απεφοίτησε αριστούχος με πτυχίο φιλοσοφίας. Κατόπιν εξασφάλισε σειρά υποτροφιών για τη συνέχιση των σπουδών του.[4]

Μετά από ένα διάστημα στο Πανεπιστήμιο της Χαϊδελβέργης (1871), όπου άρχισε τη μελέτη του της γερμανικής φιλοσοφίας, επέστρεψε στο Εδιμβούργο. Εκεί έγινε βοηθός πρώτα του Χένρυ Κάλντεργουντ και αργότερα του Α. Κάμπελ Φρέιζερ. Το 1874 προσλήφθηκε στη συντακτική ομάδα της Encyclopædia Britannica (9η έκδοση και κατόπιν 11η) και συνέχισε την επιμόρφωσή του διαβάζοντας πολύ στην Advocates' Library.[4][3]

Σταδιοδρομία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 1876 ο Άνταμσον εγκαταστάθηκε στην Αγγλία ως διάδοχος του Γουίλιαμ Στάνλεϋ Τζέβανς στην έδρα της Λογικής και φιλοσοφίας στο Κολέγιο Όουενς του Πανεπιστημίου Βικτωρίας του Μάντσεστερ. Το 1893 επέστρεψε στη Σκωτία, αρχικώς στο Πανεπιστήμιο του Αμπερντίν και τελικώς, το 1895, στην έδρα της Λογικής στο Πανεπιστήμιο της Γλασκώβης, θέση την οποία κράτησε μέχρι την ημέρα του θανάτου του.[4][3]

Εκτός από τα λίγα πρώτα χρόνια στην Αγγλία, ο Άνταμσον παρέδιδε στο πανεπιστήμιο χωρίς σημειώσεις. Το επόμενο έτος μετά τον θάνατό του, υπό τον τίτλο The Development of Modern Philosophy and Other Essays, οι σημαντικότερες παραδόσεις του εκδόθηκαν με μια σύντομη βιογραφική εισαγωγή από τον Γουίλιαμ Ρίτσι Σόρλυ του Πανεπιστημίου του Κέιμπριτζ (Mind, xiii, 1904, σελ. 73 foil). Το μεγαλύτερο μέρος του υλικού είναι παρμένο κατά λέξη από τις σημειώσεις ενός εκ των φοιτητών του. Ο Σόρλυ επιμελήθηκε και εξέδωσε τρία χρόνια αργότερα και το έργο του Άνταμσον Development of Greek Philosophy.[4]

Εκτός από το επιστημονικό του έργο, ο Άνταμσον διεκπεραίωσε και μεγάλο όγκο διοικητικού έργου, τόσο για το Πανεπιστήμιο Βικτωρίας, όσο και για το Πανεπιστήμιο της Γλασκώβης.[4]

Σε όλες τις διαλέξεις του επεδίωκε την κριτική και την ιστορική μέθοδο, χωρίς να διατυπώσει μία δική του θεωρία. Αισθανόταν ότι οποιαδήποτε πρόοδος στη φιλοσοφία θα πρέπει να βασίζεται πάνω σε καντιανές μεθόδους. Συνήθιζε να πηγαίνει κατευθείαν στο τελικό ζήτημα, αγνοώντας τις μισές αλήθειες και αρνούμενος συμβιβασμούς. Θα άφηνε μια υπόθεση να τη δουλέψουν οι φοιτητές του και κατόπιν θα ασκούσε κριτική με όλη την αυστηρότητα της λογικής, και με μια βαθιά έλλειψη εμπιστοσύνης στη φαντασία, τη μεταφορά και τη στάση του «θέλω να το πιστέψω».[4]

Φιλοσοφικές απόψεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Καθώς ο Άνταμσον ωρίμαζε, η μεταφυσική αισιοδοξία του έφθινε. Αισθανόταν ότι η αύξηση της γνώσεως θα έπρεπε να έρχόταν από το βασίλειο των φυσικών επιστημών. Αλλά αυτή η εμπειρική τάση του προς τις φυσικές επιστήμες δεν τροποποίησε ποτέ τη μεταφυσική του στάση. Ο Άνταμσον έχει αποκληθεί καντιανός και νεοκαντιανός, ρεαλιστής όσο και ιδεαλιστής φιλόσοφος.

Ταυτοχρόνως, η κριτική του των άλλων απόψεων ήταν σχεδόν αρχετυπικά εγελιανή. Το σύνολο των διαδικασιών της λογικής αιτιολογήσεως ή της κρίσεως ήταν για αυτόν (1) αναλύσιμες μόνο δια της αφαιρέσεως και (2) συστατικό της απαγωγικής και επαγωγικής σκέψεως, δηλαδή ορθολογικές και εμπειριοκρατικές. Παράδειγμα της εμπειριοκρατικής του τάσεως αποτελούν οι στάσεις του απέναντι στο Απόλυτο και στον Εαυτό. Θεωρούσε τα «απόλυτα» δόγματα ως απλή μεταμφίεση της αποτυχίας, μια ανέντιμη απόπειρα να ενδυθεί η άγνοια με έναν πέπλο μυστηρίου. Για αυτό και δεν δεχόταν τον Εαυτό ως πρωτογενή, προσδιοριστική οντότητα. Αντιπροσώπευε μια εμπειριοκρατία που βασιζόταν στην πραγματικότητα πάνω στον ιδεαλισμό και ωστόσο ήταν πάντοτε σε εγρήγορση στο να εκθέτει τα σφάλματα κάθε συγκεκριμένης ιδεαλιστικής κατασκευής (πρβλ. το δοκίμιό του για την Ηθική Δημοκρατία, σε επιμέλεια Στάντον Κόιτ). Μεταγενέστερα, ο κριτικισμός του κατέληξε σε έναν κριτικό ρεαλισμό, ανάλογο με αυτόν του Μπέρτραντ Ράσελ.

Προσωπική ζωή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η σύζυγος του Ρόμπερτ Άνταμσον ήταν η Μάργκαρετ Ντάνκαν, κόρη ενός εμπόρου του Μάντσεστερ, και είχε παρόμοιες απόψεις και προτιμήσεις, οπότε η ένωσή τους ήταν ευτυχισμένη.[4] Η κόρη τους Σάρα Άντερσον (Sarah Gough Adamson, 1888-1963) έγινε τοπιογράφος που έχαιρε μεγάλης εκτιμήσεως.[5]

Δημοσιευμένο έργο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η μεγάλη έμφαση που έδινε ο Άνταμσον στην προφορική διδασκαλία τον απέτρεψε από μία συστηματική συγγραφική παραγωγή. Τα κείμενά του, εκτός από 4 βιβλία, είναι σύντομα άρθρα στο περιοδικό Mind και αρκετά λήμματα στην Encyclopædia Britannica και στο Dictionary of National Biography. Βεβαίως ρόλο διεδραμάτισε και ο πρόωρος θάνατός του, σε ηλικία 50 ετών: τον καιρό του θανάτου του έγραφε μια Ιστορία της Ψυχολογίας, ενώ είχε υποσχεθεί ένα ακόμα έργο για τον Καντ. Τόσο στη ζωή, όσο και στα γραπτά του διατηρούσε αξιοσημείωτη αμεροληψία: ήταν μια ιδιόμορφη αρετή του το ότι μπορούσε να παραθέτει τις αντίθετες απόψεις χωρίς να διαστρέφει το νόημά τους. Από αυτή την πλευρά, θα είχε ίσως καταστεί ο μεγαλύτερος ιστορικός της φιλοσοφίας στην εποχή του, αν τα επαγγελματικά του καθήκοντα τού άφηναν περισσότερο χρόνο.[4]

Βιβλία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • The Development of Greek Philosophy (1908)
  • The Development of Modern Philosophy and Other Essays (1903)
  • Fichte (1881)
  • On the Philosophy of Kant (1879)

Συνεισφορές στην Encyclopædia Britannica[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Λήμματα στην 9η έκδοση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Λήμματα στην 11η έκδοση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]


Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. 1,0 1,1 (Αγγλικά) SNAC. w63624r3. Ανακτήθηκε στις 9  Οκτωβρίου 2017.
  2. 2,0 2,1 (Αγγλικά) the Internet Philosophy Ontology Project. thinker/2475. Ανακτήθηκε στις 9  Οκτωβρίου 2017.
  3. 3,0 3,1 3,2 3,3 Scotland (8 Φεβρουαρίου 1902). «University of Glasgow :: Story :: Biography of Robert Adamson». Universitystory.gla.ac.uk. Ανακτήθηκε στις 28 Ιουλίου 2016. 
  4. 4,0 4,1 4,2 4,3 4,4 4,5 4,6 4,7 Chisholm 1911.
  5. Sara Gray (2009). The Dictionary of British Women Artists. Casemate Publishers. ISBN 978-0-7188-3084-7. 
  6.  «Bacon, Francis» Εγκυκλοπαίδεια Μπριτάννικα (11η έκδοση) 1911 
  7.  «Beneke, Friedrich Eduard» Εγκυκλοπαίδεια Μπριτάννικα 3 (11η έκδοση) 1911, σσ. 726-727 
  8.  «Berkeley, George» Εγκυκλοπαίδεια Μπριτάννικα 3 (11η έκδοση) 1911, σσ. 779–781 
  9.  «Bruno, Giordano» Εγκυκλοπαίδεια Μπριτάννικα 4 (11η έκδοση) 1911, σσ. 686–687 
  10.  «Erigena, Johannes Scotus» Εγκυκλοπαίδεια Μπριτάννικα 9 (11η έκδοση) 1911, σσ. 742–744 
  11.  «Fourier, François Charles Marie» Εγκυκλοπαίδεια Μπριτάννικα 10 (11η έκδοση) 1911 
  12.  «Hume, David» Εγκυκλοπαίδεια Μπριτάννικα 13 (11η έκδοση) 1911 

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Το λήμμα «Άνταμσον Ροβέρτος» στη Νέα Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια «Χάρη Πάτση», τόμος 5, σσ. 807-808
  •  Το παρόν λήμμα ενσωματώνει κείμενο από έκδοση που είναι πλέον κοινό κτήμαChisholm, Hugh, επιμ.. (1911) «Adamson, Robert» Εγκυκλοπαίδεια Μπριτάννικα 1 (11η έκδοση) Cambridge University Press