Ρωσικό Τουρκεστάν

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Επαρχίες του Ρωσικού Τουρκεστάν το 1900

Το Ρωσικό Τουρκεστάν (ρωσικά: Русский Туркестан‎) ήταν το δυτικό τμήμα του Τουρκεστάν στα εδάφη της Κεντρικής Ασίας της Ρωσικής Αυτοκρατορίας και διοικήθηκε ως Κράι ή Γενικό Κυβερνείο.

Περιλάμβανε την περιοχή της όασης στα νότια της Στέπας του Καζακστάν, αλλά όχι τα προτεκτοράτα του Εμιράτου της Μπουχάρας και του Χανάτου της Χίβας.

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Άμυνα της Ακρόπολης της Σαμαρκάνδης το 1868
Χάρτης της περιφέρειας Σιρ Ντάρια το 1872

Εγκαθίδρυση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παρόλο που η Ρωσία είχε ωθήσει νότια στις στέπες από το Αστραχάν και το Όρενμπουργκ από την αποτυχημένη αποστολή στην Χίβα του τσάρου Μεγάλου Πέτρου το 1717, η αρχή της ρωσικής κατάκτησης του Τουρκεστάν χρονολογείται συνήθως στο 1865. Εκείνη τη χρονιά, οι ρωσικές δυνάμεις κατέλαβαν την πόλη της Τασκένδης[1] υπό την ηγεσία του στρατηγού Μιχαήλ Τσερνιάγιεφ, επεκτείνοντας τα εδάφη της Περιφέρειας του Τουρκεστάν (τμήμα του Γενικού Κυβερνείου του Όρενμπουργκ). Ο Τσερνιάγιεφ είχε ξεπεράσει τις εντολές του (είχε τότε μόνο 3.000 άντρες υπό την εποπτεία του), αλλά η Αγία Πετρούπολη αναγνώρισε την προσάρτηση σε κάθε περίπτωση. Ακολουθήθηκε γρήγορα από την κατάκτηση των Χουτζάντ, Τζιζάχ και Ουρά-Τιουμπέ, που κορυφώθηκε με την προσάρτηση της Σαμαρκάνδης και της γύρω περιοχής από τον ποταμό Ζεραβσάν από το Εμιράτο της Μπουχάρας το 1868.

Μια αφήγηση για τη ρωσική κατάκτηση της Τασκένδης γράφτηκε στο "Urus leshkerining Türkistanda tarikh 1262–1269 senelarda qilghan futuhlari" από τον Μουλά Χαλιμπάι Μαμπέτοφ. [2] [3]

Επέκταση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 1867, Τουρκεστάν έγινε ένα ξεχωριστό Γενικό Κυβερνείο υπό τον Κονσταντίν Πέτροβιτς φον Κάουφμαν. Η πρωτεύουσα ήταν η Τασκένδη και αποτελούνταν αρχικά τρεις περιφέρειες (όμπλαστ): Σιρ Ντάρια, Σεμιρέτσιε και Ζεραβσάν (αργότερα Περιφέρεια Σαμαρκάνδης). Σε αυτές προστέθηκαν το 1873 το τμήμα Αμού Ντάρια (ρωσικά: отдел‎), προσαρτημένο από το Χανάτο της Χίβας, και το 1876 η Περιφέρεια Φεργκάνα, που σχηματίστηκε από το υπόλοιπο του Χανάτου της Κοκάνδης, που διαλύθηκε μετά από μια εξέγερση το 1875. Το 1894 η Υπερκασπιαία Περιφέρεια, η οποία είχε κατακτηθεί το 1881-1885 από τους στρατηγούς Μιχαήλ Σκομπέλεφ και Μιχαήλ Ανένκοφ, προστέθηκε στο Κυβερνείο.

Αποικισμός[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η διοίκηση της περιοχής είχε σχεδόν καθαρά στρατιωτικό χαρακτήρα. Ο Φον Κάουφμαν πέθανε το 1882 και μια επιτροπή υπό τον Φέντορ Κάρλοβιτς Γκιρς περιόδευσε στο Κράι και συνέταξε προτάσεις για μεταρρύθμιση, οι οποίες εφαρμόστηκαν μετά το 1886. Το 1888, ο νέος Υπερκάσπιος Σιδηρόδρομος, που ξεκινούσε στο Ουζούν-Αντά στις ακτές της Κασπίας Θάλασσας το 1877, έφτασε στη Σαμαρκάνδη. Παρ' όλα αυτά, το Τουρκεστάν παρέμεινε ένα απομονωμένο αποικιακό φυλάκιο, με μια διοίκηση που διατήρησε πολλά διακριτικά χαρακτηριστικά από τα προηγούμενα ισλαμικά καθεστώτα, συμπεριλαμβανομένων των δικαστηρίων των Καδήδων και μιας διοίκησης, που ανέθετε μεγάλη εξουσία σε τοπικούς Ακσακάλ (γέροντες ή αρχηγούς). Ήταν εντελώς ανόμοια με την Ευρωπαϊκή Ρωσία. Το 1908 ο Κόμης Κωνσταντίνος Κωνσταντίνοβιτς Παχλέν ηγήθηκε άλλης μιας επιτροπής μεταρρυθμίσεων στο Τουρκεστάν, η οποία συνέταξε το 1909-1910 μια μνημειακή έκθεση, που τεκμηριώνει διοικητική διαφθορά και αναποτελεσματικότητα. Το κίνημα εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης Τζαντίντ, που προήλθε από τους Τατάρους, εξαπλώθηκε στους μουσουλμάνους της Κεντρικής Ασίας υπό ρωσική κυριαρχία.

Μια πολιτική σκόπιμης επιβολής της αντιμοντέρνας, παραδοσιακής, αρχαίας συντηρητικής ισλαμικής εκπαίδευσης στα σχολεία και της ισλαμικής ιδεολογίας επιβλήθηκε από τους Ρώσους, προκειμένου να παρεμποδίσουν και να καταστρέψουν εσκεμμένα την αντιπολίτευση στην εξουσία τους διατηρώντας τους σε κατάσταση νάρκης και αποτροπής διείσδυσης ξένων ιδεολογιών. [4] [5]

Οι Ρώσοι εφάρμοσαν εκτουρκισμό των Τατζίκων της Φεργκάνα και της Σαμαρκάνδης, αντικαθιστώντας την τατζικική γλώσσα με τα ουζμπέκικα, με αποτέλεσμα μια Σαμαρκάνδη να μιλά κυρίως ουζμπέκικα, ενώ δεκαετίες πριν τα τατζίκικα ήταν η κυρίαρχη γλώσσα εκεί.[6]

Μπασμάτσι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 1897 ο σιδηρόδρομος έφτασε στην Τασκένδη και τελικά το 1906 άνοιξε απευθείας σιδηροδρομική σύνδεση με την Ευρωπαϊκή Ρωσία κατά μήκος της στέπας από το Όρενμπουργκ προς την Τασκένδη. Αυτό οδήγησε σε πολύ μεγαλύτερο αριθμό Ρώσων εθνοτικών εποίκων να ρέουν στο Τουρκεστάν από ό,τι μέχρι τώρα και η εγκατάστασή τους επιβλεπόταν από ένα ειδικά δημιουργημένο Τμήμα Μετανάστευσης στην Αγία Πετρούπολη (Переселенческое Управление).

Αυτό προκάλεσε μεγάλη δυσαρέσκεια στον τοπικό πληθυσμό, καθώς αυτοί οι έποικοι πήραν γη και υδάτινους πόρους. Το 1916 η δυσαρέσκεια κορυφώθηκε με την εξέγερση Μπασμάτσι. Πυροδοτήθηκε από ένα διάταγμα, που στρατολόγησε τους ντόπιους σε τάγματα εργασίας (είχαν προηγουμένως απαλλαγεί από στρατιωτική θητεία). Χιλιάδες έποικοι σκοτώθηκαν και αυτό αντισταθμίστηκε από ρωσικά αντίποινα, ιδιαίτερα ενάντια στον νομαδικό πληθυσμό. Για να ξεφύγουν από τους Ρώσους, που τους σκότωσαν το 1916, Ουζμπέκοι, Καζάχοι και Κιργίζιοι διέφυγαν στην Κίνα.

Το Σιντσιάνγκ έγινε καταφύγιο για τους Καζάχους, που διέφυγαν από τους Ρώσους, αφού οι Μουσουλμάνοι αντιμετώπισαν στρατολόγηση από τη ρωσική κυβέρνηση.[7] Οι Τουρκμένοι, οι Κιργίζιοι και οι Καζάχοι επηρεάστηκαν όλοι από την εξέγερση του 1916, που προκλήθηκε από τη στρατολόγηση της ρωσικής κυβέρνησης.[8] [9]

Η τάξη δεν είχε αποκατασταθεί πραγματικά τη στιγμή που έλαβε χώρα η Επανάσταση του Φεβρουαρίου το 1917. Αυτό θα οδηγούσε σε ένα ακόμη πιο αιματηρό κεφάλαιο στην ιστορία του Τουρκεστάν, καθώς οι Μπολσεβίκοι του Σοβιέτ της Τασκένδης ξεκίνησαν μια επίθεση εναντίον της αυτόνομης κυβέρνησης Τζαντίντ στην Κοκάνδη στις αρχές του 1918, η οποία άφησε 14.000 νεκρούς. Η αντίσταση στους Μπολσεβίκους από τον τοπικό πληθυσμό (Μπασμάτσι χαρακτηρίστηκαν από Σοβιετικούς ιστορικούς) συνεχίστηκε στις αρχές της δεκαετίας του '30.

Κυβερνήτες του Τουρκεστάν[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το Τουρκεστάν είχε 21 στρατηγούς διοικητές. [10]

Τα σύνορα των ρωσικών αυτοκρατορικών περιοχών Χίβα, Μπουχάρα και Κοκάνδη κατά τη χρονική περίοδο 1902–1903.
  • 1865–1867 Μιχαήλ Γκριγκόριεβιτς Τσερνιάεφ
  • 1866–1867 Ντμίτρι Ίλιτς Ρομανόφσκι
  • 1867-1881 Κονσταντίν Πέτροβιτς φον Κάουφμαν
  • 1881–1882 Γκερασίμ Αλεξέεβιτς Κολπακόφσκι
  • 1882-4 Μιχαήλ Τσερνιάγιεφ
  • 1884-9 Νικολάι Ρόζενμπαχ
  • 1889–1898 Αλεξάντρ Μπορίσοβιτς Βρέβσκι
  • 1898–1901 Σεργκέι Μιχάιλοβιτς Ντουκόφσκι
  • 1901–1904 Νικολάι Αλεξάντροβιτς Ιβάνοφ
  • 1904–1905 Νικολάι Νικολάγιεβιτς Τεβιάσεφ
  • 1905–1906 Βσεβολόντ Βικτόροβιτς Ζαχάροφ
  • 1906 Ντέγιαν Ιβάνοβιτς Σουμπότιτς
  • 1906 Γιεβγκένι Οσίποβιτς Ματσιέφσκι
  • 1906–1908 Νικολάι Ιβάνοβιτς Γκρόντεκοφ
  • 1908–1909 Πάβελ Ιβάνοβιτς Μιστσένκο
  • 1909-1910 Αλεξάντρ Βασίλιεβιτς Σαμσόνοφ
  • 1910-1911 Βασίλι Ιβάνοβιτς Ποκότιλο
  • 1911–1914 Αλεξάντρ Βασίλιεβιτς Σαμσόνοφ
  • 1914-1916 Φέντορ Βλαντιμίροβιτς Μάρτσον
  • 1916 Μιχαήλ Ρομάνοβιτς Γεροφέγιεφ
  • 1916–17 Αλεξέι Κουροπάτκιν

Σοβιετική κυριαρχία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σύγχρονη Κεντρική Ασία

Μετά τη Ρωσική Επανάσταση του 1917, δημιουργήθηκε στη Σοβιετική Κεντρική Ασία μια Αυτόνομη Σοβιετική Σοσιαλιστική Δημοκρατία του Τουρκεστάν εντός της Ρωσικής Σοσιαλιστικής Ομοσπονδιακής Σοβιετικής Δημοκρατίας (εκτός του σημερινού Καζακστάν).

Μετά την ίδρυση της Σοβιετικής Ένωσης, χωρίστηκε σε Σοβιετική Σοσιαλιστική Δημοκρατία της Τουρκμενίας (Τουρκμενιστάν) και Σοβιετική Σοσιαλιστική Δημοκρατία του Ουζμπεκιστάν (Ουζμπεκιστάν) το 1924. Η Σοβιετική Σοσιαλιστική Δημοκρατία του Τατζικιστάν (Τατζικιστάν) σχηματίστηκε το 1929 και το 1936 το Κιργιστάν διαχωρίστηκε από τη Σοβιετική Σοσιαλιστική Δημοκρατία του Καζακστάν. Μετά την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης, αυτές οι δημοκρατίες απέκτησαν την ανεξαρτησία τους.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Daniel Brower (12 Νοεμβρίου 2012). Turkestan and the Fate of the Russian Empire. Routledge. σελ. 26. ISBN 978-1-135-14501-9. 
  2. Thomas Sanders (12 Φεβρουαρίου 2015). Historiography of Imperial Russia: The Profession and Writing of History in a Multinational State. Routledge. σελίδες 451–. ISBN 978-1-317-46862-2. 
  3. Edward Allworth (1994). Central Asia, 130 Years of Russian Dominance: A Historical Overview. Duke University Press. σελίδες 400–. ISBN 0-8223-1521-1. 
  4. Andrew D. W. Forbes (9 Οκτωβρίου 1986). Warlords and Muslims in Chinese Central Asia: A Political History of Republican Sinkiang 1911–1949. CUP Archive. σελίδες 16–. ISBN 978-0-521-25514-1. 
  5. Alexandre Bennigsen; Chantal Lemercier-Quelquejay (1967). Islam in the Soviet Union. Praeger. σελ. 15. 
  6. Kirill Nourzhanov; Christian Bleuer (8 Οκτωβρίου 2013). Tajikistan: A Political and Social History. ANU E Press. σελίδες 22–. ISBN 978-1-925021-16-5. 
  7. Andrew D. W. Forbes (9 Οκτωβρίου 1986). Warlords and Muslims in Chinese Central Asia: A Political History of Republican Sinkiang 1911–1949. CUP Archive. σελίδες 17–. ISBN 978-0-521-25514-1. 
  8. Sébastien Peyrouse (Ιανουαρίου 2012). Turkmenistan: Strategies of Power, Dilemmas of Development. M.E. Sharpe. σελίδες 29–. ISBN 978-0-7656-3205-0. 
  9. Sebastien Peyrouse (12 Φεβρουαρίου 2015). Turkmenistan: Strategies of Power, Dilemmas of Development. Routledge. σελίδες 29–. ISBN 978-1-317-45326-0. 
  10. Didar Kassymova, Zhanat Kundakbayeva and Ustina MarkusHistorical Dictionary of Kazakhstan, σ. 228, στα Google Books