Ρωμαϊκή Γαλατία
Ο όρος Ρωμαϊκή Γαλατία αναφέρεται στη Γαλατία ως επαρχία υπό την κυριαρχία της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας από τον 1ο αι. π.Χ. έως τον 5ο αι. μ.Χ.
Ιστορία
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Κατά τη διάρκεια της Δημοκρατίας
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Η επιρροή της Ρωμαϊκής Δημοκρατίας ξεκίνησε στη νότια Γαλατία. Μέχρι τα μέσα του 2ου αι. π.Χ., η Ρώμη είχε έντονη εμπορική δραστηριότητα με την ελληνική αποικία της Μασσαλίας (σύγχρονη Μαρσέιγ) και σύναψε συμμαχία μαζί τους, με την οποία η Ρώμη συμφώνησε να προστατεύσει την πόλη από τους εντόπιους Γαλάτες, συμπεριλαμβανομένων των κοντινών Ακουιτανών, και από τους Καρχηδόνιους που εισέβαλαν από τη θάλασσα, και άλλους αντιπάλους, με αντάλλαγμα εδάφη που ήθελαν οι Ρωμαίοι για να κατασκευάσουν έναν δρόμο προς την Ισπανία, ώστε να βελτιώσουν τις κινήσεις στρατευμάτων προς τις επαρχίες εκεί. Οι μεσογειακοί οικισμοί στην ακτή συνέχισαν να απειλούνται από τις ισχυρές γαλατικές φυλές στα βόρεια, και το 122 π.Χ. ο Ρωμαίος στρατηγός Γναίος Δομίτιος Αηνόβαρβος εκστράτευσε στην περιοχή και νίκησε τους Αλλοβρόγους, ακολουθούμενους από τον Κόιντο Φάβιο Μάξιμο, εναντίον των Αρβέρνων υπό τον βασιλιά Βιτουίτο το 121 π.Χ. [1]
Οι Ρωμαίοι σεβόντουσαν και φοβόντουσαν τις γαλατικές φυλές. Το 390 π.Χ., οι Γαλάτες λεηλάτησαν τη Ρώμη, γεγονός που άφησε πίσω του έναν υπαρξιακό φόβο για βαρβαρική κατάκτηση, που οι Ρωμαίοι δεν ξέχασαν ποτέ. [2] Το 109 π.Χ. η Ιταλία είχε δεχθεί εισβολή από τον βορρά και σώθηκε από τον Γάιο Μάριο μόνο μετά από αρκετές αιματηρές και δαπανηρές μάχες. Γύρω στο 62 π.Χ., όταν ένα υποτελές ρωμαϊκό κράτος, οι Αρβέρνοι, συνωμότησε με τους Σηκουανούς και τα έθνη των Σουηβών ανατολικά του Ρήνου για να επιτεθούν στους Αιδούους, έναν ισχυρό σύμμαχο της Ρώμης, η Ρώμη έκανε τα στραβά μάτια. Οι Σηκουανοί και οι Αρβέρνοι ζήτησαν τη βοήθεια του Αριοβίστου και νίκησαν τους Αιδούους το 63 π.Χ. στη μάχη της Μαγετοβρίγα. [3] [4]
Γαλατικοί πόλεμοι
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
Καθώς άρχιζε το 58 π.Χ., το μεγαλύτερο μέρος της Γαλατίας βρισκόταν ακόμη υπό ανεξάρτητη κυριαρχία. Άρχιζε να αστικοποιείται και να μοιράζεται πολλές πτυχές του ρωμαϊκού πολιτισμού. Σε αυτή την εικόνα εμφανίστηκε ο ανερχόμενος στρατηγός Ιούλιος Καίσαρας, ο οποίος είχε εξασφαλίσει τη θέση του Κυβερνήτη τόσο της Πέραν των Άλπεων όσο και της Εντεύθεν των Άλπεων Γαλατίας. Επεδίωξε να αποπληρώσει τα χρέη και να προσθέσει δόξα στον εαυτό του, και έτσι ξεκίνησε μία σειρά από επιθετικές εκστρατείες, για να κατακτήσει τις γαλατικές φυλές. [5]
Οι πόλεμοι ξεκίνησαν με μία σύγκρουση για τη μετανάστευση των Ελβετών το 58 π.Χ., η οποία προσέλκυσε γειτονικές φυλές και τους Γερμανούς Σουηβούς. Μέχρι το 57 π.Χ. ο Καίσαρας είχε αποφασίσει να κατακτήσει όλη τη Γαλατία, και ηγήθηκε εκστρατειών στην ανατολή, όπου οι Νέρβιοι σχεδόν τον νίκησαν. Το 56 π.Χ., ο Καίσαρας νίκησε τους Βενετούς σε ναυμαχία, και κατέλαβε το μεγαλύτερο μέρος της βορειοδυτικής Γαλατίας. Το 55 π.Χ. προσπάθησε να ενισχύσει τη δημόσια εικόνα του, και πραγματοποίησε τις πρώτες τού είδους του αποστολές στον ποταμό Ρήνο και τη Μάγχη. Μετά την επιστροφή του από τη Βρετανία, ο Καίσαρας χαιρετίστηκε ως ήρωας, αν και είχε καταφέρει ελάχιστα πέρα από την απόβαση, επειδή ο στρατός του ήταν πολύ μικρός. Την επόμενη χρονιά επέστρεψε με έναν κανονικό στρατό, και εισέβαλε στη Βρετανία. Ωστόσο φυλές εξεγέρθηκαν στην ήπειρο, και οι Ρωμαίοι υπέστησαν μία ταπεινωτική ήττα. Το 53 π.Χ. πραγματοποιήθηκε μία δρακόντεια εκστρατεία εναντίον των Γαλατών, σε μία προσπάθεια να τους κατευνάσουν. Αυτή απέτυχε, και οι Γαλάτες οργάνωσαν μία μαζική εξέγερση υπό την ηγεσία του Βερκιγγετόριγα το 52 π.Χ. Οι Γαλατικές δυνάμεις κέρδισαν μία αξιοσημείωτη νίκη στη μάχη της Ζεργόβιας, αλλά οι αδάμαστες πολιορκητικές επιχειρήσεις των Ρωμαίων στη μάχη της Αλεσίας νίκησαν ολοκληρωτικά τον Γαλατικό συνασπισμό. [5]
Το 51 π.Χ. και 50 π.Χ. υπήρχε μικρή αντίσταση, και τα στρατεύματα του Καίσαρα ως επί το πλείστον έκαναν εκκαθαρίσεις. Η Γαλατία κατακτήθηκε, αν και δεν θα γινόταν ρωμαϊκή επαρχία μέχρι το 27 π.Χ., και η αντίσταση θα συνεχιζόταν μέχρι και το 70 μ.Χ. Δεν υπάρχει σαφής ημερομηνία λήξης τού πολέμου, αλλά ο επικείμενος Ρωμαϊκός Εμφύλιος Πόλεμος του Καίσαρα οδήγησε στην αποχώρηση των στρατευμάτων του Καίσαρα το 50 π.Χ. Οι έντονες επιτυχίες του Καίσαρα στον πόλεμο τον είχαν κάνει εξαιρετικά πλούσιο, και του είχαν προσφέρει μία θρυλική φήμη. Οι Γαλατικοί Πόλεμοι ήταν ένας βασικός παράγοντας στην ικανότητα του Καίσαρα να κερδίσει τον Εμφύλιο Πόλεμο, και να αυτοανακηρυχθεί δικτάτορας, κάτι που τελικά θα οδηγούσε στο τέλος της Ρωμαϊκής Δημοκρατίας και στην εγκαθίδρυση της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. [5]
Υπό την Αυτοκρατορία
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
Στο τέλος των Γαλατικών Πολέμων, οι Γαλάτες δεν είχαν υποταχθεί πλήρως, και δεν αποτελούσαν ακόμη επίσημο μέρος τής Αυτοκρατορίας, αλλά αυτό το καθήκον δεν ήταν του Καίσαρα, και το άφησε στους διαδόχους του. Η Γαλατία δεν θα μετατρεπόταν επίσημα σε ρωμαϊκές επαρχίες μέχρι τη βασιλεία του Αυγούστου το 27 π.Χ. Στη συνέχεια έλαβαν χώρα αρκετές εξεγέρσεις, και ρωμαϊκά στρατεύματα παρέμειναν σταθμευμένα σε όλη τη Γαλατία. Πιθανότατα υπήρξαν αναταραχές στην περιοχή μέχρι και το 70 μ.Χ. [6]
Η Μασσαλία συμμάχησε με τον Πομπήιο κατά τη διάρκεια του εμφυλίου πολέμου του Καίσαρα, ο οποίος οδήγησε στην τελική της ήττα στην πολιορκία της Μασσαλίας το 49 π.Χ., μετά την οποία έχασε τα εδάφη της, αλλά τής επετράπη να διατηρήσει την ονομαστική αυτονομία της, λόγω των αρχαίων δεσμών φιλίας και υποστήριξης της Ρώμης.
Το 40 π.Χ. κατά τη διάρκεια της Β΄ Τριανδρίας, ο Μ. Αι. Λέπιδος ανέλαβε την ευθύνη για τη Ναρβονική Γαλατία (μαζί με την Ισπανία και την Αφρική), ενώ στον Μάρκο Αντώνιο ανατέθηκε το υπόλοιπο της Γαλατίας. [7]
Το 22 π.Χ. η αυτοκρατορική διοίκηση της Γαλατίας αναδιοργανώθηκε με την ίδρυση των επαρχιών Ακουιτανική Γαλατία, Βελγική Γαλατία και Λουγδονική Γαλατία. Τμήματα της ανατολικής Γαλατίας ενσωματώθηκαν στις επαρχίες Ραιτία (15 π.Χ.) και Άνω Γερμανία (83 μ.Χ.).
Η Ρωμαϊκή υπηκοότητα χορηγήθηκε σε όλους το 212 με το Constitutio Antoniniana.
Αρκετές σημαντικές Ρωμαϊκές προσωπικότητες γεννήθηκαν στη Γαλατία, συμπεριλαμβανομένων των Ρωμαίων Αυτοκρατόρων Κλαύδιου, Καρακάλλα και πιθανώς του Κάρου, καθώς και του σημαντικού στρατηγού Γναίου Ιούλιου Αγρικόλα. Ένας άλλος στρατηγός που γεννήθηκε στη Γαλατία ήταν ο Μάρκος Αντώνιος Πρίμος. Επιπλέον, η οικογένεια του Αντωνίνου Πίου, η οποία υιοθέτησε τον Μάρκο Αυρήλιο, καταγόταν από τη Ρωμαϊκή Γαλατία. Μεταξύ των Ρωμαίων συγγραφέων που είναι γνωστό ή υποτίθεται ότι γεννήθηκαν στη Γαλατία είναι οι Τάκιτος, Πετρώνιος, Βάρρων Ατακίνος, Αιμίλιος Μάγνυς Αρβόριος, Φροντίνος, Αυσόνιος, Ρουτίλιος Κλαύδιος Ναματιανός, Σέξτος Πομπήιος Φήστος, Γναίος Πομπήιος Τρόγος και οι συγγραφείς των σημαντικών Panegyrici Latini. Πολλοί άλλοι συγγραφείς προέρχονταν από την περιοχή της Εντεύθεν των Άλπεων Γαλατίας, η οποία ήταν μέρος της Ιταλίας, συμπεριλαμβανομένων των Βιργίλιου, Καικίλιου Στάτιου, Κάτουλλου και Πλίνιου του Πρεσβύτερου.

Στην Κρίση του 3ου αι. γύρω στο 260, ο Πόστουμους ίδρυσε μία βραχύβια Γαλατική αυτοκρατορία, η οποία περιελάμβανε την Ιβηρική Χερσόνησο και τη Βρετανία, εκτός από την ίδια τη Γαλατία. Γερμανικές φυλές, οι Φράγκοι και οι Αλαμανοί, εισέβαλαν στη Γαλατία εκείνη την εποχή. Η Γαλατική αυτοκρατορία τερματίστηκε με τη νίκη του Αυτοκράτορα Αυρηλιανού στο Σαλόν το 274.
Το 286–7 ο Καραύσιος, διοικητής του στόλου της Μάγχης (classis Britannica), αυτοανακηρύχθηκε αυτοκράτορας της Βρετανίας και της βόρειας Γαλατίας. Οι δυνάμεις του αποτελούνταν από τον στόλο του, τις τρεις λεγεώνες που στάθμευαν στη Βρετανία και επίσης μία λεγεώνα που είχε καταλάβει στη Γαλατία, έναν αριθμό ξένων βοηθητικών μονάδων, μία επιστράτευση γαλατικών εμπορικών πλοίων, και βαρβάρους μισθοφόρους που προσελκύονταν από την προοπτική της λείας. Το 293 ο Αυτοκράτορας Κωνστάντιος Α΄ Χλωρός απομόνωσε τον Καραύσιο πολιορκώντας το λιμάνι τού Γεσοριακού (Μπουλόν-συρ-Μερ) και εισέβαλε στη Μπατάβια στο δέλτα του Ρήνου, που κατείχαν οι Φράγκοι σύμμαχοί του, και ανακατέλαβε τη Γαλατία.
Μία μετανάστευση Κελτών από τη Βρετανία εμφανίστηκε τον 4ο αι. στην Αρμορική με επικεφαλής τον θρυλικό βασιλιά Κόναν Μεριάδοκ. Μιλούσαν την πλέον εξαφανισμένη βρετανική γλώσσα, η οποία εξελίχθηκε στη βρετονική, κορνουαλική και ουαλική γλώσσα.
Οι Γότθοι, οι οποίοι είχαν λεηλατήσει τη Ρώμη το 410, ίδρυσαν πρωτεύουσα στην Τουλούζη, και το 418 κατάφεραν να γίνουν δεκτοί από τον Ονώριο ως υπόσπονδοι και ηγεμόνες της επαρχίας της Ακουιτανίας, με αντάλλαγμα την υποστήριξή τους εναντίον του βαρβαρικού λαού στην Ισπανία.
Η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία δυσκολευόταν να ανταποκριθεί σε όλες τις βαρβαρικές επιδρομές, και ο Φλάβιος Αέτιος αναγκάστηκε να χρησιμοποιήσει αυτές τις φυλές τη μία εναντίον της άλλης, για να διατηρήσει κάποιο ρωμαϊκό έλεγχο. Αρχικά χρησιμοποίησε τους Ούννους εναντίον των Βουργουνδών, οι οποίοι κατέστρεψαν το Βορμς, σκότωσαν τον βασιλιά Γκούνθερ και έσπρωξαν τους Βουργουνδούς δυτικά. Οι Βουργουνδοί επανεγκαταστάθηκαν από τον Αέτιο κοντά στο Λούγδουνον το 443. Οι Ούννοι, ενωμένοι από τον Αττίλα, έγιναν μεγαλύτερη απειλή, και ο Αέτιος χρησιμοποίησε τους Βησιγότθους εναντίον των Ούννων. Η σύγκρουση κορυφώθηκε το 451 στη μάχη του Σαλόν, στην οποία οι Ρωμαίοι και οι Γότθοι νίκησαν τον Αττίλα.
Μετά την πτώση της Δυτικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
Η Δυτική Ρωμαϊκή διοίκηση τελικά κατέρρευσε, καθώς τα εναπομείναντα ρωμαϊκά στρατεύματα αποσύρθηκαν νοτιοανατολικά για να προστατεύσουν την Ιταλία. Μεταξύ 455 και 476, οι Βησιγότθοι, οι Βουργουνδοί και οι Φράγκοι ανέλαβαν τον έλεγχο της Γαλατίας. Ωστόσο, ορισμένες πτυχές του αρχαίου κελτικού πολιτισμού συνεχίστηκαν μετά την πτώση της ρωμαϊκής διοίκησης και η επικράτεια του Σουασόν, ένα απομεινάρι της Αυτοκρατορίας, επέζησε από το 457 έως το 486.
Το 486 οι Φράγκοι νίκησαν την τελευταία ρωμαϊκή εξουσία στη Γαλατία στον Γαλλο-Ρωμαϊκό Πόλεμο, κερδίζοντας τη μάχη του Σουασόν. Σχεδόν αμέσως μετά, το μεγαλύτερο μέρος της Γαλατίας περιήλθε στην κυριαρχία των Μεροβιγγείων, των πρώτων βασιλέων πρωτο-Φραγκίας.
Το 507 οι Βησιγότθοι εκδιώχθηκαν από το μεγαλύτερο μέρος της Γαλατίας από τον Φράγκο βασιλιά Κλόβι Α΄ στη μάχη του Βουγιέ. [8] Κατάφεραν να διατηρήσουν το Ναρβωνική και την Προβηγκία μετά την έγκαιρη άφιξη ενός αποσπάσματος Οστρογότθων, που έστειλε ο Θεοδώριχος ο Μέγας.
Ορισμένες γαλλο-ρωμαϊκές αριστοκρατικές οικογένειες συνέχισαν να ασκούν εξουσία σε επισκοπικές πόλεις (όπως η οικογένεια Μαυρωνίτου στη Μασσαλία και ο επίσκοπος Γρηγόριος της Τουρ). Η εμφάνιση γερμανικών ονομάτων και οικογενειακών ονομάτων γίνεται αισθητή στη Γαλατία/Φραγκία από τα μέσα του 7ου αι. και μετά, κυρίως σε ισχυρές οικογένειες, γεγονός που υποδηλώνει ότι το κέντρο βάρους είχε σίγουρα μετατοπιστεί.
Η γαλατο-ρωμαϊκή (ή λαϊκή λατινική) διάλεκτος της ύστερης ρωμαϊκής περιόδου εξελίχθηκε στις διαλέκτους των γλωσσών Oïl και της παλαιάς γαλλικής στο βορρά, και στην οξιτανική στο νότο.
Το όνομα Γαλατία και τα ισοδύναμά του συνέχισαν να χρησιμοποιούνται, τουλάχιστον γραπτώς, μέχρι το τέλος της Μεροβίγγειας περιόδου τη δεκαετία του 750. Σταδιακά, κατά την επακόλουθη Καρολίγγεια περίοδο (751–987), η έκφραση Francia, και στη συνέχεια Francia occidentalis, εξαπλώθηκε για να περιγράψει την πολιτική πραγματικότητα του βασιλείου των Φράγκων (regnum Francorum).
Γεωγραφικές διαιρέσεις
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
Πριν από το 22 π.Χ. η Γαλατία είχε τρία γεωγραφικά τμήματα, ένα από τα οποία ήταν διαιρεμένο σε πολλαπλές ρωμαϊκές επαρχίες:
- Η Εντεύθεν τωμ Άλπεων Γαλατία ή «Γαλατία του Πάδου», κάλυπτε το μεγαλύτερο μέρος της σημερινής βόρειας Ιταλίας. Κατακτήθηκε από τους Ρωμαίους γύρω στο 121 π.Χ., αλλά δεν έγινε επίσημη επαρχία μέχρι το 81 π.Χ. Μέχρι το τέλος της δημοκρατίας, προσαρτήθηκε στην ίδια την Ιταλία.
- Η Πέραν των Άλπεων Γαλατία, ή «Γαλατία πέρα από τις Άλπεις», κατακτήθηκε και προσαρτήθηκε αρχικά το 121 π.Χ. σε μία προσπάθεια εδραίωσης των επικοινωνιών μεταξύ Ρώμης και Ιβηρικής χερσονήσου. Περιλάμβανε το μεγαλύτερο μέρος της σημερινής νότιας Γαλλίας, κατά μήκος των ακτών της Μεσογείου από τις Άλπεις έως τα Πυρηναία. Αργότερα μετονομάστηκε σε Ναρβωνική Γαλατία, από την πρωτεύουσά της, Ναρβώνα (σύγχρονη Ναρμπόν).
- Η Κομητική Γαλατία, «ελεύθερη Γαλατία» ή «Γαλατία των μακρυμάλληδων», περιλάμβανε το υπόλοιπο της σημερινής Γαλλίας, του Βελγίου και της δυτικής Γερμανίας, συμπεριλαμβανομένης της Ακουιτανίας, της Κελτικής Γαλατίας και της Βελγικής Γαλατίας. Είχε καθεστώς υποτελούς κράτους καθ' όλη τη διάρκεια του 2ου και 1ου αι. π.Χ., αλλά τυπικά ήταν ανεξάρτητη από τη Ρώμη. Προσαρτήθηκε στην Αυτοκρατορία ως αποτέλεσμα της νίκης του Ιούλιου Καίσαρα στους Γαλατικούς Πολέμους το 50 π.Χ.
Μετά το 22 π.Χ., οι Ρωμαίοι χώρισαν την Κομητική Γαλατία σε τρεις επαρχίες, τις Τρεις Γαλατίες (Tres Galliae):
- Ακουιτανική Γαλατία, που αντιστοιχεί στην κεντρική και δυτική Γαλλία·
- Βελγική Γαλλία, που αντιστοιχεί στη βορειο-ανατολική Γαλλία, το Βέλγιο, το Λουξεμβούργο και τη δυτική Γερμανία· πρωτεύουσα η Ρενς, αργότερα η Τρηρ.
- Λουγδουνική Γαλατία, που αντιστοιχεί στην ανατολική και βόρεια Γαλλία, με πρωτεύουσα στο Λούγδουνον (Λυών).
Οι Ρωμαίοι χώρισαν αυτές τις τεράστιες επαρχίες σε civitates (περιοχές) που αντιστοιχούσαν λίγο πολύ στις κοινότητες ή πολιτείες πριν από την Κατάκτηση, οι οποίες μερικές φορές περιγράφονταν παραπλανητικά ως «φυλές», όπως οι Aιδούοι, οι Aλλόβρογες, οι Βελλοβάκοι και οι Σηκουανοί (βλ. Κατάλογος Κελτικών φυλών), αλλά οι civitates ήταν πολύ μεγάλες και με τη σειρά τους χωρίστηκαν σε μικρότερες μονάδες, pagi, ένας όρος που τελικά έγινε η σύγχρονη γαλλική λέξη «pays». Αυτές οι διοικητικές ομάδες θα αναλαμβάνονταν από τους Ρωμαίους στο σύστημα τοπικού ελέγχου τους, και αυτές οι civitates θα αποτελούσαν επίσης τη βάση της τελικής διαίρεσης της Γαλλίας σε εκκλησιαστικές επισκοπές και διοικήσεις, οι οποίες θα παρέμεναν σε ισχύ -με μικρές αλλαγές- μέχρι τη Γαλλική Επανάσταση.
Γλώσσα και πολιτισμός
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
Στους πέντε αιώνες που μεσολάβησαν μεταξύ της εισβολής του Καίσαρα και της κατάρρευσης της Δυτικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, η γαλατική γλώσσα και πολιτιστική ταυτότητα υπέστησαν συγκρητισμό με τη ρωμαϊκή κουλτούρα της νέας άρχουσας τάξης, και εξελίχθηκαν σε έναν υβριδικό γαλατο-ρωμαϊκό πολιτισμό, που τελικά διαπέρασε όλα τα επίπεδα της κοινωνίας. Οι Γαλάτες συνέχισαν να γράφουν κάποιες επιγραφές στη γαλατική γλώσσα, αλλά άλλαξαν από το ελληνικό αλφάβητο στο λατινικό αλφάβητο κατά τη ρωμαϊκή περίοδο. Η τρέχουσα ιστορική έρευνα υποδηλώνει ότι η Ρωμαϊκή Γαλατία ήταν «Ρωμαϊκή» μόνο σε ορισμένα (αν και σημαντικά) κοινωνικά πλαίσια, η εξέχουσα θέση των οποίων στον υλικό πολιτισμό έχει εμποδίσει την καλύτερη ιστορική κατανόηση της μονιμότητας πολλών κελτικών στοιχείων. Η ρωμαϊκή επιρροή ήταν πιο εμφανής στους τομείς της πολιτικής, θρησκείας και διοίκησης. Η θρησκεία των δρυιδών καταπνίγηκε από τον Αυτοκράτορα Κλαύδιο Α΄, και στους μεταγενέστερους αιώνες εισήχθη ο Χριστιανισμός. Η απαγόρευση των δρυιδών και η συγκρητική φύση της ρωμαϊκής θρησκείας οδήγησαν στην εξαφάνιση τής κελτικής θρησκείας. Μέχρι σήμερα παραμένει ελάχιστα κατανοητή: η τρέχουσα γνώση της κελτικής θρησκείας βασίζεται στην αρχαιολογία και σε λογοτεχνικές πηγές από αρκετές απομονωμένες περιοχές, όπως η Ιρλανδία και η Ουαλία.
Οι Ρωμαίοι επέβαλαν εύκολα τη διοικητική, οικονομική, καλλιτεχνική (ειδικά όσον αφορά τη μνημειακή τέχνη και αρχιτεκτονική) και λογοτεχνική τους κουλτούρα. Έτσι οι Γαλάτες φορούσαν τον ρωμαϊκό χιτώνα αντί για την παραδοσιακή τους ενδυμασία. Οι επιζώντες κελτικές επιρροές διείσδυσαν επίσης στον ρωμαϊκό αυτοκρατορικό πολιτισμό τον 3ο αι. Για παράδειγμα, ο γαλατικός χιτώνας -ο οποίος έδωσε στον αυτοκράτορα Καρακάλλα το επώνυμό του- δεν είχε αντικατασταθεί από τη ρωμαϊκή μόδα. Ομοίως, ορισμένες γαλατικές τεχνικές χειροτεχνίας, όπως το βαρέλι (πιο ανθεκτικό από τον ρωμαϊκό αμφορέα) και η αλυσιδωτός θώρακας υιοθετήθηκαν από τους Ρωμαίους.
Η κελτική κληρονομιά συνεχίστηκε και στην ομιλούμενη γλώσσα (βλ. Ιστορία της Γαλλικής γλώσσας). Η γαλατική ορθογραφία και προφορά της λατινικής είναι εμφανής σε αρκετούς ποιητές και μεταγραφείς δημοφιλών φάρσεων του 5ου αιώνα. Οι τελευταίες ομάδες γαλατικών ομιλητών φαίνεται να παρέμειναν μέχρι τον 6ο ή 7ο αι. Η γαλατική γλώσσα θεωρήθηκε ότι επιβεβαιώνεται από ένα απόσπασμα του Γρηγορίου του Τουρ, γραμμένο στο δεύτερο μισό του 6ου αι. [9] το οποίο περιγράφει πώς ένα ιερό «που ονομάζεται "Vasso Galatae" στη γαλατική γλώσσα» καταστράφηκε και κάηκε ολοσχερώς. Καθ' όλη τη διάρκεια της ρωμαϊκής κυριαρχίας στη Γαλατία, αν και σημειώθηκε σημαντικός εκρωμαϊσμός όσον αφορά τον υλικό πολιτισμό, η γαλατική γλώσσα θεωρείται ότι επέζησε και συνέχισε να ομιλείται, συνυπάρχοντας με τα λατινικά. [9]
Γερμανικά τοπωνύμια αναφέρθηκαν για πρώτη φορά σε παραμεθόριες περιοχές που κατοικήθηκαν από Γερμανούς αποίκους (με την έγκριση των Ρωμαίων). Τον 4ο και 5ο αι. οι Φράγκοι εγκαταστάθηκαν στη βόρεια Γαλλία και το Βέλγιο, οι Αλαμανοί στην Αλσατία και την Ελβετία και οι Βουργουνδοί στη Σαβοΐα.
- Βορειο-Γαλατικό «σου», 440–450, 4,24 γραμ.
- Γαλάτης που θερίζει, ανάγλυφο.
Βίλες στη Ρωμαϊκή Γαλατία
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Οι βίλλες ήταν συνήθως κέντρα γεωργικής παραγωγής, και συχνά συνδέονταν στενά με τα αμπελουργεία και την παραγωγή κρασιού. [10] Οι ιδιοκτήτες ήταν πιθανώς κυρίως εντόπιες γαλατικές ελίτ που εκρωμαϊστηκαν γρήγορα μετά την κατάκτηση, και μερικές φορές Ρωμαίοι και Ιταλοί που επιθυμούσαν να εκμεταλλευτούν τους πλούσιους τοπικούς πόρους. [11] Οι βίλες θα αποτελούσαν το κέντρο σύνθετων σχέσεων με την τοπική περιοχή. Μεγάλο μέρος της εργασίας θα αναλαμβανόταν από σκλάβους ή από ντόπιους αποίκους («ενοικιαστές αγρότες»). Θα υπήρχε επίσης ένας διαχειριστής αγροκτήματος, εκτός από την οικογένεια που κατοικούσε. [12]
Πόλεις της Ρωμαϊκής Γαλατίας
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Σημαντικές πόλεις της Ρωμαϊκής Γαλατίας περιλαμβάνουν τις: Lugdunum (Λυών), Lutetia (Παρίσι), Augusta Treverorum (Tρηρ), Colonia Agrippinensium (Κολωνία), Burdigala (Μπορντώ), Mασσαλία (Μαρσέιγ), Tolosa (Toulouse), Narbo Martius ( Nαρμπόν), Colonia Νemausus (Nιμ), Αrelate (Αρλ) Augustodunum (Ωτύν), Arausio (Οράγγη) και Glanum.
Eικόνες
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]- Μοντέλο του Λουγδούνου.
- Ρωμαϊκό θέατρο στο Λούγδουνον.
- Υδραγωγείο στο Λούγδουνον.
- Μακέτα της αγοράς της Λουτετίας.
- Μοντέλο της Αυγούστας Τρεβόρουμ (Τρεβήρων)
- Πόρτα Νίγκρα, Τρηρ.
- Κολονία Αγριπιένσιονυμ.
- The Piliers de Tutelle στα Βουρδίγαλα.
- Το Γαλατικό Παλάτι στα Βουρδίγαλα.
- Ανακατασκευή του Ρωμαϊκού Καπιτωλίου στην Τολόσα.
- Η Γέφυρα του Γκαρ κοντά στη Νιμ.
- Το Mαιζόν Καρέ στη Νιμ.
- Το ρωμαϊκό αμφιθέατρο στη Νιμ.
- Ναός της Diana στη Νιμ.
- Ναός του Ιανού στο Αυγουστόδουνον.
- Μνημειώδης αψίδα και μαυσωλείο στο Γκλάνουμ.
- Ρωμαϊκό θέατρο στο Αραύσιο.
- Μνημειώδης αψίδα στο Aραύσιο.
- Ρωμαϊκό αμφιθέατρο στην Αρελάτη.
- Ρωμαϊκά λουτρά στην Τρηρ.
Δείτε επίσης
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]- Γερμανοποίηση της Γαλατίας
- Έλληνες στην προ-ρωμαϊκή Γαλατία
- Μονμωρέν
- Πραιτωριανή επαρχία της Γαλατίας
- Γαλλο-ρωμαϊκή θρησκεία
- Αρχαιολογικός χώρος Ζυμπλαίν
- Μάρμαρο του Τορινύ
Σημειώσεις
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Αναφορές
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]- ↑ Drinkwater, John (2014). Roman Gaul (Routledge Revivals): The Three Provinces, 58 BC-AD 260. Routledge. (ISBN 978-1317750741) p.6
- ↑ Gilliver 2003, σελ. 11.
- ↑ Goldsworthy, Adrian (2007). Caesar, Life of a Colossus. London: Orion Books. ISBN 978-0300126891.
- ↑ Grant, Michael (1974). Julius Caesar. London: Weidenfeld and Nicolson.
- 1 2 3 Gilliver, Catherine (2003). Caesar's Gallic wars, 58–50 BC. New York: Routledge. ISBN 978-0-203-49484-4.
- ↑ Gilliver 2003.
- ↑ Boatwright et al., The Romans, From Village to Empire, p.272 (ISBN 978-0-19-511876-6)
- ↑ Bennett, Matthew (2004). "Goths". In Holmes, Richard; Singleton, Charles; Jones, Spencer (eds.). The Oxford Companion to Military History. Oxford University Press. p. 367. (ISBN 9780191727467)
- 1 2 Laurence Hélix (2011). Histoire de la langue française. Ellipses Edition Marketing S.A. σελ. 7. ISBN 978-2-7298-6470-5.
Le déclin du Gaulois et sa disparition ne s'expliquent pas seulement par des pratiques culturelles spécifiques: Lorsque les Romains conduits par César envahirent la Gaule, au 1er siecle avant J.-C., celle-ci romanisa de manière progressive et profonde. Pendant près de 500 ans, la fameuse période gallo-romaine, le gaulois et le latin parlé coexistèrent; au VIe siècle encore; le temoignage de Grégoire de Tours atteste la survivance de la langue gauloise.
- ↑ «Productions and activities». Villa, Villae en Gaule romaine (στα Αγγλικά). Ανακτήθηκε στις 4 Φεβρουαρίου 2019.
- ↑ «The estate owners». Villa, Villae en Gaule romaine (στα Αγγλικά). Ανακτήθηκε στις 4 Φεβρουαρίου 2019.
- ↑ «Farm employees and slaves». Villa, Villae en Gaule romaine (στα Αγγλικά). Ανακτήθηκε στις 4 Φεβρουαρίου 2019.
Εξωτερικοί σύνδεσμοι
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]- Ρωμαίοι στη Γαλατία : Μια Ιστοσελίδα – Ένα Εργαστήριο για Δασκάλους που πραγματοποιήθηκε στο Πανεπιστήμιο Temple, 3 Νοεμβρίου 2001. Δρ. Janice Siegel, Τμήμα Κλασικών Σπουδών, Hampden-Sydney College, Βιρτζίνια