Ρούσουλα
| Ρούσουλα | ||||||||||||||
|---|---|---|---|---|---|---|---|---|---|---|---|---|---|---|
Ρούσουλα η μεξικανή (Russula mexicana) | ||||||||||||||
| Συστηματική ταξινόμηση | ||||||||||||||
| ||||||||||||||
| Τυπικό είδος | ||||||||||||||
| Ρούσουλα η εμετική (Russula emetica) (Jacob Christian Schäffer) Περσούν (1796) | ||||||||||||||
| Συνώνυμα | ||||||||||||||
|
Η Ρούσουλα (Russula) είναι ένα πολύ μεγάλο γένος που αποτελείται από περίπου 1400 είδη μυκήτων σε όλο τον κόσμο[1]. Το γένος περιγράφηκε από τον Κρίστιαν Χέντρικ Περσούν το 1796.
Τα μανιτάρια έχουν σχετικά μεγάλο μέγεθος και λαμπερά χρώματα - καθιστώντας τη Ρούσουλα ένα από τα πλέον αναγνωρίσιμα γένη για τους μυκητολόγους και τους συλλέκτες μανιταριών. Τα διακριτικά χαρακτηριστικά τους συμπεριλαμβάνουν συνήθως πιλίδια με λαμπερά χρώματα, λευκό έως σκούρο κίτρινο αποτύπωμα σπορίων, εύθρυπτα, προσφυόμενα ελάσματα, απουσία "γάλακτος" ή λάτεξ, και απουσία μερικού πέπλου ή βόλβας στον στύπο. Στο μικροσκόπιο, το γένος χαρακτηρίζεται από σπόρια με παρουσία αμυλοειδούς διάκοσμου και σάρκα ή οποία συντίθεται από σφαιροκύστες. Τα μέλη του συγγενούς γένους Λακτάριου (Lactarius) έχουν παρόμοια χαρακτηριστικά αλλά εκλύουν ένα γαλακτερό υγρό όταν τα ελάσματα τους τραυματίζονται.
Τα εκτομυκορριζικά μανιτάρια στο γένος είναι πολύ συνηθισμένα. Αν και μερικά είδη είναι τοξικά, πολλά άλλα είναι εδώδιμα.
Ταξινόμηση
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Ο Κρίστιαν Χέντρικ Περσούν περιέγραψε για πρώτη φορά το γένος Ρούσουλα στο έργο του 1796 Μυκητολογικές Παρατηρήσεις (Observationes Mycologicae), θεωρώντας ως τα καθοριστικά χαρακτηριστικά να είναι τα σαρκώδη καρποσώματα, τα συμπιεσμένα πιλίδια και τα ισομήκη ελάσματα. [2] Το 1801 το υποβίβασε σε φυλή του γένους του Αγαρικού (Agaricus). Ο Ηλίας Μάγκνους Φρις θεωρούσε παρομοίως τη Ρούσουλα φυλή του Αγαρικού στο επιδραστικό του έργο Systema Mycologicum (1821), αλλά αργότερα, το 1825 το προβίβασε σε γένος στο Systema Orbis Vegetabilis. Την ίδια περίοδο, ο Σάμουελ Φρέντερικ Γκρέι επίσης αναγνώρισε τη Ρούσουλα σαν γένος στο έργο του The Natural Arrangement of British Plants, του 1821[3]. Το όνομα Russula προέρχεται από τη λατινική λέξη russus, που σημαίνει "κόκκινος".[4]
Κλειστά ή ημίκλειστα είδη
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]H περιγραφή της Ρούσουλας άλλαξε το 2007 όταν η μοριακή ανάλυση αποκάλυψε ότι πολλά κλειστά (γαστερόμορφα) ή ημίκλειστα είδη, τα οποία παλαιότερα κατατάσσονταν στο γένος Macowanites, στην πραγματικότητα ανήκαν στην Ρούσουλα. Το τυπικό είδος του γένους Macowanites, Macowanites agaricinus, μεταφέρθηκε στη Ρούσουλα - πλέον ονομάζεται Russula agaricina. Επιπλέον προστέθηκαν πολλά καινούρια είδη Russula albidoflava, Russula albobrunnea, Russula brunneonigra, Russula galbana, Russula pumicoidea, Russula reddellii, Russula sinuata, και Russula variispora.[5]

Ταυτοποίηση
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Anna Maria Hussey, Illustrations of British mycology, 1855

Όπως και με το γένος του Λακτάριου, οι ρούσουλες έχουν μια χαρακτηριστική σύσταση σάρκας, η οποία επίσης αντανακλάται και στην εμφάνιση των ελασμάτων και του στύπου, και η οποία τις κάνει άμεσα αναγνωρίσιμες. Δεν εντοπίζεται κάποιος πέπλος (ούτε υπολείμματα στο πιλίδιο ή κάποιος δακτύλιος). Τα ελάσματα είναι εύθρυπτα, με εξαίρεση λίγες περιπτώσεις, και δεν μπορούν να λυγίσουν παράλληλα με το πιλίδιο χωρίς να σπάσουν.[6] Διαθέτουν διακλαδωτά ελάσματα και δεν εκκρίνουν γαλακτώδη ουσία στις κομμένες επιφάνειες, σε αντίθεση με το γένος του Λακτάριου. Η παρουσία μεγάλων σφαιρικών κυττάρων (σφαιροκυττάρων) στο στύπο είναι σημαντικό χαρακτηριστικό, το οποίο διακρίνει τα μέλη της οικογένειας των Ρουσουλοειδών από άλλα μανιτάρια. Στα Ρουσουλοειδή ο στύπος σπάει όπως η σάρκα του μήλου, ενώ στις άλλες οικογένειες σπάει σε ίνες. [7] Το αποτύπωμα των σπορίων ποικίλει από λευκό, σε υπόλευκο ή μέχρι πορτοκαλί.
Αν και είναι σχετικά εύκολο να αναγνωριστεί ένα μανιτάρι ότι ανήκει σε αυτό το γένος, είναι εξαιρετικά δύσκολο να ξεχωρίσεις τα είδη της Ρούσουλας μεταξύ τους. Αυτή η άσκηση συχνά απαιτεί χαρακτηριστικά, τα οποία είναι εμφανή με το μικροσκόπιο, και ελαφρώς υποκειμενικές διακρίσεις, όπως η διαφορά ανάμεσα σε ήπια έως πικρή και ήπια έως στυφή γεύση. Οι ακριβείς μοριακές φυλογενετικές σχέσεις αυτών των μανιταριών δεν έχουν ακόμη αποσαφηνιστεί στην επιστημονική μυκητολογική κοινότητα, το οποίο αναμένεται να γίνει όταν ολοκληρωθεί η ανάλυση μέσω DNA.
Τα ακόλουθα χαρακτηριστικά είναι συχνά σημαντικά για την αναγνώριση των μεμονωμένων ειδών:
- ακριβές χρώμα του αποτυπώματος των σπορίων (λευκό/υπόλευκο/ώχρα),
- γεύση (ήπια/πικρή/στυφή),
- αλλαγές χρώματος στη σάρκα,
- Η απόσταση από το κέντρο του πιλιδίου μέχρι την οποία μπορεί να αφαιρεθεί η επιδερμίδα του πιλιδίου (ποσοστό ξεφλουδίσματος).
- χρώμα του πιλιδίου (αλλά και αυτό συχνά μεταβάλλεται και εντός του ίδιου είδους),
- αντίδραση της σάρκας σε θειικό σίδηρο (FeSO4), φορμαλδεΰδη, αλκάλια και άλλες χημικές ουσίες,
- διάκοσμος των σπορίων και
- άλλα μικροσκοπικά χαρακτηριστικά, όπως η αλλαγή στην εμφάνιση των κυστιδίων όταν έρθουν σε επαφή με διάφορα αντιδραστήρια
Παρά τη δυσκολία στην αναγνώριση των δειγμάτων, η πιθανότητα του εντοπισμού των τοξικών ειδών από την στυφή τους γεύση, καθιστά κάποια από τα είδη με ήπια γεύση, όπως η Ρούσουλα η κυανόξανθη (Russula cyanoxantha) και η Russula vesca, ιδιαίτερα δημοφιλή βρώσιμα μανιτάρια.[8]
Οικολογία
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Όλα τα είδη Ρούσουλας συμβιώνουν εκτομυκορριζικά με ψηλότερα φυτά και δέντρα, και το γένος έχει συνολικά ένα ευρύ φάσμα από ξενιστές.[9] Κάποια είδη είναι ιδιαίτερα διαδεδομένα και είναι ικανά να συμβιώνουν με έναν ή και περισσότερα είδη ξενιστών σε μια ποικιλία από βιοτόπους, ενώ άλλα είναι πιο περιορισμένα σε ένα είδος ξενιστή ή βιοτόπου, ή και τα δύο. [10]Το μυκοετεροτροφικό φυτό Monotropa uniflora συμβιώνει με ένα μικρό αριθμό από μύκητες, όλα μέλη των Ρουσουλοειδών, συμπεριλαμβανομένων 18 ειδών του γένους Ρούσουλα. [11]
Τα καρποσώματα της Ρούσουλας αποτελούν εποχιακό φαγητό για γυμνοσάλιαγκες, σκίουρους και ελάφια. [12][13][14][15]
Μερικές ρούσουλες βιοσυσσωρεύουν υψηλά επίπεδα τοξικών μετάλλων από το περιβάλλον τους. Για παράδειγμα, η Russula atropurpurea είναι ικανή να συγκεντρώνει ψευδάργυρο, μια ιδιότητα η οποία αποδίδεται στην παρουσία εξειδικευμένων πεπτιδίων στο μανιτάρι.[16] Η Ρούσουλα η μαύρη (Russula nigricans) μπορεί να συσσωρεύσει μόλυβδο σε συγκέντρωση έως και πέντε φορές υψηλότερη από το χώμα μέσα στο οποίο αναπτύσσεται[17], ενώ η Ρούσουλα η ωχρόλευκη ( Russula ochroleuca) συγκεντρώνει υδράργυρο από το περιβάλλον.[18]
Τοξικότητα
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Το κύριο μοτίβο τοξικότητας το οποίο έχει παρατηρηθεί στα είδη της Ρούσουλας είναι γαστροεντερικά συμπτώματα, σε όσα έχουν στυφή γεύση εάν καταναλωθούν ωμά ή όχι καλά μαγειρεμένα. Πολλά από αυτά είναι είδη με κόκκινο πιλίδιο, όπως η Ρούσουλα η εμετική (Russula emetica), Russula sardonia και Russula nobilis. Το ασιατικό είδος Russula subnigricans είναι η αιτία για πολλές θανατηφόρες περιπτώσεις ραβδομυόλυσης στην Ιαπωνία.[19] Πολλοί ενεργοί παράγοντες έχουν απομονωθεί από τα είδη, συμπεριλαμβανομένης της ρουσουφελίνης Α [20]και του κυκλοπροπ -2- ενίου καρβοξυλικού οξέος.[21]

Οι άνθρωποι συλλέγουν αρκετά είδη Ρούσουλας για τροφή. Όσον αφορά την βρωσιμότητα της Ρούσουλας υπάρχει συχνά πολιτισμικό χάσμα. Οι οδηγοί μανιταριών της Βόρειας Αμερικής τείνουν να καταλογογραφούν κυρίως τα μη εδώδιμα είδη και να εφιστούν την προσοχή όταν καταναλώνεται κάποιο μέλος αυτού του γένους. Αντίθετα, οι ευρωπαϊκοί οδηγοί μανιταριών έχουν μια πολύ πιο θετική άποψη και παρουσιάζουν περισσότερα εδώδιμα είδη.[22]
Στην περιοχή του Βορειοδυτικού Ειρηνικού της Βόρειας Αμερικής, συλλέγεται μόνο η Russula brevipes, η οποία όταν παρασιτίζεται από τον Hypomyces lactifluorum, είναι γνωστή ως "μανιτάρι αστακός" και συλλέγεται εμπορικά. Πολλά είδη της Ρούσουλας πωλούνται στις αγορές του Κεντρικού Μεξικού : Russula brevipes, Russula cyanoxantha, Russula mexicana και Russula olivacea. Στην Τλαξκάλα τα άγρια είδη που πωλούνται στην αγορά συμπεριλαμβάνουν τα Russula alutacea, Russula cyanoxantha, Russula delica, Russula mariae, Russula olivacea, Russula romagnesia και Russula xerampelina.[23]
Στη Μαδαγασκάρη, τα είδη που συλλέγονται από τα εισαγόμενα δάση ευκαλύπτων περιλαμβάνουν το Russula madecassense, το Russula prolifica και πολλά άλλα είδη ήσσονος σημασίας, συμπεριλαμβανομένων ορισμένων που δεν έχουν ακόμη περιγραφεί επίσημα. [24] Η Ρούσουλα είναι το πιο ευρέως καταναλισκόμενο και οικονομικά σημαντικότερο είδος μανιταριών στη Μαδαγασκάρη, ιδιαίτερα η Russula prolifica και η Ρούσουλα η εδώδιμη (Russula edulis). Σε αυτή και σε άλλες βρώσιμες Ρούσουλες συνήθως αφαιρείται η επιδερμίδα του πιλιδίου, έτσι ώστε να μοιάζουν εμφανισιακά στο Αγαρικό το δίσπορο. [25] Στην Τανζανία, η Russula cellulata και η Russula ciliata καταναλώνονται μερικές φορές ως τρόφιμα. [26]
Η Ράσουλα η κυανόξανθη (Russula cyanoxantha) είναι δημοφιλές φαγώσιμο σε όλη την Ασία, την Ευρώπη και τον Ειρηνικό. [27] Στη Φινλανδία, τα είδη που τρώγονται συνήθως περιλαμβάνουν (αλλά δεν περιορίζονται σε) τα Russula vinosa, Russula vesca, Russula paludosa, Russella decolorans, Russulla xerampelina και Russula claroflava.[28]
Στην Ταϊλάνδη, οι ρούσουλες που συλλέγονται από τους ντόπιους και πωλούνται στις άκρες των δρόμων και στις τοπικές αγορές περιλαμβάνουν τα Russula alboareolata, Russula lepida, Russula nigricans, Russulla virescens και τη Russula xerampelina.[29] Οι βρώσιμες ρούσουλες στο Νεπάλ περιλαμβάνουν τα Russula flavida και Russula chlorides.[30] Το τροπικό κινέζικο είδος Russula griseocarnosa, που μέχρι το 2009 αναγνωριζόταν λανθασμένα ως το ευρωπαϊκό Russulla vinosa, συλλέγεται εμπορικά ως τροφή και φάρμακo.[31]
Φυσικά προϊόντα
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Παρά τον μεγάλο αριθμό ειδών, οι δευτερογενείς μεταβολίτες του γένους Ρούσουλα δεν έχουν ερευνηθεί καλά, ειδικά σε σύγκριση με τον Λακτάριο (Lactarius). Η Russula foetens έχει αποδειχθεί ότι παράγει τα σεσκιτερπένια Λακταπιπερανόλη Α και Λακταπιπερανόλη Ε[32]. Μια νέα λεκτίνη με ισχυρή αντικαρκινική δράση in vitro απομονώθηκε από το Russula rosea, η πρώτη λεκτίνη που αναφέρεται από τη Ρούσουλα. [33]Αυτό το μανιτάρι είναι επίσης η πηγή των σεσκιτερπένιων ρουλεπιδανόλη και ρουλεπιδαδιένες Α και Β.[34] Η Russula nigricans περιέχει την ουσία νιγρικανίνη, το πρώτο παράγωγο ελλαγικού οξέους που έχει απομονωθεί από ανώτερους μύκητες.[35]
Σημαντικά είδη
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
- Ρούσουλα η κυανόξανθη (Russula cyanoxantha) - εδώδιμη, υψηλής ποιότητας, με μπλε έως πρασινωπό πιλίδιο, ήπια γεύση και λευκά, λιπαρά ελάσματα
- Ρούσουλα η εμετική (Russula emetica)
- Russula subnigricans - ένα δηλητηριώδες μανιτάρι που προκαλεί ραβδογόνο στην Ιαπωνία, την Κίνα και την Ταϊβάν.
- Ρούσουλα η πρασινωπή (Russula virescens) - εξαιρετικά εδώδιμη, αναγνωρίσιμη από το πράσινο και με χαρακτηριστικές ραγάδες πιλίδιο
- Ρούσουλα η ξηραμπέλινη (Russula xerampelina) - μια εδώδιμη ρούσουλα, με μυρωδιά και γεύση γαρίδας ή θαλασσινών
Παραπομπές
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]- ↑ Kirk, Paul (επιμ.). «Russula». Catalogue of Life. Ανακτήθηκε στις 9 Σεπτεμβρίου 2025.
- ↑ Persoon, CH (1796). Observationes mycologicae (στα Λατινικά). Λειψία, Γερμανία: Apud Petrum Phillippum Wolf. σελ. 100. Ανακτήθηκε στις 10 Σεπτεμβρίου 2025.
Pileus carnorufus, utplurimum depressus; Lamellae longitudine aequales
- ↑ Gray, SF (1821). A Natural Arrangement of British Plants (στα Αγγλικά). Λονδίνο, Ηνωμένο Βασίλειο: Baldwin, Cradock and Joy. σελ. 618.
Texture vesicular or cellular; stem mostly white; cap fleshy, mostly depressed; gills equal, not terminated by annular margin.-Most are poisonous.
- ↑ Schalkwijk-Barendsen, HME (1921). Mushrooms of Western Canada. Edmonton, Canada: Lone Pine Publishing. σελ. 208. ISBN 978-0-919433-47-2.
- ↑ Lebel, Τ; Tonkin, JE (2007). «Australasian species of Macowanites are sequestrate species of Russula (Russulaceae, Basidiomycota». Australian Systematic Botany 20 (4): 355–381. doi:.
- ↑ Marley, G. Chanterelle Dreams, Amanita Nightmares: The Love, Lore, and Mystique of Mushrooms. Chelsea Green Publishing. σελ. 20. ISBN 978-1-60358-280-3.
- ↑ Mohanan, C. Macrofungi of Kerala. Κεράλα: Kerala Forest Research Institute. σελ. 597. ISBN 978-81-85041-73-5.
- ↑ «5. Edibility and toxicity of Russulales». Russulales News. Museo Tridentino di Scienze Naturali. 27 Δεκεμβρίου 2010. Ανακτήθηκε στις 10 Σεπτεμβρίου 2010.
- ↑ Trappe, JM (1962). «Fungus associates of ectotrophic mycorrhizae». Botanical Review 28 (4): 538–606.. doi:. Bibcode: 1962BotRv..28..538T.
- ↑ Roberts C, Ceska O, Kroeger P, Kendrick BW (2004). «Macrofungi from six habitats over five years in Clayoquot Sound, Vancouver Island». Canadian Journal of Botany 82 (10): 1518–1538. doi:.
- ↑ Yang S, S; Pfister, DH (2006). «Monotropa uniflora plants of eastern Massachusetts form mycorrhizae with a diversity of russulacean fungi». Mycologia 98 (4): 535–540. doi:. PMID 17139846.
- ↑ Cazares E, Trappe JM (1994). «Spore dispersal of hypogeous, ectomycorrhizal fungi on a glacier forefront by mammal mycophagy». Mycologia 86 (4): 507–510. doi:. http://www.cybertruffle.org.uk/cyberliber/59350/0086/004/0507.htm.
- ↑ Maser C, Trappe JM, Nussbaum RA (1978). «Fungal-small mammal interrelationships with emphasis on Oregon coniferous forests». Ecology 59 (4): 799–809.. doi:. Bibcode: 1978Ecol...59..799M. https://archive.org/details/sim_ecology_summer-1978_59_4/page/798.
- ↑ Maser C, Maser Z, Trappe JM (1985). «Food habits of the northern flying squirrel (Glaucomys sabrinus) in Oregon». Canadian Journal of Zoology 63 (4): 1084–1088. Bibcode: 10.1139/z85-162.
- ↑ Keller HW, Snell KL (2002). «Feeding activities of slugs on Myxomycetes and macrofungi». Mycologia 94 (5): 757–760. doi:. PMID 21156549.
- ↑ Leonhardt T, Sácký J, Šimek P, Šantrůček J, Kotrba P (2014). «Metallothionein-like peptides involved in sequestration of Zn in the Zn-accumulating ectomycorrhizal fungus Russula atropurpurea». Metallomics 6 (9): 1693–1701. doi:. PMID 24992964.
- ↑ Busuioc G, Elekes C (2013). «Response of four Russula species under copper sulphate and lead acetate treatments». Notulae Botanicae Horti Agrobotanici Cluj-Napoca 41 (2): 538–545. doi:.
- ↑ Drewnowska M, Sąpór A, Jarzyńska G, Nnorom IC, Sajwan KS, Falandysz J (2012). «Mercury in Russula mushrooms: Bioconcentration by Yellow-ocher Brittle Gills Russula ochroleuca». Journal of Environmental Science and Health, Part A 47 (11): 1577–1591. doi:. PMID 22702818. Bibcode: 2012JESHA..47.1577D.
- ↑ Money, Nicholas P. (2011). Mushroom. Oxford University Press. σελ. 118. ISBN 978-0-19-973256-2.
- ↑ Takahashi A, Agatsuma T, Matsuda M, Ohta T, Nunozawa T, Endo T, Nozoe S (1992). «Russuphelin A, a New Cytotoxic Substane from the Mushroom Russula subnigricans HONGO». Chemical & Pharmaceutical Bulletin 40 (12): 3185–3188. doi:. PMID 1294320. https://www.jstage.jst.go.jp/article/cpb1958/40/12/40_12_3185/_article.
- ↑ Matsuura M, Saikawa Y, Inui K, Nakae K, Igarashi M, Hashimoto K, Nakata M (2009). «Identification of the toxic trigger in mushroom poisoning». Nature Chemical Biology 5: 465–467. doi:. PMID 19465932.
- ↑ Marley, G. (2010). Chanterelle Dreams, Amanita Nightmares: The Love, Lore, and Mystique of Mushrooms (στα Αγγλικά). Chelsea Green Publishing. σελ. 20. ISBN 978-1-60358-280-3.
- ↑ Dugan (2011), σελ. 77–78
- ↑ Dugan (2011), σελ. 69.
- ↑ Buyck B. (2008). «The edible mushrooms of Madagascar: An evolving enigma». Economic Botany 62 (3). doi:. Bibcode: 2008EcBot..62..509B. «509–520».
- ↑ Dugan (2011), σελ. 70.
- ↑ Dugan (2011), σελ. 46, 62.
- ↑ «Suositeltavat ruokasienet» (στα fi). Evira. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 2017-11-15. https://web.archive.org/web/20171115225634/https://www.evira.fi/elintarvikkeet/valmistus-ja-myynti/elintarvikeryhmat/ruokasienet/kauppasienet/. Ανακτήθηκε στις 2018-08-20.
- ↑ Dugan (2011), σελ. 58.
- ↑ Dugan (2011), σελ. 57.
- ↑ Wang XH, Yang ZL, Li YC, Knudsen H, Liu PG (2009). «Russula griseocarnosa sp. nov. (Russulaceae, Russulales), a commercially important edible mushroom in tropical China: mycorrhiza, phylogenetic position, and taxonomy». Nova Hedwigia 88 (1-2): 269–82. doi:.
- ↑ Wang XN, Wang F, Du JC, Ge HM, Tan RX, Liu JK (2005). «A new marasmane sesquiterpene from the Basidiomycete Russula foetens». Zeitschrift für Naturforschung 60b (10): 1065–1067. doi:. http://www.znaturforsch.com/ab/v60b/s60b1065.pdf.
- ↑ Zhang G, Sun, J, Wang H, Ng TB (2010). «First isolation and characterization of a novel lectin with potent antitumor activity from a Russula mushroom». Phytomedicine 17 (10): 775–781. doi:. PMID 20378319.
- ↑ Vidari G, Che Z, Garlaschelli L (1998). «New nardosinane and aristolane sesquiterpenes from the fruiting bodies of Russula lepida». Tetrahedron Letters 39 (33): 6073–6076. doi:. https://archive.org/details/sim_tetrahedron-letters_1998-08-13_39_33/page/6072.
- ↑ Nigricanin, the first ellagic acid derived metabolite from the basidiomycete Russula nigricans (2004). «Nigricanin, the first ellagic acid derived metabolite from the basidiomycete Russula nigricans». Helvetica Chimica Acta 87 (4): 1025–1029. doi:.
Βιβλιογραφία
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]- Dugan FM. (2011). Conspectus of World Ethnomycology. St. Paul, Minnesota: American Phytopathological Society. ISBN 978-0-89054-395-5.
- Arora, D (1986). Mushrooms demystified: A comprehensive guide to the fleshy fungi, Berkeley: Ten Speed Press. σελ. 83–103.
- Kibby, G. & Fatto, R. (1990). Keys to the species of Russula in northeastern North America, Somerville, NJ: Kibby-Fatto Enterprises
- Weber, N. S. & Smith, A. H. (1985). A field guide to southern mushrooms, Ann Arbor: U Michigan P
- Moser, M. (1978) Basidiomycetes II: Röhrlinge und Blätterpilze, Gustav Fischer Verlag Stuttgart. English edition: Keys to Agarics and Boleti... published by Roger Phillips, London.
Εξωτερικοί σύνδεσμοι
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
Πολυμέσα σχετικά με το θέμα Russula στο Wikimedia Commons