Ρουνασίμι

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Επτά εκατομμύρια άνθρωποι μιλούν σήμερα ως μητρική τη γλώσσα των Κέτσουα, δηλαδή των απογόνων του πανανδικού πολιτισμού των Ίνκας, σε έξι χώρες της νότιας Αμερικής: στη νοτιοδυτική Κολομβία, στον Ισημερινό, κυρίως στο Περού, σε ορισμένες περιοχές της Βολιβίας, στη βόρεια Αργεντινή και στη Χιλή (βόρεια του Σαντιάγο), ενώ μεγάλος αριθμός κατοίκων αυτών των χορών την μιλούν ως δεύτερη γλώσσα, παράλληλα με την ισπανική. Πρόδρομός της θεωρείται η τζακάρου, η αρχαϊκή γλώσσα των Αϊμάρα της Βολιβίας. Χωρίζεται σε δύο κύριες διαλέκτους: την quechua I waywash και την quechua II wampu. Αυτή, διακρίνεται επίσης σε τρία ιδιώματα, το Α, το Β και το C. Μεταξύ αυτών, η quechua wampu chínchay sureño II C cusqueño-boliviano, είναι η επίσημη αυτοκρατορική γλώσσα του Κούζκο, στο νότιο Περού, από τον 6ο έως τον 15ο αι. μ.Χ., στην οποία δημιουργήθηκε (δεν μπορούμε να πούμε «γράφτηκε») η κλασική ποίηση των Ίνκας. Ανάμεσα στις διαλέκτους του βορρά (Εκουαδόρ) και του νότου (Χιλή), υπάρχει μία χρονική και γλωσσική διαφορά δέκα αιώνων. Στην εποχή μας, οι γλωσσολόγοι έχουν προσαρμόσει τα διεθνή σύμβολα της φωνητικής στους ήχους αυτής της γλώσσας, έτσι ώστε να διευκολυνθεί η μελέτη της λογοτεχνίας της. Αυτό θα πρέπει να μας προβληματίσει, όμως, γύρω από την ικανότητά μας, ως λαών της γραπτής κουλτούρας, να αποστηθίζουμε, να κατανοούμε και να θυμόμαστε έναν μεγάλο όγκο γνώσεων, σε σύγκριση με τους πολιτισμούς της προφορικής παράδοσης.

Η ακουστική της κέτσουα / ρουνασίμι βασίζεται σε ήχους ουρανικούς, και λαρυγγικούς: έχει, για παράδειγμα, έξι τύπους του φθόγγου «κ»: k, k’, kh, q, q’, qh, ανάλογα με την ένταση του ήχου και το σημείο της στοματικής κοιλότητας ή του λάρυγγα που τον δημιουργεί.

Ανήκει στην ομάδα των συμφυρματικών ή συγκολλητικών γλωσσών και λειτουργεί –όπως και οι ουραλοαλταϊκές (βλ. Ιαπωνική, Τουρκική, Φινλανδική και Ουγγρική)- με προσφύματα, επιθέματα και μεσαίες συλλαβές που επικολλώνται στις ρίζες των λέξεων και ολοκληρώνουν το νόημά τους ως προς τον χρόνο, την εξέλιξη και την ταχύτητά της, τον τόπο και την απόσταση, (σε κίνηση ή στάση), το υποκείμενο, το άμεσο ή έμμεσο αντικείμενο ή κατηγορούμενο και τον αριθμό ή την ποσότητά τους, την κτήση, την άρνηση ή αντίθεση, την κατάφαση ή την αποδοχή, την απορία και την αίτηση άδειας, την βεβαιότητα ή την ανασφάλεια, την ολότητα ή τον επιμερισμό, την πτώση, τον τρόπο, το μέσον, την εμπειρία και τη συνειδητότητα, την υποχρέωση, την τιμή και το συναίσθημα, το σκοπό ή και τη συνέργια και την αιτία της πράξης, ή της έννοιας –συγκεκριμένης ή αφηρημένης- που δηλώνεται, ή άλλες γραμματικές και συντακτικές σχέσεις. Μέχρι και τα βοηθητικά ρήματα, δηλώνονται με συλλαβές στη μέση των λέξεων. Κύριο μέλημα, λοιπόν, αυτής της γλώσσας είναι η ακρίβεια στη δήλωση. Γι αυτό και η μετάφρασή της είναι δύσκολη, και ορισμένες στιγμές ακατόρθωτη. Άλλωστε, πάντα η μετάφραση, και ιδιαίτερα της ποίησης, αφαιρεί τη γοητεία των νοημάτων. Ένα μεταφρασμένο έργο δεν ανήκει, πλέον, στη λογοτεχνία της γλώσσας στην οποία πρωτογράφτηκε, αλλά περνά, κατά κάποιον τρόπο, στη λογοτεχνία της γλώσσας υποδοχής στην οποία μεταφράστηκε. Γι αυτόν το λόγο, παραθέτουμε σ’ αυτό το βιβλίο την ποίηση των Ίνκας σε δύο γλώσσες: στην μητρική runasimi και στη θετή της γλώσσα, την Ελληνική. Έχουμε αποφύγει την έμμετρη απόδοση, για να διατηρήσουμε αυτούσια την έννοια των ινκαϊκών στοίχων.

Είναι ενδιαφέρον να αναφέρουμε εδώ εκείνον τον κανόνα της ινδιάνικης γραμματικής, σύμφωνα με τον οποίον, τα ρήματα έχουν τύπο στιγμιαίο αλλά και διαρκείας, μόνο στην καταφατική τους μορφή, ενώ στην αρνητική περιορίζονται στο στιγμιαίο. Π.χ.: takini = τραγουδώ γενικά, yo canto (στα ισπανικά), I sing (στα αγγλικά). Takishani = τραγουδώ τώρα, yo estoy cantando (στα ισπανικά) και I am singing (στα αγγλικά). Manan takinichu = δεν τραγουδώ, είτε γενικά, είτε τώρα, yo no canto, yo no estoy cantando (στα ισπανικά), I do not sing, I am not singing (στα αγγλικά). Όλα μαζί σε έναν αρνητικό τύπο. Δεν υπάρχει ο τύπος manan takishanichu. Κι αυτό βασίζεται στη νοοτροπία αυτού του λαού (κάθε γλώσσα, άλλωστε, αποτελεί την έκφραση μίας πολιτισμικής νοοτροπίας), στη φιλοσοφία τους, θα ήταν προτιμότερο να πούμε, η οποία συνάδει με την αριστοτελική, και υπαγορεύει ότι το μη ον δεν υφίσταται, ούτε ως προς τον τόπο ούτε ως προς το χρόνο˙ είναι απουσία κυριότητας ή πράξης. Εάν υπάρξει άρνηση, τότε παύει να υφίσταται η πραγματικότητα ή η αλήθεια. Και επειδή το ρήμα ειμί (είμαι, υπάρχω, γίνομαι, είμαι παρών, υφίσταμαι), estar στα ισπανικά, to be στα αγγλικά, και kay ή και –sha- στη γλώσσα των Quechua, σχηματίζει τον ενεστώτα διαρκείας, εκλείπει από την άρνηση.

Είναι εντυπωσιακό να εξετάσουμε, τελειώνοντας αυτό το σύντομο εισαγωγικό σημείωμα, τη δημιουργία των ρηματικών τύπων:

  • tapu = ρίζα της έννοιας «ρωτώ»
  • tapuy = απαρέμφατο του ρήματος ρωτώ
  • tapuni = πρώτο πρόσωπο ενεστώτα οριστικής (εγώ ρωτώ)
  • tapuykuni = εγώ ρωτώ συνειδητά και λαμβάνοντας την τιμή
  • tapu(y)kushani = εγώ λαμβάνω ΤΩΡΑ την τιμή να ρωτήσω συνειδητά
  • tapu(y)kuspa kani = εγώ βρίσκομαι ΤΩΡΑ στην τιμητική θέση να σε ρωτήσω συνειδητά
  • tapuyuni = εγώ ρωτώ με τελετουργικό τρόπο
  • tapuyku = εγώ σε ρωτώ
  • tapuyukusayki = εγώ λαμβάνω την τελετουργική τιμή να σε ρωτήσω
  • tapuyuykimanchu = μπορώ εγώ να σε ρωτήσω μία φορά;

(Οι δύο τελευταίοι τύποι χρησιμοποιούνται στην καθημερινή ευγενική γλώσσα.)

Επίσης, είναι ενδιαφέρουσα η σύνταξη της κλασικής γλώσσας των Ίνκας, η οποία, όπως και η ιαπωνική και η τουρκική, θέτουν το ρήμα στο τέλος. Δημιουργούν, δηλαδή, ένα φαινόμενο ανάλογο της γερμανικής Endstellung:

  • Noqa wayñuta Qosqopi páywan takishani.
  • Εγώ «γουάϋνιου» το, Κούσκο στο, εκείνη με, χορεύω είμαι.
  • Δηλαδή: Εγώ τώρα χορεύω «γουάϋνιου» με εκείνη στο Κούσκο.

Σήμερα πλέον, η νέα υβριδική quechua ακολουθεί την ισπανική σύνταξη: υποκείμενο –ρήμα – αντικείμενο.

Η ποίηση των Ίνκας έφτασε σε υψηλό καλλιτεχνικό επίπεδο, χάρη στη γλώσσα ρουνασίμι των Κέτσουα, η οποία διαθέτει ελαστικότητα και μουσικότητα ευρείας κλίμακας. Επιπλέον, η διαπολιτισμικότητα εκείνης της κοινωνίας την ώθησε σε μία υψηλή σύνθεση αισθητικής εκλέπτυνσης. Ο βολιβιανός λόγιος Χεσούς Λάρα[1] αναφέρει ότι «δεν υπάρχει άλλη γλώσσα στον κόσμο ικανή να εκφράσει με ένα μόνο ρήμα τόσες ψυχικές καταστάσεις, τόσες βαθμίδες τρυφερότητας ή πάθους, θυμού ή καταφρόνιας. […] Είναι το πολυτιμότερο μνημείο μεταξύ όλων των εγερθέντων από την τιτάνια φυλή των Άνδεων, […] και Μούσα της είναι η φλογέρα ζαμπόνια.»

  • Είναι αναμενόμενος ο πεσιμισμός στην ποίηση ενός λαού που ζει σ’ ένα φυσικό περιβάλλον ανελέητο, και που οι κατακτητές του τον έχουν ακρωτηριάσει.
  • Δώδεκα είναι τα κυριότερα είδη της ινκαϊκής ποίησης:

haylli: θριαμβευτικός ύμνος θρησκευτικός, αγροτικός, πολιτικός ή στρατιωτικός, που υπερέχει στην μέγιστη των τελετουργιών, την Intiqraymin, προς τιμήν του θεού Ηλίου. Έχει μορφή διαλόγου με κυρίαρχες τις ανδρικές φωνές και ως αντίστιξη τις γυναικείες. arawi: ρομαντική μπαλάντα, κατ’ εξοχήν λυρική, που υμνεί τον έρωτα. Είναι χορευτική μελωδία και διαιρείται σε τρία είδη: 2.α. haray arawi: για τη θλίψη του έρωτα, 2.β. sank’ay arawi: για την εξιλέωση των ερωτικών ενοχών, και 2.γ. warihsa arawi, ή kusi, ή sumaq arawi: για τις χαρές και τις απολαύσεις του έρωτα. 3. wayñu (huayño): συνδυασμός ποίησης, μουσικής και χορού. Παρουσιάζει μεταφορικά τη λεπτότητα, αλλά και την τόλμη. 4. qhashwa 5. taki 6. samakueka 7. qhaluyu

Αυτά τα τέσσερα είδη είναι επίσης ερωτικά, όμως πιο εορταστικά και λιγότερο εκλεπτυσμένα.

8. wawaki: ποίημα ερωτικό, αλλά και μαγικο-θρησκευτικό, για την προστασία της καλλιεργημένης γης από τις φυσικές καταστροφές. 9. wanqa: είναι η κατ’ εξοχήν ποίηση των Ίνκας του Περού, που πλησιάζει περισσότερο στο arawi των Aymara της Βολιβίας. Παρουσιάζει συγγενείς μορφές με την ευρωπαϊκή ελεγεία.[2] Χρησιμοποιείται ως μοιρολόι για τον αποχαιρετισμό των αναχωρητών ή των νεκρών. Πρέπει, επίσης, να αναφερθεί εδώ και το θεατρικό δράμα aránway, που μετέπειτα δέχτηκε ισπανικές επιρροές από τον 16ο αιώνα.

Οι ποιητές (yarawí, arawiku) συνέθεταν τα μελοποιημένα ποιήματα για το θέατρο (aranwa), όπου οι ηθοποιοί (saynataruna) ερμήνευαν τους έμμετρους διαλόγους φορώντας μάσκες (saynata).

Ο Γουαμάν Πούμα ντε Αγιάλα [3] αναφέρει το χορό Ιλαμάγια, που αναπαριστά τους βοσκούς με τα λάμας, το harawayo –το χορό των γεωργών, τον kachiwa, δηλ. το χορό της ευθυμίας, και προσθέτει ότι «εάν αυτοί οι χοροί δεν συνοδεύονταν από πολύ ποτό, θα μπορούσαμε να πούμε ότι αντιπροσώπευαν την έκφραση της απόλυτης ευτυχίας.»

«Η γλώσσα aymara αποτελεί μνημείο ενός λαού με πνευματική ευρύτητα και αισθητική ευαισθησία. Εκφράζει τη συλλογική συνείδηση ενός εθνικού χαρακτήρα ήπιου, αλλά με σιδερένια θέληση για επιβίωση σ’ ένα περιβάλλον εχθρικό για τον μέσο άνθρωπο. Είναι η γλώσσα της στωικότητας ενώπιον της βαθιάς επαφής του Ανθρώπου με τη Φύση. […] Η ποίηση των Aymara μάς εκπλήσσει με τον άκαμπτο εξπρεσιονισμό και την αφαιρετικότητά της», αναφέρει μεταξύ άλλων ο βολιβιανός κριτικός της λογοτεχνίας Édgar Ávila Echazú.[1] Τα θέματα που την απασχολούν είναι οι κοσμικές ενοράσεις, οι θεϊκές αποκαλύψεις, η προέλευση του ανθρώπινου γένους και η διακυβέρνηση της ζωής του από τους θεούς, ο χρόνος, ο χώρος και οι σχέσεις του Ανθρώπου με τη Φύση και τη θεϊκή υπόσταση. Πρόκειται για μία προφορική παράδοση των περίπλοκων κι εκλεπτυσμένων εννοιών της φιλοσοφίας, της κοσμογονίας, της θεογονίας και της μυθολογίας των αυτοχθόνων, όπως αυτή εμφανίζεται στα ανάγλυφα του Tiwanaku. Χαρακτηρίζεται από έναν ερωτικό λυρισμό, συχνά μελαγχολικό, και αγνό. Αφθονούν οι συσχετισμοί της γυναίκας με τα πτηνά, τα λουλούδια και τ’ άστρα. Οι ανώνυμοι ποιητές των Aymara θρηνούν την απουσία αγαπημένων προσώπων, την απιστία και την αδιαφορία. Υπάρχουν, επίσης, επικλήσεις στους θεούς για ειρήνη, στη ζωή και στο θάνατο. Οι λογοτεχνικές μεταφορές σπανίζουν, κι όταν εμφανίζονται, τότε είναι απλοϊκές. Οι στίχοι είναι λακωνικοί και ο αριθμός των στροφών δεν είναι μεγάλος. Συχνά χρησιμοποιούνται ρητορικά στοιχεία με έναν σχεδόν θεατρικό τρόπο. Οι αντωνυμίες στο δεύτερο πρόσωπο του ενικού, η προστακτική έγκλιση των ρημάτων και τα υποκοριστικά κυριαρχούν στη γραμματική αυτής της ποίησης.

Εννέα είναι τα είδη της ποίησης αυτού του πολιτισμού:

  • aima
  • kkochu
  • wallawi
  • kirkis
  • kjachua
  • sara
  • haylli (ύμνος)
  • harawi (μπαλάντα)
  • huayño (τραγούδι).

Είναι θλιβερό το γεγονός ότι αυτή η ποίηση (με εξαίρεση τα τρία τελευταία είδη, τα οποία συναντούμε αργότερα και στους Ίνκας), «κατεπνίγη» με την επιβολή της Αυτοκρατορίας τους, αφήνοντάς μας σήμερα αμυδρά ίχνη του μεγαλείου της. Οι Ίνκας, βέβαια, ανέπτυξαν άλλα είδη ποίησης, με τα οποία θα ασχοληθούμε παρακάτω.

(Η ορθογραφία της αρχαϊκής γλώσσας aymara δεν ακολουθεί εκείνη της runasimi / quechua των Ίνκας. Παρ’ όλα αυτά, έχουμε προσπαθήσει να διατηρήσουμε έναν ομοιόμορφο τρόπο γραφής για τις λέξεις που είναι κοινές ανάμεσα στις δύο γλώσσες. Λέξεις-κλειδιά πολιτισμών, όπως: Ήλιος = Inti, πατέρας = ta(y)ta, αιώνιος = wiñay, κεραυνός = illapu, φωτιά = nina, νερό = umu, χρυσάφι = qhori, ασήμι = qollqe, πέτρα = q’ala, χαρά = kusi, αγαπώ = munay, θάνατος = wañuy, hiwaña, μάσκα θεάτρου = saynata, κάστρο = pukara, εχθρός = awqa, περιστέρι = urpi, πριγκίπισσα = ñust´a, όμορφη = suma(q), περιστροφή των στοιχείων της φύσης[2] = muyu(y), φυλετικός πυρήνας = ayllu.

Ένα 20% του λεξιλογίου των Ίνκας είναι απόλυτα κοινό με αυτό των Aymaras, ενώ οι μισές ινκαϊκές λέξεις έχουν την ετυμολογική τους ρίζα στη γλώσσα aymara.)

2.

Makhatasinqui

qollqe chekani,

qhori kayuni.

Chaca cilthumpi,

nina nayrampi

llaquita chuimajha

uñantapjhana.

khanatatiwa;

urutatiwa.

Amira cullaca,

antutjaquita!

Pach, pach, pach!

2.

Φτάνω σε ‘σένα

με φτερά από ασήμι,

με πόδια χρυσά.

Το νεφέλωμα του Ωρίωνα[1]

κι ο Σείριος[2]

είδαν με ακόρεστο πόνο

τη θλιμμένη μου καρδιά.

Ξημερώνει˙

είναι μέρα πια.

Αδελφή μου αγαπημένη,

άσε με να φύγω!

Αχ, αχ, αχ!

[1] Το Νεφέλωμα του Ωρίωνα παρομοιάζεται εδώ με ουράνια σταγόνα. Βλ.: Στοιχεία ιθαγενούς αρχαιολογικής αστρονομίας: Sol Latino, Αθήνα, Σεπτ.-Οκτ. 2002, σσ.: 12-15, άρθρο: «Observadores de las estrellas» (δίγλωσσο), Ταμπουράκης Ηλίας, (αποσπασματικά):

«[…]Οι Αμερινδοί διέθεταν αστρονομικές γνώσεις που τους διευκόλυναν στην καλλιέργεια της γης. Για τη μελέτη των κινήσεων του Σύμπαντος, έχτιζαν τους ναούς τους προσανατολίζοντάς τους στα άστρα. […]

Είναι απαραίτητο να αναφερθεί ότι κατά τις διάφορες εποχές που θεμελιώθηκαν οι ιθαγενείς μητροπόλεις της Αμερικής, τα άστρα καταλάμβαναν διαφορετικές θέσεις στον ουράνιο θόλο. Έτσι, μία πιθανή μέθοδος χρονολόγησης των μνημείων είναι η μελέτη της σημερινής γωνίας απόκλισής τους από την αντίστοιχη θέση τού θεϊκά συσχετισμένου μ΄ αυτά άστρου κατά την εποχή της κατασκευής του. […]

Οι αμαούτα -σοφοί του πολιτισμού Τσιρίπα- επέλεξαν τον τόπο ίδρυσης του Τιγουανάκου στα υψίπεδα των βολιβιανών Άνδεων, προς τον Σταυρό του Νότου. […]

Στην Q’alasasaya -το Ναό της Όρθιας Πέτρας, (200 π.Χ.-600 μ.Χ.), αφιερωμένο στο θεό Ήλιο Γουίλκα Ίντι, και στις δύο ισημερίες, δηλαδή τη φθινοπωρινή -που εδώ αρχίζει την 21η Μαρτίου, και την εαρινή -21η Σεπτεμβρίου, ο ήλιος ανατέλλει ακριβώς από το κέντρο της κύριας πύλης, που ορίζεται από ένα μονολιθικό ειδώλιο. Κατά το χειμερινό ηλιοστάσιο, (21 Ιουνίου), ο ήλιος ανατέλλει από τη βορειοανατολική γωνία των τειχών, ενώ κατά το θερινό (21 Δεκεμβρίου) ανατέλλει από τη νοτιοανατολική γωνία, φωτίζοντας πάντα το μονόλιθο που προαναφέραμε. Οι ιερείς-αστρονόμοι του Tiwanaku, πρόγονοι της αυτοκρατορίας των Ίνκας, είχαν υπολογίσει το έτος σε 365,24 ημέρες.

[…] Στην αυτοκρατορία των Ίνκας, (1438-1532 μ.Χ.), που ονομαζόταν Ταγουαντινσούγιου, δηλ. «τα 4 σημεία του ορίζοντα», υπήρχε μία δοξασία, σύμφωνα με την οποία, ο Γαλαξίας μας, που λεγόταν Qoyllurñan, δηλαδή «μονοπάτι των αστερισμών», έρεε από τον ουράνιο θόλο Hanaqpacha, και εισχωρούσε στον κάτω κόσμο. Επιστρέφοντας προς τα ΄πάνω, άφηνε στο πέρασμά του σημάδια από σκούρα, γόνιμη λάσπη στον ουρανό, σε σχήματα φιδιών amaru, βατράχων, πουλιών suri, λιάμας και αλεπούδων atoq. Ο ήλιος εμφανιζόταν ως ο θεός Inti, ενώ το φεγγάρι, ως η θεά Killa. […]

Η κυκλώπεια αρχιτεκτονική της θεαματικής πόλης Μάτσου Πίτσου, παρουσιάζει -μεταξύ άλλων- έναν ναό με ημικυκλική κάτοψη, που είναι γνωστός ως το Προπύργιο. Στον ανατολικό του τοίχο, έχει ένα άνοιγμα, που οδηγεί τις ακτίνες του πρωινού ήλιου, που ανατέλλει πάνω απ΄ την κορυφή Σαν Γκάμπριελ την 21η Ιουνίου, όταν ξεκινά το χειμερινό ηλιοστάσιο στο νότιο ημισφαίριο, παράλληλα προς το χαραγμένο χείλος της ιερής πέτρας Ιντιγουατάνα, που σημαίνει «δεσμά του Ηλίου». […]

[2] Ο Σείριος αναφέρεται σ’ αυτόν τον στίχο ως φωτιά των ματιών, δηλαδή μαγνητικό κύμα.


Γιατί η ποίηση των Ίνκας μπόρεσε να αναπτυχθεί ως ένα επίπεδο πιο υψηλό από εκείνο της ποίησης των Αϊμάρα; Μία εμφανής εξήγηση είναι η μεγαλύτερη ελαστικότητα και η ευρύτερη μουσικότητα που παρουσιάζει. Μία ακόμη εξήγηση θα μπορούσε να είναι η διαπολιτισμικότητα αυτής της παγκοσμιοποιημένης συμπολιτείας, που της έδωσε το χάρισμα της σύνθεσης των διαφόρων στοιχείων και της αισθητικής εκλέπτυνσης. Ο Χ. Λάρα αναφέρει ότι «η ποιητική γλώσσα των Κέτσουα ρέει από τις Άνδεις σαν τους σπόρους του καλαμποκιού που κυλούν από τους σωρούς, παρασύροντας τα πιο αέρινα μουσικά ακούσματα κι αντικατοπτρίζοντας κάθε καπρίτσιο του φωτός.» Εξηγεί ότι ενώ στα ισπανικά αναζητούμε τον έρωτα με μία φραστική μορφή απαράλλαχτη (¡ámame!), στη ρουνασίμι έχουμε οκτώ διαφορετικές δυνατότητες που εκφράζουν λεπτές διαφορές της ψυχικής κατάστασης του ερώντος. Η ποίηση των Κέτσουα δεν δείχνει ιδιαίτερη ανησυχία για το μέτρο ή τη ρίμα. Έχουν και τα δύο αυτά στοιχεία απλή μορφή και απέχουν από κάθε είδους εθιμική ακαμψία, εκτός από τις περιπτώσεις λατρευτικών ύμνων. Δίδεται μεγαλύτερη προσοχή στην τονική υφή των λέξεων, παρά στον αριθμό των συλλαβών.[1]

Όταν, βέβαια, η ινκαϊκή ποίηση προορίζεται για τραγούδι, τότε δείχνει κι εκείνη προτίμηση στον πεντασύλλαβο στίχο. Και δεδομένου ότι αυτή η ινδιάνικη γλώσσα διαθέτει αφθονία λέξεων με ίδιες καταλήξεις, η ομοιοκαταληξία στα μουσικά κομμάτια επιτυγχάνεται με φυσικότητα:

Phullu lliqllayki

t’ika allwisqa;

qhori q’aytuwan

sumaq minisqa;

munakuyniywan

chhichin qipuska,

ñawiy rik’iwan

mat’i awasqa.


Μανδύα υφαντό

με λουλούδια φοράς˙

με χρυσή κλωστή

ομορφοκεντημένο˙

με την αγάπη μου

για ‘σένα δεμένο,

και την αγωνία των ματιών μου

υφασμένο.

(Είναι φυσικό να μην επιτυγχάνεται το μέτρο και η ρίμα στην ελληνική μετάφραση, εάν θέλουμε να παραμείνουμε πιστοί στο νόημα του πρωτότυπου στίχου, και να μην παριστάνουμε τους ποιητές-λογοπλάστες… Κατ’ εξαίρεσιν, το θεατρικό ποίημα Atoq yarqey taki – Η πεινασμένη αλεπού, λόγω του λαϊκού του ύφους, διευκολύνει την προσέγγιση της ομοιοκαταληξίας στην Ελληνική γλώσσα.)

Το γουαγουάκι είναι είδος ποίησης με μορφή ερωτικού διαλόγου ή χορικού, ενώ το αρανγουάι είναι ένα υβρίδιο με στοιχεία μύθου και λαϊκού χιούμορ. Προσωποποιημένα ζώα, όπως η μαϊμού, η αλεπού, η τίγρη και ο αετός πρωταγωνιστούν σ’ αυτήν την ποίηση.

[1] Έτσι, θεωρείται η ποίηση των Ίνκας εκ διαμέτρου αντίθετη από την ιαπωνική χάικου, που δείχνει αυστηρότητα στο μέτρο –5/7/5- με το οποίο δίνει εικόνα και ήχο, με συνήθη έλλειψη ρήματος, όπως στο ποίημα του Ιάπωνα ποιητή της περιόδου Έντο (Τόκυο του 17ου αι.) Ματσούο Μπασό:

[Umi kurete; / kamo no koe ho no / kani shiroshi.]

(Θάλασσα σκούρα˙ / αγριόχηνας κρωγμός / αχνόλευκος.)

(Μτφρ.: Η. Ταμπουράκης)

KACHARPARÍ

Cheqachu, urpi,

ripusaq ninki,

karu llaqtaman

mana kutimuq.

Pitan saqenki

qanpa tupupi,

sinchi llakiypi

asuykunaypaq.

Rinayki ñanta

qhawarichíway.

Ñawparisuspa,

waqaynillaywan

kchaqchumusqasaq

sarunaykita.

Maypachan ñanpi

“Intin ruphawan”

ñiwaqtiykirí,

samayniykuna

phuyu tukuspa

llanthuykusunki.

Yakumantarí

“Sinchi kchakiwan”

ñiwaqtiykirí,

waqayniykuna,

para tukuspa

uhyachisunki.

Rumeqpa wawan,

katariq uñan,

imanispataq

saqeriwanki.

Ñan ñoqapahqa

Inti tutayan.

Yánay chinkaqtin,

músphay pureqtiy,

manañan pipas

“Ayaw” niwanchu.

Irpallaraqmi,

urpiy, karqanki

maypacha ñoqa

Intiwan hina

ñawsayarqani

qhawaykususpa.

Ñawiykikuna

phallallaq qóyllur

lliphipirerqa;

raqra tutapi

illapa hina

musphachiwarqa.

Ankaq riqranta

mañarikuspa

watumusqayki.

Wayrawan khuska

wayllukunaypaq

phawamusqayki.

Kawsayninchiqta

qipuykurqanchis.

“Manan wañupas

rak’iwasunchu,

uqllaña kasun,

uqlla” ñirqanchis.

Munásqay urpi,

phutiy ayqechiq,

maypipas kasaq,

qanllan sonqoyta

paqarichinki

kawsánay kama.

Misti k’ahaqtin

yuyáway, ñuqan

yuyasqasqayki.

May kamañachus

qanrayku chayan

ihma sonqoyqa.

ΑΠΟΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ

Είν’ αλήθεια, περιστέρι,

πως λες ότι θα φύγεις

σε γη μακρινή

δίχως γυρισμό;

Ποιον θ’ αφήσεις

στη φωλιά σου,

το μεγάλο μου καημό

να ‘χω να του λέω;

Το δρόμο που θα πάρεις

δείξε μου.

Προάγγελος θα γίνω,

με το δάκρυ μου

τα βήματά σου

να ποτίσω.

Κι αν κάπου στο δρόμο σου

ο Ήλιος σε κάψει,

η ανάσα μου σύννεφο θα γίνει

ίσκιο να σου ρίξει.

Κι αν αισθανθείς

τη δίψα σου μεγάλη,

το δάκρυ μου

βροχή θα γίνει

να την πιείς.

Ψυχή πέτρινη,

φίδι άκαρδο,

πώς θα μπορέσεις

να μ’ εγκαταλείψεις;

Στο δρόμο μου

ο Ήλιος σβήνει.

Σκοτεινιάζει,

γιατί η αγάπη μου έχει φύγει.

Και κανείς για μένα

δεν αναστενάζει.

Τρυφερή ήσουν,

περιστέρι μου,

τότε που σαν τον Ήλιο

σ’ είδα και τυφλώθηκα.

Τα μάτια σου,

βροχή από αστέρια,

έλαμπαν

και σαν κεραυνός

τη νύχτα,

ανήσυχο μ’ έκαναν να τριγυρνώ.

Στον αετό τα φτερά

θα του ζητήσω,

γρήγορα να ‘ρθω να σε δω.

Και με τον άνεμο μαζί

στην αγκαλιά μου να σε ρίξω

πετώντας θα ‘ρθω.

Τις ζωές μας

μαζί θα δέσουμε,

για να μην μας χωρίσει

ούτε ο θάνατος.

Δυο σώματα με μια ψυχή

πιστέψαμε πως θα ‘μαστε.

Περιστέρι μου αγαπημένο,

ήξερες τον πόνο να μου διώχνεις.

Όπου κι αν είμαι,

η καρδιά σου

θ’ ανατέλλει στη ζωή μου.

Όταν το Misti[1] τις φλόγες του ανάψει,

να με σκεφτείς,

γιατί κι εγώ εσένα θα σκέφτομαι.

Ως πού θα φτάσει η μοναχική μου καρδιά

τον έρωτά σου για να βρει;

[1] Ηφαίστειο κοντά στην πόλη Arequipa του Περού.


[1] Στο πρωτότυπο αναφέρονται οι λέξεις apu Dios, μία ιθαγενής, και μία ισπανική, αντίστοιχα –που δηλώνουν τον μιγαδισμό της αποικιακής εποχής που γράφτηκε αυτό το ποίημα. Apu σημαίνει Ύψιστος, και Dios είναι ο Θεός. H ΠΟΙΗΣΗ ΤΗΣ ΑΠΟΙΚΙΑΚΗΣ ΠΕΡΙΟΔΟΥ ΚΑΙ ΤΗΣ ΑΝΕΞΑΡΤΗΣΙΑΣ (1533-1824) παρουσιάζεται στο επόμενο, ομώνυμο κεφάλαιο, όμως εντάξαμε αυτό το ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΗΣ ΑΠΟΥΣΙΑΣ σε αυτόν τον κύκλο της ΡΟΜΑΝΤΙΚΗΣ ΜΠΑΛΑΝΤΑΣ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ Arawi.

[1] Άβιλα Ετσαζού, Έντγκαρ: Resumen de la literatura boliviana, Βολιβία, 1964.

[2] Ηλιοστάσια και εποχές, άνεμοι, μέρες/νύχτες κ.ά.

[1] Λάρα, Χεσούς: La literatura quechua, Αργεντινή, 1960.

[2] Βλ.: Σιμωνίδης ο Κείος (Κέα, 557/6 π.Χ. – Σικελία, 468 π.Χ.). Ελεγειακός, λυρικός ποιητής, ο οποίος με λιτό, ιωνικό γλωσσικό υλικό, και ταπεινά επιβλητικό, κατορθώνει να φέρει σε σύγκλιση την βαθιά απλότητα με την βαθιά τραγικότητα. Είναι παροιμιώδης η έκφραση: «πιο λυπηρό κι από τα δάκρυα του Σιμωνίδη». Ατενίζει τις βασικές ανθρώπινες καταστάσεις με συγκινησιακό μινιμαλισμό (ας μας επιτραπεί ο υπερβατικός όρος), και τον θάνατο και τη συμφορά με τυπικά (αρχαίο)ελληνικό τρόπο, δηλώνοντας την αβεβαιότητα της ζωής με συμβουλευτικό ύφος:

[Άνθρωπος εών μη ποτε φάσηις ό τι γίνεται αύριον, / μηδ’ άνδρα ιδών όλβιον όσσον χρόνον

έσσεται˙ / ωκεία γαρ ουδέ τανυπτερύγου μυίας ούτως α μετάστασις.]

(Άνθρωπος όντας, ποτέ μην πεις τι μέλλει αύριο να γίνει, / ούτε κι αν άνθρωπο δεις να ευτυχεί, <μην του προβλέψεις> για πόσον καιρό έτσι θα παραμείνει˙ / γιατί τόσο γρήγορη ούτε της ευρύπτερης λιμπελούλας δεν είναι η αλλαγή <της μοίρας>.)

(Μτφρ.: Η. Ταμπουράκης)

[3] Ιθαγενούς καταγωγής ιστορικός του Περού.


Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]