Ρουμπίνι

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Ρουμπίνι
Corundum-Calcite-49529.jpg
Ρουμπίνι σε ασβεστίτη. Προέλευση: Μυανμάρ
Γενικά
Κατηγορία Οξείδια
Χημικός τύπος Al2O3
Ορυκτολογικά χαρακτηριστικά
Πυκνότητα 4 - 4,1 gr/cm3
Χρώμα Αποχρώσεις του Κόκκινου
Σύστημα κρυστάλλωσης Τριγωνικό
Κρύσταλλοι Πρισματικοί, σε μορφή πυραμίδας ή βαρελιού, τραχείς, συχνά στρογγυλευμένοι. Σπανιότερα ρομβοειδείς ή επίπεδοι τραπεζοειδείς.
Υφή Συσσωματώματα συμπαγή ή κοκκώδη
Διδυμία Συνήθης {1011} ελασματοειδής. Σπανιότερα διεισδύσεως.
Σκληρότητα 9
Σχισμός {0001} αποχωρισμός, ενίοτε τέλειος, διακοπτόμενος
Θραύση Ανώμαλη έως κογχοειδής
Λάμψη Αδαμαντώδης ή υαλώδης
Γραμμή κόνεως Λευκή
Πλεοχρωισμός Ναι, ποικίλλος αλλά ασθενέστατος
Διαφάνεια Διαφανές

Το Ρουβίνιο, περισσότερο γνωστό ως ρουμπίνι εκ της αγγλικής "Rubin", είναι μια παραλλαγή του κουρούνδιου με κόκκινο χρώμα, το οποίο οφείλεται στη παρουσία χρωμίου, όπου ανάλογα της περιεκτικότητας αυτού εμφανίζεται σε διάφορους τόνους. Όλα τα άλλου χρώματος κορούνδια είναι γνωστά ως ζαφείρια. Το όνομά του προέρχεται από λατινική λέξη ruber, ρούμπερ, η οποία σημαίνει κόκκινο. Στην αρχαιότητα ήταν γνωστό με την ονομασία «σάπφειρος πορφυρίτης» ή «σάπφειρος πορφυρίζων». Θεωρείται ένας από τους τέσσερις πολύτιμους λίθους, μαζί με το διαμάντι, το ζαφείρι και το σμαράγδι.

Είναι πρωτογενές συστατικό συνήθως εκρηξιγενών πετρωμάτων και εμφανίζεται επίσης σε διάφορους σχιστόλιθους και μεταμορφωσιγενή πετρώματα. Είναι σκληρό ορυκτό, δεδομένου ότι το κορούνδιο είναι το δεύτερο σκληρότερο ορυκτό μετά το διαμάντι (σκληρότητα 9 στην κλίμακα Mohs). Το χρώμα του, εξαιτίας του χρωμίου, είναι κόκκινο, ενώ υπάρχουν ποικιλίες με ροζ, σκούρο κόκκινο και καφέ χρώμα. Το χρώμα και η επεξεργασία του είναι οι κύριοι παράγοντες που επηρεάζει την αξία του ρουμπινιού, και το καλύτερο χρώμα θεωρείται το λεγόμενο «αίμα περιστεριού». Άλλοι παράγοντες είναι η ποιότητα, που καθορίζεται από τις εγκλείσεις. Το ρουμπίνι έχει εγκλείσεις ρουτιλίου, των οποίων η παρουσία δείχνει ότι το ρουμπίνι είναι φυσικό, όμως αν ο αριθμός αυτών των εγκλείσεων είναι μεγάλος αφαιρούνται.

Το ιόν του χρωμίου (Cr3+) εξαιτίας της διαρρύθμισής του στη κρυσταλλική δομή του ρουμπινιού, απορροφά το φως στην κίτρινη-πράσινη περιοχή του φάσματος, με αποτέλεσμα να έχει κόκκινο χρώμα. Όταν κίτρινο-πράσινο φως απορροφάτε από το ιόν του χρωμίου, επανεκτεπέμπτεται ως φωταύγεια κόκκινου χρώματος. Αυτή η φωταύγεια συνεισφέρει στο κόκκινο χρώμα του ρουμπινιού που προκαλείται από την απορρόφηση των κίτρινων-πράσινων ακτίνων. Όταν η οπτική διατάξη είναι τέτοια ώστε η εκπομπή να διεγείρεται από φωτόνια 694nm, που αντανακλώνται μπρος-πίσω σε δύο καθρέπτες, τότε η εκπομπή ενισχύεται έντονα. Αυτό το φαινόμεννο χρησιμοποιήθηκε από τον Θίοντορ Μάιμαν το 1960 για την κατασκευή του πρώτου λέιζερ, το οποίο βασιζόταν στο ρουμπίνι.

Εδροποιημένο ρουμπίνι 1,41 καρατίων

Το Ρουμπίνι, ένεκα της σκληρότητάς του, αλλά και της ιδιότητάς του να μη οξειδώνεται ούτε και να προσβάλλεται από οξέα, χρησιμοποιείται ιδιαίτερα στη ωρολογοποιία, στη συγκράτηση αξόνων στήριξης καθώς και λόγω του ειδικού βάρους στη κατασκευή άλλων λεπτών μηχανών ακριβείας, όπως π.χ. χρονόμετρα πλοίων.
Συνθετικά ρουμπίνια παράγονται από το 1837, όταν ο Γκαουντίν σύντηξε άλουμ με λίγο χρώμιο σε υψηλές θερμοκρασίες. Το 1846, ο ζαν- Ζόσεφ Έλντεμαν κατασκεύασε ζαφείρια με την σύντηξη αλουμίνας και βορικού οξέως. Συνθετικά ρουμπίνια σήμερα κατασκευάζονται με μια μέθοδο που εφευρέθηκε από τον Βερνεουίλ, ο οποίος σύντηξε BaF2 και Al2O3 μαζί με διάπυρο χρώμιο. Ο Βενρεουίλ άρχισε την εμπορική παραγωγή συνθετικών ρουμπινών το 1903. Το συνθετικό ρουμπίνι είναι δύσκολο να εξακριβωθεί από μη-ειδικό. Ορυκτά τα οποία έχουν το ίδιο χρώμα με το ρουμπίνι είναι ο κόκκινος σπινέλιος, ο κόκκινος τουρμαλίνης, ο πυρωπός γρανάτης και το τοπάζι, που αναλογικά έχουν μικρότερη αξία ως ημιπολύτιμοι λίθοι.

Η κύρια πηγή ρουμπινιών ήταν για αιώνες η κοιλάδα Μογκόκ, στη βόρεια Μυανμάρ, αλλά σήμερα πολύ λίγα ρουμπίνια καλής ποιότητας προέρχονται από εκεί. Σήμερα, κύρια πηγή είναι η Μονκ Σχου, στη κεντρική Μυανμάρ, όπου η εξόρυξη ξεκίνησε τη δεκαετία του 1990 που είναι το μεγαλύτερο ορυχείο ρουμπινιών στη Γη. Άλλο ένα σημαντικό κοίτασμα ρουμπινιών είναι το Νάμγια, στη βόρεια Μυανμάρ. Άλλες χώρες στις οποίες εξορύσσονται ρουμπίνια είναι οι: Σρι Λάνκα, Τανζανία, Κένυα, Μαδαγασκάρη, Αφγανιστάν, Βόρεια Καρολίνα και Καμπότζη.

Στο εμπόριο το ρουμπίνι φέρεται με την επίσημη ονομασία με προσθήκη τον τόπο προέλευσης με εξαιρέσεις το "σιβηρικόν κορούνδιον", που πρόκειται για τον κόκκινο τουρμαλίνη και το "βραζιλιανόν κορούνδιον" που πρόκειται για το κόκκινο τοπάζιο

Πηγή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια τομ.ΚΑ΄, σελ.241.
  • jewelpedia
Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Ruby της Αγγλόγλωσσης Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).