Ρουίτσι Σακαμότο

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Ρουίτσι Σακαμότο
RyuichiSakamotoJI4.jpg
Γενικές πληροφορίες
Όνομα στη
μητρική γλώσσα
坂本龍一 (Ιαπωνικά)
Γέννηση17  Ιανουαρίου 1952[1][2]
Νακάνο[3]
Χώρα πολιτογράφησηςΙαπωνία
Εκπαίδευση και γλώσσες
Μητρική γλώσσαΙαπωνικά
Ομιλούμενες γλώσσεςΙαπωνικά
ΣπουδέςΠανεπιστήμιο Τεχνών του Τόκιο
Tokyo Metropolitan Shinjuku High School
Πληροφορίες ασχολίας
Ιδιότηταηθοποιός
συνθέτης[4]
μουσικός
μουσικός παραγωγός
ενορχηστρωτής
πιανίστας
κιμπορντίστας
συνθέτης μουσικών θεμάτων για κινηματογραφικές ταινίες
καθηγητής πανεπιστημίου
μουσικός ηχογραφήσεων[5]
διευθυντής ορχήστρας
Επηρεάστηκε απόΤζον Κολτρέιν
Τζων Κέιτζ
The Beatles
Κλοντ Ντεμπισί
Περίοδος ακμής1975
Οικογένεια
ΣύζυγοςAkiko Yano (1979–2006)
ΤέκναMiu Sakamoto
ΓονείςKazuki Sakamoto
Αξιώματα και βραβεύσεις
ΒραβεύσειςΌσκαρ Καλύτερης Πρωτότυπης Μουσικής (1986)[6]
Κινηματογραφικό Βραβείο BAFTA Καλύτερης μουσικής επένδυσης[7]
Ιστότοπος
www.sitesakamoto.com
Commons page Σχετικά πολυμέσα

Ο Ρουίτσι Σακαμότο (ιαπωνικά: 坂本 龍], Sakamoto Ryūichi) (γεν. 17 Ιανουαρίου 1952) είναι Ιάπωνας συνθέτης, πιανίστας, μουσικός παραγωγός και ηθοποιός, ο οποίος έχει ασχοληθεί με πολλά διαφορετικά είδη ως σόλο καλλιτέχνης και ως μέλος του συγκροτήματος ηλεκτρονικής μουσικής Yellow Magic Orchestra (YMO). Μαζί με τα μέλη του αυτού τους συγκροτήματος, Χαρουόμι Χόσονο και Υιουκιχίρο Τακαχάσι, ο Σακαμότο επηρέασε με πρωτοποριακό τρόπο μια σειρά από υποείδη της ηλεκτρονικής μουσικής, ιδιαίτερα την μουσική των βιντεοπαιχνιδιών και την μουσική του Τζο Χισαΐσι, γνωστού για την μουσική του σε ταινίες του Studio Ghibli.[8] [38]

Ο Σακαμότο ξεκίνησε την καριέρα του ενώ ήταν στο πανεπιστήμιο τη δεκαετία του 1970 ως μουσικός, παραγωγός και ενορχηστρωτής. Η πρώτη του μεγάλη επιτυχία ήρθε το 1978 ως συνιδρυτής του συγκροτήματος YMO. Ταυτόχρονα ακολούθησε σόλο καριέρα, κυκλοφορώντας το πειραματικό ηλεκτρονικό fusion άλμπουμ Thousand Knives το 1978. Δύο χρόνια αργότερα, κυκλοφόρησε το άλμπουμ B-2 Unit, το οποίο περιλάμβανε το κομμάτι Riot in Lagos, που ήταν σημαντικό για την ανάπτυξη της electro και της χιπ χοπ μουσικής.[9][10][11] Ο Σακαμότο συνέχισε να παράγει σόλο δίσκους και συνεργάστηκε με πολλούς διεθνείς καλλιτέχνες, μεταξύ των οποίων οι Ντέιβιντ Σίλβιαν, Κάρστεν Νικολάι, Γιουσου Ν' Ντουρ και Fennesz. Ο Σακαμότο συνέθεσε μουσική για την τελετή έναρξης των Ολυμπιακών Αγώνων της Βαρκελώνης το 1992 και η σύνθεσή του Energy Flow (1999) ήταν το πρώτο νούμερο ένα σινγκλ στην ιστορία των τσαρτ Oricon της Ιαπωνίας.[12]

Ως συνθέτης κινηματογραφικής μουσικής, ο Σακαμότο έχει κερδίσει ένα Όσκαρ, ένα BAFTA, ένα Grammy και 2 Χρυσές Σφαίρες.[13] Η ταινία Καλά Χριστούγεννα, κύριε Λόρενς (1983) σηματοδότησε το ντεμπούτο του τόσο ως ηθοποιού όσο και ως συνθέτη κινηματογραφικής μουσικής. Εκείνο το μουσικό θέμα προσαρμόστηκε στο σινγκλ Forbidden Colours που έγινε διεθνής επιτυχία. Η πιο επιτυχημένη δουλειά του ως κινηματογραφικού συνθέτη ήταν για την ταινία Ο τελευταίος αυτοκράτορας (1987),[14] μετά την οποία συνέχισε να κερδίζει διακρίσεις συνθέτοντας μουσική για ταινίες όπως Τσάι στη Σαχάρα (1990), Ο μικρός Βούδας (1993) και Η επιστροφή (2015). Κατά καιρούς, ο Σακαμότο έχει επίσης εργαστεί ως συνθέτης και σεναριογράφος σε anime και βιντεοπαιχνίδια. Το 2009 τιμήθηκε με το μετάλλιο Τεχνών και Γραμμάτων από το Υπουργείο Πολιτισμού της Γαλλίας για τη συνεισφορά του στη μουσική.[15]

Καριέρα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Δεκαετία του 1970[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Σακαμότο έγινε δεκτός στο Εθνικό Πανεπιστήμιο Καλών Τεχνών και Μουσικής του Τόκιο το 1970,[16] παίρνοντας πτυχίο στη μουσική σύνθεση και μεταπτυχιακό δίπλωμα με ιδιαίτερη έμφαση τόσο στην ηλεκτρονική όσο και στην έθνικ μουσική. Εκεί σπούδασε εθνομουσικολογία με σκοπό να γίνει ερευνητής στον τομέα, λόγω του ενδιαφέροντός του για διάφορες παγκόσμιες μουσικές παραδόσεις, ιδιαίτερα τις ιαπωνικές (και συγκεκριμένα της μουσικής από την Οκινάουα), τις ινδικές και αφρικανικές μουσικές παραδόσεις.[17] Εκπαιδεύτηκε επίσης στην κλασική μουσική και άρχισε να πειραματίζεται με την ηλεκτρονικό εξοπλισμό μουσικής που ήταν διαθέσιμος στο πανεπιστήμιο, συμπεριλαμβανομένων των συνθεσάιζερ όπως τα Buchla, Moog και ARP.[16] Μία από τις κλασικές επιρροές του Σακαμότο ήταν ο Κλοντ Ντεμπισί, τον οποίο περιέγραφε ως τον «ήρωά» του και δήλωνε ότι «η ασιατική μουσική επηρέασε σε μεγάλο βαθμό τον Ντεμπισί και ο Ντεμπισί επηρέασε σε μεγάλο βαθμό εμένα. Έτσι, η μουσική κάνει τον γύρο του κόσμου και κλέινει τον κύκλο της».[18]

Το 1975, ο Σακαμότο συνεργάστηκε με τον Τσουτσιτόρι Τοσιγιούκι για να κυκλοφορήσει το Disappointment-Hateruma.[19] Αφού συνεργάστηκε με τους Χαρουόμι Χοσόνο και Γιουκιχίρο Τακαχάσι το 1977,[20] οι τρεις του ίδρυσαν το 1978 το διεθνώς επιτυχημένο συγκρότημα ηλεκτρονικής μουσικής Yellow Magic Orchestra (YMO). Γνωστό για τη θεμελιώδη επιρροή του στην ηλεκτρονική μουσική, το συγκρότημα βοήθησε να γεννηθούν πρωτοπόρα ηλεκτρονικά είδη όπως electropop/technopop,[21] synthpop, κυβερνοπάνκ,[22] ambient house και electronica.[21] Το έργο του συγκροτήματος είχε διαρκή επιρροή σε όλα τα είδη, που κυμαίνονται από τη χιπ χοπ[21] και την τέκνο[23] μέχρι την άσιντ χάουζ[8] και γενικά τη μελωδική μουσική. Ο Σακαμότο ήταν ο τραγουδοποιός και ο συνθέτης μιας σειράς απιτυχιών του συγκροτήματος —συμπεριλαμβανομένων των Yellow Magic (Tong Poo) (1978), Technopolis (1979), Nice Age (1980), Ongaku (1983) και You've Got to Help Yourself (1983) — ενώ έπαιζε πλήκτρα σε πολλά άλλα τραγούδια τους, συμπεριλαμβανομένων διεθνών επιτυχιών όπως τα Computer Game/Firecracker (1978) και Rydeen (1979). Τραγούδησε επίσης σε πολλά τραγούδια, όπως στο Kimi ni Mune Kyun (1983). Η σύνθεση του Σακαμότο Technopolis (1979) θεωρήθηκε συνεισφορά στην ανάπτυξη της μουσικής τέκνο,[24] ενώ το διεθνώς επιτυχημένο Behind the Mask (1978) —ένα synthpop τραγούδι στο οποίο ο Σακαμότο έκανε φωνητικά μέσω vocoder — αργότερα διασκευάστηκε από μια σειρά διεθνών καλλιτεχνών, όπως οι Μάικλ Τζάκσον και Έρικ Κλάπτον.

Ο Σακαμότο κυκλοφόρησε το πρώτο του σόλο άλμπουμ Thousand Knives of Ryūichi Sakamoto στα μέσα του 1978 με τη βοήθεια του Χιντέκι Ματσουτάκε — Ο Χοσόνο συνέβαλε στο τραγούδι Thousand Knives. Το άλμπουμ πειραματίστηκε με διαφορετικά στιλ, όπως στα τραγούδια Thousand Knives και The End of Asia — στα οποία η ηλεκτρονική μουσική συνδυάστηκε με την παραδοσιακή ιαπωνική μουσική — ενώ το Grasshoppers είναι ένα πιο μινιμαλιστικό τραγούδι για πιάνο. Το άλμπουμ ηχογραφήθηκε από τον Απρίλιο έως τον Ιούλιο του 1978 με μια ποικιλία ηλεκτρονικών μουσικών οργάνων, συμπεριλαμβανομένων διαφόρων συνθεσάιζερ, όπως το KORG PS-3100, ένα πολυφωνικό συνθεσάιζερ, το Oberheim Eight-Voice, το Moog III-C, το Polymoog, το Minimoog, το Micromoog, το Korg VC-10, το KORG SQ-10, το Syn-Drums, ένα ηλεκτρονικό κιτ τυμπάνων και το βασισμένο σε μικροεπεξεργαστή Roland MC-8 Microcomposer, το οποίο είναι ένα μουσικό σίκουενσερ που προγραμματίστηκε από τον Ματσουτάκε και παίχτηκε από τον Σακαμότο.[25][26] Μια εκδοχή του κομματιού Thousand Knives κυκλοφόρησε στο άλμπουμ BGM του 1981 της Yellow Magic Orchestra.[27] Σε αυτή η έκδοση έγινε μια από τις πρώτες χρήσεις της μηχανής τυμπάνων Roland TR-808, για τη ζωντανή εμφάνιση των YMO του το 1980 και την κυκλοφορία του άλμπουμ BGM το 1981.

Δεκαετία του 1980[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 1980, ο Σακαμότο κυκλοφόρησε το σόλο άλμπουμ B-2 Unit, το οποίο έχει αναφερθεί ως ο «πιο νευρικός» δίσκος του[28] και είναι γνωστό για το ηλεκτρονικό τραγούδι Riot in Lagos,[28] που θεωρείται πρώιμο παράδειγμα electro μουσικής (ηλεκτροφαάνκ).[10] Οι πρώτοι electro και χιπ χοπ καλλιτέχνες, όπως οι Afrika Bambaata [11] και Κέρτις Μαντρόνικ, επηρεάστηκαν από το άλμπουμ - ειδικά από το Riot in Lagos - με τον Μαντρόνικ να αναφέρει το έργο ως σημαντική επιρροή στο συγκρότημα Mantronix. Το Riot in Lagos συμπεριλήφθηκε αργότερα στο συλλογικό άλμπουμ της Playgroup Kings of Electro (2007), μαζί με άλλες σημαντικές ηλεκτροσυνθέσεις, όπως το "Al-Naafyish" (1983) του Χασίμ.[29]

Ο Σακαμότο κυκλοφόρησε μια σειρά από σόλο άλμπουμ κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1980. Αν και επικεντρώθηκε κυρίως στο πιάνο και το συνθεσάιζερ, αυτή η σειρά άλμπουμ περιελάμβανε συνεργασίες με καλλιτέχνες όπως οι Σίλβιαν, Ντέιβιντ Μπερν, Τόμας Ντόλμπι, Ναμ Τζουν Πάικ και Ίγκι Ποπ. Ο Σακαμότο εναλλάχθηκε ανάμεσα στην εξερεύνηση μιας ποικιλίας μουσικών στιλ και την εστίαση σε ένα συγκεκριμένο θέμα, όπως το κίνημα του ιταλικού φουτουρισμού

Δεκαετία του 1990[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 1995 ο Σακαμότο κυκλοφόρησε το Smoochy, που περιγράφεται από τον ιστότοπο Sound On Sound ως η "εκδρομή του Σακαμότο στη χώρα της εύκολης ακρόασης και του λάτιν", ακολουθούμενο από το άλμπουμ 1996, το οποίο περιείχε μια σειρά από κομμάτια που είχαν κυκλοφορήσει προηγουμένως διασκευασμένα για σόλο πιάνο, βιολί και τσέλο.[30] Τον Δεκέμβριο του 1996 ο Σακαμότο συνέθεσε ένα ωριαίο ορχηστρικό έργο με τίτλο Untitled 01 και κυκλοφόρησε ως το άλμπουμ Discord (1998).[30] Η κυκλοφορία του Discord από τη Sony Classical πωλήθηκε σε μια κασετίνα που καλυπτόταν από μια μπλε θήκη από αλουμινόχαρτο, ενώ το σιντί περιείχε και ένα κομμάτι βίντεο.

Το 1998, ο Ιταλός εθνομουσικολόγος Μάσιμο Μιλάνο δημοσίευσε το Ryuichi Sakamoto. Συνομιλίες. Και οι τρεις εκδόσεις του βιβλίου κυκλοφόρησαν στην ιταλική γλώσσα.[31] Το επόμενο άλμπουμ του Σακαμότο, το BTTB (1998) - ένα αρκτικόλεξο που σημαίνει Back to the Basics ("Πίσω στα στοιχειώδη") περιελάμβανε μια σειρά πρωτότυπων κομματιών για σόλο πιάνο, συμπεριλαμβανομένου του Energy Flow (μεγάλη επιτυχία στην Ιαπωνία) και μια φρενήρη διασκευή για τέσσερα χέρια του κλασικού Tong Poo της Yellow Magic Orchestra. Στην περιοδεία του BTTB στις ΗΠΑ, το σόου άνοιξε ένα σύντομο αβάν γκαρντ DJ set με το καλλιτεχνικό όνομα DJ Lovegroove.

Η πολυαναμενόμενη «όπερα» LIFE του Σακαμότο κυκλοφόρησε το 1999, σε σκηνοθεσία του Σίρο Τακατάνι, καλλιτεχνικού διευθυντή του Dumb Type. Η όπερα έκανε πρεμιέρα με επτά sold-out παραστάσεις στο Τόκιο και την Οσάκα. Αυτό το φιλόδοξο έργο πολλών ειδών πολυμέσων πραγματοποιήθηκε με τη συνεισφορά περισσότερων από 100 καλλιτεχνών, συμπεριλαμβανομένων των Πίνα Μπάους, Μπαρνάρντο Μπερτολούτσι, Χοσέ Καρέρας, του Δαλάι Λάμα και του Σαλμάν Ρούσντι.

Δεκαετία του 2000[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Κέιγκο Ογιαμάντα με τον Σακαμότο το 2007.

Ο Σακαμότο συνεργάστηκε με τον τσελίστα Ζαν Μορέλενμπαουμ (μέλος της τριάδας του 1996) και τη σύζυγο του Μορέλενμπαουμ, Πόλα, σε δύο άλμπουμ προς τιμή του πρωτοπόρου της μπόσα νόβα Αντόνιο Κάρλος Τζομπίμ. Ηχογράφησαν το πρώτο άλμπουμ, Casa (2001), κυρίως στο στούντιο του Τζομπίμ στο Ρίο ντε Τζανέιρο, με τον Σακαμότο να παίζει στο πιάνο με ουρά του αείμνηστου Τζομπίμ. Το άλμπουμ έγινε ευνοϊκά δεκτό και συμπεριλήφθηκε στον κατάλογο των κορυφαία άλμπουμ της εφημερίδας The New York Times του 2002. Σύντομα ακολούθησε ένα ζωντανό άλμπουμ, το Live in Tokyo και ένα δεύτερο άλμπουμ, το A Day in New York. Ο Σακαμότο και οι Μορέλενμπαουμ θα συνεργαστούν επίσης στο NML No More Land Mine, μια διεθνή προσπάθεια ευαισθητοποίησης για την αφαίρεση ναρκών ξηράς. Το τρίο θα κυκλοφορήσει το σινγκλ Zero Landmine, στο οποίο συμμετείχαν επίσης οι Ντέιβιντ Σίλβιαν, Μπράιαν Ίνο, Kraftwerk, Σίντι Λόπερ, Χαρουόμι Χοσόνο και Γιουκιχίρο Τακαχάσι, μεταξύ άλλων εκατό περίπου ερμηνευτών.

Δεκαετία 2010–σήμερα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Σακαμότο τον Δεκέμβριο του 2013

Κατά τα τέλη της δεκαετίας του 2000, ο Σακαμότο συνεργάστηκε σε πολλά έργα με τον εικαστικό καλλιτέχνη Σίρο Τακατάνι, συμπεριλαμβανομένων των εγκαταστάσεων LIFE - fluid, invisible, inaudible... (2007–2013), στο Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης του Τόκιο το 2012.[32]

Το 2013, ο Sakamoto ήταν μέλος της κριτικής επιτροπής στο 70ό Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Βενετίας. Η κριτική επιτροπή παρακολούθησε 20 ταινίες και πρόεδρός της ήταν ο σκηνοθέτης Μπερνάρντο Μπερτολούτσι. [33]

Στις 14 Ιουνίου 2018 κυκλοφόρησε ένα ντοκιμαντέρ για τη ζωή και το έργο του Σακαμότο, με τίτλο Coda.[34] Η ταινία ακολουθεί τον Σακαμότο καθώς αναρρώνει από καρκίνο και συνεχίζει να δημιουργεί μουσική, διαμαρτύρεται για τις πυρηνικές εγκαταστάσεις μετά την πυρηνική καταστροφή της Φουκουσίμα και πραγματοποιεί ηχογραφήσεις πεδίου σε διάφορες τοποθεσίες. Σε σκηνοθεσία Στίβεν Νομούρα Σίμπλε, το ντοκιμαντέρ έτυχε πολύ καλών κριτικών.[35][36]

Κινηματογραφική δουλειά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Σακαμότο άρχισε να εργάζεται σε ταινίες, ως συνθέτης και ηθοποιός, στο Καλά Χριστούγεννα, κύριε Λόρενς (1983) του Ναγκίσα Όσιμα, για το οποίο συνέθεσε τη μουσική, το θέμα του τίτλου και το ντουέτο Forbidden Colors με τον Ντέιβιντ Σίλβιαν. Ο Σακαμότο αργότερα συνέθεσε τη μουσική για την ταινία Ο τελευταίος αυτοκράτορας (1987) του Μπερνάντο Μπερτολούτσι, η οποία του χάρισε το Όσκαρ μαζί με τους συνθέτες Ντέβιντ Μπερν και Κονγκ Σου. Την ίδια χρονιά, συνέθεσε τη μουσική για την καλτ ταινία anime Royal Space Force: The Wings of Honnêamise. Ο Σακαμότο συνέθεσε επίσης τη μουσική για την τελετή έναρξης των Θερινών Ολυμπιακών Αγώνων του 1992 στη Βαρκελώνη της Ισπανίας, η οποία μεταδόθηκε ζωντανά σε κοινό άνω του ενός δισεκατομμυρίου θεατών.

Άλλες ταινίες για τις οποίες ο Σακαμότο συνέθεσε μουσική περιλαμβάνουν τα Ψηλά τακούνια του Πέδρο Αλμοδόβαρ (1991), Ο μικρός Βούδας του Μπερνάντο Μπερτολούτσι (1993); Wild Palms του Όλιβερ Στόουν (1993); Αγάπη είναι ο Διάβολος του Τζον Μέιμπουρι (1998); Το βλέμμα του φιδιού (1998) και Femme Fatale (2002) του Μπράιαν Ντε Πάλμα και το Ταμπού του Ναγκίσα Όσιμα (1999).

Προσωπική ζωή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο πρώτος από τους τρεις γάμους του Σακαμότο έγινε το 1972, αλλά κατέληξε σε διαζύγιο δύο χρόνια αργότερα — ο Σακαμότο απέκτησε μια κόρη από αυτή τη σχέση. Στη συνέχεια, ο Σακαμότο παντρεύτηκε τη δημοφιλή Ιαπωνίδα πιανίστρια και τραγουδίστρια Άκικο Γιάνο το 1982, μετά από αρκετές μουσικές συνεργασίες μαζί της, συμπεριλαμβανομένης της περιοδείας με την Yellow Magic Orchestra. Ο δεύτερος γάμος του Σακαμότο έληξε τον Αύγουστο του 2006, 14 χρόνια μετά από μια κοινή απόφαση να ζήσουν χωριστά — η Γιάνο και ο Σακαμότο μεγάλωσαν μια κόρη, την τραγουδίστρια της J-pop Μιου Σακαμότο.[37] Ο Σακαμότο ζει με τη μάνατζερ και σύζυγό του Νόρικα Σόρα από το 1990 περίπου και έχει δύο παιδιά μαζί της.

Τον Ιούνιο του 2014, ο Σακαμότο έκανε ένα διάλειμμα ενός έτους αφού διαγνώστηκε με καρκίνο του στοματοφάρυγγα. Το 2015 επέστρεψε δηλώνοντας: «Αυτή τη στιγμή είμαι καλά. Νιώθω καλύτερα. Πολύ, πολύ καλύτερα. Νιώθω ενέργεια μέσα μου, αλλά ποτέ δεν ξέρεις. Ο καρκίνος μπορεί να επανέλθει σε τρία χρόνια, πέντε χρόνια, ίσως και σε δέκα χρόνια. Επίσης η ακτινοβολία κάνει το ανοσοποιητικό σύστημα πολύ χαμηλό. Αυτό σημαίνει ότι είμαι πολύ ευάλωτος σε έναν άλλο καρκίνο στο σώμα μου».[38]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. 1,0 1,1 Εθνική Βιβλιοθήκη της Γερμανίας, Κρατική Βιβλιοθήκη του Βερολίνου, Βαυαρική Κρατική Βιβλιοθήκη, Εθνική Βιβλιοθήκη της Αυστρίας: (Γερμανικά, Αγγλικά) Gemeinsame Normdatei. 134505794. Ανακτήθηκε στις 14  Οκτωβρίου 2015.
  2. 2,0 2,1 filmportal.de. 168e60f8c7374d24895844b20c3352e5. Ανακτήθηκε στις 9  Οκτωβρίου 2017.
  3. www.imdb.com/name/nm0757098/.
  4. (Γαλλικά, Ολλανδικά, Αγγλικά, Γερμανικά, Ιταλικά, Ισπανικά) Musicalics. 84795. Ανακτήθηκε στις 5  Απριλίου 2022.
  5. Ανακτήθηκε στις 10  Μαρτίου 2020.
  6. aaspeechesdb.oscars.org/link/060-14/.
  7. awards.bafta.org/award/1984/film/score-for-a-film.
  8. 8,0 8,1 «Famous Japanese & Foreigners In Japan: Ryuichi Sakamoto». JapanVisitor. GoodsFromJapan KK. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 1 Φεβρουαρίου 2016. Ανακτήθηκε στις 31 Ιανουαρίου 2016. 
  9. Broughton, Frank (2007). La historia del DJ / The DJ's Story, Volume 2. Ediciones Robinbook. σελ. 121. ISBN 978-84-96222-79-3. Ανακτήθηκε στις 25 Μαΐου 2011. 
  10. 10,0 10,1 «Kurtis Mantronik Interview», Hip Hop Storage, July 2002, http://www.cheebadesign.com/legends/articleX.html, ανακτήθηκε στις May 25, 2011 
  11. 11,0 11,1 David Toop (March 1996), «A-Z Of Electro», The Wire (145), http://www.thewire.co.uk/articles/210/, ανακτήθηκε στις May 29, 2011 
  12. «Sakamoto's 'energy Flow' Enlivens Japan». AllBusiness.com. 2 Ιουλίου 1999. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 4 Δεκεμβρίου 2008. Ανακτήθηκε στις 29 Νοεμβρίου 2008. 
  13. Ryûichi Sakamoto στην IMDb
  14. Jim Sullivan (February 8, 1998), «RYUICHI SAKAMOTO GOES AVANT-CLASSICAL», Boston Globe: 8, https://pqasb.pqarchiver.com/boston/access/26130789.html?FMT=ABS&FMTS=ABS:FT&type=current&date=Feb+08%2C+1998&author=Jim+Sullivan%2C+Globe+Staff&pub=Boston+Globe&desc=RYUICHI+SAKAMOTO+GOES+AVANT-CLASSICAL, ανακτήθηκε στις May 27, 2011 
  15. Denise Sullivan (13 Μαΐου 2011). «What Makes A Legend: Ryuichi Sakamoto». Crawdaddy!. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 15 Μαΐου 2011. Ανακτήθηκε στις 31 Μαΐου 2011. 
  16. 16,0 16,1 Dayal, Gheeta (7 Ιουλίου 2006). «Yellow Magic Orchestra». Groove. The Original Soundtrack. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 2 Οκτωβρίου 2011. Ανακτήθηκε στις 17 Ιουνίου 2011. 
  17. Freeman, Phil (2006), «Ryuichi Sakamoto Interview», Global Rhythm (World Marketing Inc.) 15 (8–12): 16, https://books.google.com/books?id=iylLAAAAYAAJ, ανακτήθηκε στις June 12, 2011 
  18. Smith, Douglas Q. (18 Οκτωβρίου 2010). «Gig Alert: Ryuichi Sakamoto». WNYC. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 22 Οκτωβρίου 2010. Ανακτήθηκε στις 20 Ιουλίου 2011. 
  19. «土取利行 + 坂本龍一 / Disappointment Hateruma». jazzamurai.exblog.jp (στα Ιαπωνικά). 2 Φεβρουαρίου 2007. Ανακτήθηκε στις 23 Ιανουαρίου 2016. 
  20. Harry Hosono And The Yellow Magic Band – Paraiso στο Discogs
  21. 21,0 21,1 21,2 Lewis, John (4 Ιουλίου 2008). «Back to the future: Yellow Magic Orchestra helped usher in electronica – and they may just have invented hip-hop, too». The Guardian. UK. Ανακτήθηκε στις 25 Μαΐου 2011. 
  22. Lester, Paul (20 Ιουνίου 2008). «Yellow Magic Orchestra». The Guardian. UK. Ανακτήθηκε στις 26 Μαΐου 2011. 
  23. Bogdanov, Vladimir (2001). All music guide to electronica: the definitive guide to electronic music (4th έκδοση). Backbeat Books. σελ. 582. ISBN 0-87930-628-9. Ανακτήθηκε στις 26 Μαΐου 2011. 
  24. Dan Sicko & Bill Brewster (2010), Techno Rebels (2nd έκδοση), Wayne State University Press, σελ. 27–8, ISBN 978-0-8143-3438-6, https://books.google.com/books?id=h6TNjUt-QrkC&pg=PA27, ανακτήθηκε στις May 28, 2011 
  25. Ryuichi Sakamoto – Thousand Knives Of (LP) στο Discogs
  26. Ryuichi Sakamoto – Thousand Knives Of (CD) στο Discogs
  27. «Yellow Magic Orchestra – BGM». Yellow Magic Orchestra on Discogs. Discogs. 2014. Ανακτήθηκε στις 22 Ιουνίου 2014. 
  28. 28,0 28,1 Buckley, Peter (2003). The rough guide to rock. Rough Guides. σελ. 901. ISBN 1-84353-105-4. Ανακτήθηκε στις 25 Μαΐου 2011. 
  29. Kings of Electro στο Allmusic
  30. 30,0 30,1 «RYUICHI SAKAMOTO: Classical & Pop Fusion». Sound On Sound. SOS Publications Group. Απριλίου 1998. Ανακτήθηκε στις 22 Ιουνίου 2014. 
  31. Showing all editions for 'Ryuichi Sakamoto : conversazioni'. OCLC. 2001–2014. 
  32. «The Scene is a Prism. Notes about ST/LL of Shiro Takatani». 
  33. «Juries and Awards of the 70th Venice Film Festival». La Biennale. 7 Σεπτεμβρίου 2013. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 21 Σεπτεμβρίου 2013. Ανακτήθηκε στις 22 Ιουνίου 2014. 
  34. Schible, Stephen Nomura (June 14, 2018), Ryuichi Sakamoto: Coda, https://www.imdb.com/title/tt6578572/, ανακτήθηκε στις July 24, 2018 
  35. «Review: 'Ryuichi Sakamoto: Coda' Shows a Composer Attuned to Nature» (στα αγγλικά). https://www.nytimes.com/2018/07/05/movies/ryuichi-sakamoto-coda-review.html. Ανακτήθηκε στις July 24, 2018. 
  36. Ryuichi Sakamoto: Coda, https://www.rottentomatoes.com/m/ryuichi_sakamoto_coda/, ανακτήθηκε στις July 24, 2018 
  37. «坂本龍一、矢野顕子が仮面夫婦の関係に終止符». e-entertainment.info. 29 Νοεμβρίου 2006. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 21 Ιουλίου 2011. Ανακτήθηκε στις 9 Ιουνίου 2011.  Translation
  38. Weingarten, Christopher R. (December 17, 2015). «Ryuichi Sakamoto Details 'Gigantic' Score to 'Birdman' Director's 'The Revenant'i». Rolling Stone. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 2015-12-21. https://web.archive.org/web/20151221235504/http://www.rollingstone.com/music/news/ryuichi-sakamoto-details-gigantic-score-to-birdman-directors-the-revenant-20151217?page=2. Ανακτήθηκε στις 2021-11-13. 

38. http://www.nausicaa.net/miyazaki/hisaishi/

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]