Ροστάμ

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Ο Ροστάμ πενθεί τον Σοχράμπ. Περσική μικρογραφία.
Σοχράμπ και Ροστάμ μάχονται: από το Σαχναμέ" (γύρω στο 1522)

Ο Ροστάμ ή Ρουστάμ (περσικά: رستم‎ [rosˈtæm]) είναι ένας θρυλικός ήρωας στην περσική μυθολογία, γιος του Ζαλ και της Ρουντάμπα, του οποίου η ζωή και το έργο πέρασε απαθανατίστηκε από τον Πέρση ποιητή του 10ου αιώνα Φερντοσί στο Σαχναμέ, το οποίο περιέχει προ-ισλαμική ιρανική λαογραφία και ιστορία. Ωστόσο, οι ρίζες της αφήγησης χρονολογούνται πολύ νωρίτερα, έως τον έβδομο αιώνα.

Στο Σαχναμέ, ο Ροστάμ και οι προκάτοχοί του είναι μαρζβάν (μαργράβοι) του Σιστάν (στο σημερινό Ιράν και Αφγανιστάν). Ο Ροστάμ είναι γνωστός για τον τραγικό του αγώνα με τον Εσφαντιγιάρ, τον άλλο θρυλικό Ιρανό ήρωα, για την αποστολή του στο Μαζανταράν (δε θα πρέπει να συγχέεται με τη σύγχρονη επαρχία Μαζανταράν), και για την τραγική μάχη και δολοφονία του γιου του, Σοχράμπ, χωρίς να γνωρίζει ποιος ήταν ο αντίπαλός του. Ο Ροστάμ τελικά σκοτώθηκε από τον Σαγάντ, τον αδελφό του.

Ο Ροστάμ πάντοτε παρουσιάζεται ως ο ισχυρότερος Ιρανός παλαδίνος (ιεροί πολεμιστές) και η ατμόσφαιρα των επεισοδίων, στα οποία εμφανίζεται θυμίζει έντονα την Παρθική Αυτοκρατορία. Ίππευε τον θρυλικό επιβήτορα Ραχς και φορούσε μια ιδιαίτερη φορεσιά ονόματι μπαμπρ ε-μπαγιάν[1] σε μάχες.

Προέλευση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ενώ η αφήγηση του Σαχναμέ είναι το καθοριστικό έργο για τον Ροστάμ, ο Φερντοσί δεν επινόησε τον χαρακτήρα. Οι ιστορίες για τον Ροστάμ ήταν δημοφιλείς τον 7ο αιώνα στην Παρς και έχουν ρίζες από πολύ νωρίτερα, πιθανότατα σε ανατολικά ιρανόφωνα εδάφη. Φορά το περίφημο "τομάρι πάνθηρα".[2]

Το γενικό υπόβαθρο γύρω από τον Ρουστάμ[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Ροστάμ σε τοιχογραφίες του Παντζακέντ, 7-8ος αιώνας μ.Χ. Απεικονίζεται με επίμηκες κρανίο. [3] [4] [5] [6]

Στο Σαχναμέ, ο Ροστάμ είναι ιθαγενής του Ζαμπουλιστάν, μιας ιστορικής περιοχής, που αντιστοιχεί περίπου στη σημερινή επαρχία Ζάμπουλ στο νότιο Αφγανιστάν. Η μητέρα του, Ρουντάμπα, ήταν πριγκίπισσα της Καμπούλ. Ο Ροστάμ είναι πρωταθλητής των πρωταθλητών και εμπλέκεται σε πολλές ιστορίες, οι οποίες αποτελούν μερικά από τα πιο δημοφιλή (και αναμφισβήτητα μερικά από τα πιο αριστοτεχνικά γραμμένα) αποσπάσματα του Σαχναμέ.

Όταν ήταν μικρό παιδί, σκότωσε τον τρελό λευκό ελέφαντα του βασιλιά Μανουχέρ με ένα μόνο χτύπημα με τη σφύρα, που ανήκε στον παππού του Σαμ, γιο του Ναριμάν. Στη συνέχεια, εξημερώνει τον θρυλικό επιβήτορά του, τον Ραχς.

Η ετυμολογία του ονόματος του Ροστάμ προέρχεται από το πρωτοϊρανικό "*rautas-taxma-", δηλαδή "ισχυρός σαν ποτάμι"[7]. Η μητέρα του Ροστάμ, Ρουντάμπα, "(αυτή) του Νερού του Ποταμού" και ο πατέρας του είναι ο Ζαλ, ο οποίος έχει λευκά μαλλιά.

Γέννηση και πρώτα χρόνια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η μητέρα του Ροστάμ, Ρούνταμπα, πριγκίπισσα της Καμπούλ, ήταν γνωστή για την απαράμιλλη ομορφιά της, και ο πατέρας του Ροστάμ ήταν ο Ζαλ. Ο Ζαλ ήταν ένας από τους ισχυρότερους πολεμιστές της Περσίας και μεγάλος στρατηγός, που κατέκτησε πολλές επαναστατικές φυλές και κυβερνούσε το Ζαμπουλιστάν. Ο Ζαλ ήταν γνωστός για τη σοφία του και ήταν απαράμιλλος στην ιππασία και την έφιππη μάχη. Κάποτε έδειξε τις ικανότητές του στον αυτοκράτορα Μανουχέρ για να ζητήσει την έγκρισή του για να παντρευτεί την ερωμένη του, Ρουντάμπα.

Στην περσική μυθολογία, ο τοκετός της Ρουντάμπα παρατάθηκε λόγω του μεγάλου μεγέθους του μωρού της. Ο Ζαλ ήταν σίγουρος ότι η σύζυγός του θα πέθαινε στον τοκετό. Η Ρούνταμπα ήταν ετοιμοθάνατη, όταν ο Ζαλ αποφάσισε να καλέσει το Σιμούργκ, που εμφανίστηκε και του έδωσε οδηγίες για το πώς να εκτελέσει ένα ροσταμζάντ, μια καισαρική τομή, σώζοντας έτσι τόσο την Ρουντάμπα όσο και το παιδί.

Ο Ροστάμ μεγάλωσε και εκπαιδεύτηκε από τον Ζαλ στον πόλεμο. Όταν ο Ροστάμ σκότωσε μόνος του έναν τρελό ελέφαντα, ο πατέρας του τον έστειλε στην πρώτη του στρατιωτική αποστολή.

Αποστολή του Ροστάμ ήταν να κατακτήσει το φρούριο στην κορυφή του Όρους Σιπάντ, το οποίο ο προπαππούς του, ο Ναριμάν, πολιόρκησε κάποτε και σκοτώθηκε στη μάχη. Ο Ροστάμ κυρίευσε το φρούριο, νίκησε τον εχθρό, έσπασε το θησαυροφυλάκιο και ανέφερε την επιτυχία του στον πατέρα του, Ζαλ, και τον παππού του, Σαμ.

Χαφτ Χαν[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Ρόσταμ σκοτώνει τον Εσφαντιγιάρ. Μεσαιωνική περσική μικρογραφία.

Διεξάγει ένα ηρωικό ταξίδι για να σώσει τον Κάι Καβούς, που τον είχανε πιάσει τα τέρατα ντεβ του Μαζανταράν. Αυτό το ταξίδι ονομάζεται "οι Επτά Άθλοι του Ροστάμ".

Υπάρχουν κάποιες ομοιότητες μεταξύ των θρύλων του Ροστάμ και εκείνων που σχετίζονται με τον μεγάλο Ιρλανδό ήρωα Κουχούλιν. Και οι δύο νικούν ένα άγριο θηρίο ως νεαρότατοι άνδρες, σκοτώνουν τους γιους τους στη μάχη ("Ροστάμ και Σοχράντ", ένα μοτίβο που εντοπίζεται επίσης στην Ωδή του Χίλντεμπραντ), είναι σχεδόν ανίκητοι στη μάχη και δολοφονούνται από προδοσία, ενώ σκοτώνουν τον δολοφόνο τους στην τελευταία τους ανάσα.[8]

Δύο Πέρσες ήρωες, ο Ροστάμ και ο Εσφαντιάρ, έχουν κοινές ιστορίες με τους Άθλους του Ηρακλή. [9]

Εναλλακτικές απόψεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Είναι γραμμένο από τον Βασιλικό Σύλλογο Κεντρικής Ασίας ότι ο αγώνας μεταξύ του Ροστάμ και του "Λευκού Δαίμονα" Ντιβ-ε Σεπίντ αντιπροσωπεύει τον αγώνα μεταξύ των Περσών και των εισβολέων από τις επαρχίες της βόρειας Κασπίας. [10]

Η πτώση και άλλες σχέσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Με την Ταχμίνα, πριγκίπισσα της Σαμανγκάν, ο Ροστάμ απέκτησε ένα γιο, τον Σοχράμπ, τον οποίο σκότωσε κατά λάθος. Ο Ροστάμ αργότερα είχε μια κόρη, την Μπάνου Γκοσάσπ, η οποία είχε έναν αδερφό, τον Φαραμάρζ. Και οι δύο έγιναν διάσημοι ήρωες στο Τουράν και στην Ινδία. Η Γκοσάσπ, μέσω του γάμου της με τον Τζιβ, είχε έναν γιο, τον Μπιτζάν.

Ο Ροστάμ είχε επίσης έναν ετεροθαλή αδερφό, τον Σαγάντ, ο οποίος πάντα τον ζήλευε και προκάλεσε το θάνατό του.

Εξίσου διάσημο με τον Ροστάμ ήταν το άλογό του, Ραχς, το οποίο έζησε για πάρα πολύ, λόγω θεϊκής προστασίας, και πέθανε ταυτόχρονα με τον Ροστάμ.

Ιστορική βάση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Έχει υποστηριχθεί ότι η δυναστεία των Γονδόφαρων αντιπροσώπευε τον Οίκο των Σουρέν, την υψηλότερη από τις πέντε πρώτες οικογένειες της Παρθικής Αυτοκρατορίας, με το κληρονομικό δικαίωμα διοίκησης των βασιλικών στρατών και τοποθέτηση του στέμματος στο κεφάλι του βασιλιά κατά τη στέψη. Πιθανώς, όταν περίπου το 129 π.Χ., νομάδες λαοί, ειδικά οι Ινδο-Σκύθες (Σάκες) και οι Τόχαροι επιτέθηκαν στα ανατολικά σύνορα της Παρθίας, η άμυνα ανατέθηκε από τους Πάρθους αυτοκράτορες στους Σουρένους, οι οποίοι όχι μόνο απέκρουσαν τους Ινδο-Σκύθες, αλλά τους κυνήγησαν ως την Αραχωσία και το Πουντζάμπ.

Οι απόηχοι αυτών των γεγονότων διατηρούνται στους θρύλους του κύκλου Σιστάν, εν μέρει ενσωματωμένοι στο Σαχναμέ, αλλά επέζησαν και ως ανεξάρτητα έπη. Αυτά εξιστορούσαν τα κατορθώματα του ήρωα Γκαρσάσπ και των απογόνων του, Ναριμάν, Σαμ, Ζαλ ή Νταστάν, και πάνω απ' όλα τον γιο του τελευταίου, Ροστάμ.

Είναι δύσκολο να συσχετιστούν τα ινδο-παρθικά ονόματα, που είναι γνωστά από τα νομίσματα και την ιστορία, με εκείνα των επών, τα οποία είναι πιθανώς τιμητικοί τίτλοι, καθώς ένα ασημένιο νόμισμα πρόσφατα περιγράφει τους Γονδοφάρες (που γράφονται στα ελληνικά ως Υνδοφάρρες) με το επώνυμο Σαμ. Ένας μόνο κυβερνήτης θα μπορούσε φυσικά να έχει λάβει περισσότερους από έναν τέτοιους τίτλους και τα ιστορικά ονόματα μπορεί να επαναλαμβάνονται σε επόμενες γενιές.

Φωτογραφική συλλογή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Χειρόγραφα της μογγολικής ινδικής εποχής απεικονίζουν τους Επτά Άθλους του Ροστάμ και άλλα επιτεύγματα:

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Khaleghi-Motlagh, Dj. «BABR-E BAYĀN». ENCYCLOPÆDIA IRANICA. Ανακτήθηκε στις 15 Νοεμβρίου 2020. 
  2. Sims-Williams, Nicholas; Sims-Williams, Ursula (Summer 2014). «Rustam and his zīn-i palang». Iran Nameh 29 (2): 252–3. http://213.32.55.132/index.php/journal/article/view/2146. Ανακτήθηκε στις 9 August 2020. 
  3. Rezakhani, Khodadad. ReOrienting the Sasanians: East Iran in Late Antiquity (στα Αγγλικά). Edinburgh University Press. σελ. 124. ISBN 978-1-4744-0030-5. 
  4. «A Silk Road Renaissance - Archaeology Magazine». www.archaeology.org. 
  5. "It is possible that the Sogdian aristocratic culture of that time preserved some memory of the glorious days of Khingila, the first Hephthalite conqueror of India. The profile of Rustam, shown on different paintings at Pendzhikent, is very distinct from the other depictions in the Sogdian art, and resembles the Hephthalite prototypes. The portraits feature narrow skulls, V-shaped eyebrows, hooked noses and heavy jaws, and thus closely resemble some portraits of Khingila on the coins(Grenet 2002, 218-219)." Kurbanov, Aydogdy (2014). «THE HEPHTHALITES: ICONOGRAPHICAL MATERIALS». Tyragetia: 317-334. http://oaji.net/articles/2017/4586-1488311404.pdf. 
  6. Grenet, Frantz. Regional interaction in Central Asia and Northwest India in the Kidarite and Hephthalite periods (στα Αγγλικά). σελ. 218. 
  7. Sims-Williams, Nicholas; Sims-Williams, Ursula (Καλοκαίρι 2014). «Rustam and his zīn-i palang». Iran Nameh 29 (2): 250–1. http://213.32.55.132/index.php/journal/article/view/2146. Ανακτήθηκε στις 15-11-2020. 
  8. Connell Monette, The Medieval Hero: Christian and Muslim Traditions. (Saarsbruck: 2008).
  9. Connell Monette, The Medieval Hero: Christian and Muslim Traditions. (Saarsbruck: 2008), pp. 227-28.
  10. Journal of the Royal Central Asian Society By Royal Central Asian Society
Περσικές πηγές