Ρομόλο Μούρρι
| Ρομόλο Μούρρι | |
|---|---|
| Γενικές πληροφορίες | |
| Όνομα στη μητρική γλώσσα | Romolo Murri (Ιταλικά) |
| Γέννηση | 27 Αυγούστου 1870 Μόντε Σαν Πιετράντζελι |
| Θάνατος | 12 Μαρτίου 1944 Ρώμη |
| Χώρα πολιτογράφησης | Βασίλειο της Ιταλίας |
| Θρησκεία | Καθολικισμός |
| Εκπαίδευση και γλώσσες | |
| Ομιλούμενες γλώσσες | Ιταλικά |
| Εκπαίδευση | laurea |
| Πληροφορίες ασχολίας | |
| Ιδιότητα | καθολικός ιερέας (από 1893) πολιτικός δημοσιογράφος άποψης |
| Πολιτική τοποθέτηση | |
| Πολιτικό κόμμα/Κίνημα | d:Q3829444 |
| Αξιώματα και βραβεύσεις | |
| Αξίωμα | μέλος της Βουλής των Αντιπροσώπων του Βασιλείου της Ιταλίας (1909–1913) |
Ο Ρομόλο Μούρρι (ιταλ. Romolo Murri, 27 Αυγούστου 1870 – 12 Μαρτίου 1944) ήταν Ιταλός ιερέας της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας και πολιτικός. Τού απαγορεύθηκε να ασκεί τα ιερατικά του καθήκοντα και το 1909 αφορίσθηκε από τον Πάπα επείδη ήταν μέλος του πολιτικού κόμματος «Εθνική Δημοκρατική Ένωση». Σήμερα ο Μούρρι θεωρείται ένας από τους προδρόμους της ιταλικής χριστιανοδημοκρατικής ιδεολογίας και κατ' επέκταση του κόμματος «Χριστιανική Δημοκρατία».
Γεννήθηκε στο Μόντε Σαν Πιετράντζελι και από νεαρή ηλικία πολιτικοποιήθηκε. Το 1894 ήταν υποστηρικτής της Ιταλικής Καθολικής Ομοσπονδίας Φοιτητών (FUCI), το 1901 της «Ιταλικής Χριστιανικής Δημοκρατίας» και το 1905 της Εθνικής Δημοκρατικής Ενώσεως, ενός κινήματος που ίδρυσε ο ίδιος. Ο Μούρρι ίδρυσε τα έντυπα Vita nova (1895), Cultura sociale (1898), Il domani d'Italia (1901), Rivista di cultura (1906) και Il commento (1910).
Οι δραστηριότητες του τον έφεραν σε αντιπαράθεση με την Αγία Έδρα, ιδίως μετά την ίδρυση από τον ίδιο της Εθνικής Δημοκρατικής Ενώσεως. Ο Πάπας Πίος Ι΄ κατεδίκασε με άμεσο τρόπο το κίνημα το 1906 με την εγκύκλιό του Pieni l'Animo, απαγορεύοντας σε όλους τους ιερείς να γίνουν μέλη του υπό την απειλή της θέσεώς τους σε διαθεσιμότητα.[1]
Καθώς ο Μούρρι δεν συμμορφώθηκε, όντας ο ίδιος ιερέας και μέλος της Ενώσεως, η παραπάνω απαγόρευση εφαρμόσθηκε στο πρόσωπό του: τού απαγορεύθηκε δηλαδή να ασκεί τα ιερατικά του καθήκοντα το 1907. Το κίνημα καταδικάσθηκε εκ νέου από τον Πάπα Πίο με την εγύκλιο Pascendi Dominici gregis, η οποία το εξίσωνε με τον μοντερνισμό, και τελικώς ο Μούρρι αφορίσθηκε[2] το 1909. Στις εκλογές όμως του ίδιου έτους εκλέχθηκε βουλευτής με το Ιταλικό Ριζοσπαστικό Κόμμα.[3]
Το 1912 έγινε ο γάμος του στη Ρώμη με τη Ράγκνχιλντ Λουντ (Ragnhild Lund), κόρη πρώην προέδρου του κοινοβουλίου της Νορβηγίας, με την οποία απέκτησαν έναν γιο. Το 1913 απέτυχε να εκλεγεί βουλευτής.[3] Μετά την επιβολή του φασιστικού καθεστώτος στην Ιταλία, ο Μούρρι αποσύρθηκε από την ενεργό πολιτική, βρίσκοντας διέξοδο στη δημοσιογραφία. Από τις πράξεις του καθεστώτος επεκρότησε τη Συνθήκη του Λατερανού[4] (1929).
Τον Νοέμβριο του 1943 ο Μούρρι συμφιλιώθηκε με την Εκκλησία και ο αφορισμός του άρθηκε από τον Πίο ΙΒ΄. Λίγους μήνες αργότερα όμως ο ιερέας πέθανε στη Ρώμη σε ηλικία 73 ετών.[3]
Παραπομπές
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]- ↑ «Pieni L'Animo (28 luglio 1906) | PIO X». www.vatican.va. Ανακτήθηκε στις 30 Απριλίου 2024.
- ↑ «PRIEST EXCOMMUNICATED...». The New York Times. 23 Μαρτίου 1909.
- 1 2 3 Guasco, Maurilio (2012). «MURRI, Romolo». Dizionario Biografico degli Italiani 77. https://www.treccani.it/enciclopedia/romolo-murri_%28Dizionario-Biografico%29/.
- ↑ Cappelli, Giampiero (1965). Romolo Murri: contributo per una biografia. Edizioni 5 lune. σελ. 297.