Μετάβαση στο περιεχόμενο

Ρεϋνάλδος της Σιδώνος

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Ρεϋνάλδος της Σιδώνος
REGINALDUS SIDONIS / CIVITAS SIDONIS
Γενικές πληροφορίες
Γέννηση1130 (περίπου)
Θάνατος1202
Πληροφορίες ασχολίας
Ιδιότηταφεουδάρχης
Οικογένεια
ΣύζυγοςΑνιές ντε Κουρτεναί (1170–1184)[1]
Ελβίς του Ιμπελέν (από 1189)
ΤέκναΜπαλιάν Γκρανιέ
Αγνή Γκρενιέ
Euphémie Grenier
ΓονείςΓεράρδος Γκρανιέ και Agnès de Bures
ΟικογένειαΟικογένεια Γκρανιέ
Θυρεός
Commons page Σχετικά πολυμέσα

Ο Ρεϋνάλδος Γκρανιέ (δεκαετία του 1130 1202)· επίσης Ρεζινάλ ή Ρενώ, γαλλ.: Reynald / Reginald / Renaud Grenier ήταν κύριος της Σιδώνας και σημαντικός ευγενής στο βασίλειο της Ιερουσαλήμ στα τέλη του 12ου αι.

Ο Ρεϋνάλδος ήταν γιος του Γεράρδου Γκρανιέ και της Αγνής του Μπιούρες, και εγγονός του Ευστάθιου Γκρανιέ. Ανήλθε σε εξέχουσα θέση στο βασίλειο το 1170, όταν νυμφεύτηκε την Αγνή του Κουρτεναί, η οποία είχε παντρευτεί τρεις φορές στο παρελθόν: πρώτα με τον Ρέτζιναλντ του Μαράς, ο οποίος την άφησε χήρα, δεύτερον (πιθανώς διγαμικά) με τον Αμαλρίκ κόμη της Γιάφας και της Ασκαλώνας και μελλοντικό βασιλιά της Ιερουσαλήμ, με τον οποίο απέκτησε δύο παιδιά, τον Βαλδουίνο Δ΄ και τη Σιβύλλα, και τρίτον με τον Ούγο του Ιμπελέν, τον αρραβωνιαστικό ή σύζυγό της πριν από τον γάμο της με τον Αμαλρίκ. Ο γάμος της με τον Αμαλρίκ ακυρώθηκε το 1163, όταν ανακαλύφθηκε ότι οι δύο ήταν συγγενείς εξ αίματος σε απαγορευμένο βαθμό. Μερικοί συγγραφείς έχουν ισχυριστεί ότι ο 4ος γάμος μεταξύ της Αγνής και του Ρεϋνάλδου της Σιδώνας ακυρώθηκε επίσης, καθώς ήταν συγγενείς σε απαγορευμένο βαθμό, αλλά αυτό βασίζεται σε μία εσφαλμένη ερμηνεία του Γουλιέλμου της Τύρου, που λέει ότι ο Γεράρδος ανακάλυψε τη σχέση μεταξύ "των δύο προαναφερθέντων ανθρώπων". Ωστόσο, αυτό πρέπει να αναφέρεται στον γάμο της Αγνής και του Αμαλρίκ: ο Γεράρδος είχε πια αποβιώσει, την εποχή του γάμου του Ρεϋνάλδου. Τον Δεκέμβριο του 1179 η «Αγνή, κόμισσα της Σιδώνας» και ο «Ρεϋνάλδος της Σιδώνας» ήταν μάρτυρες μαζί σε ένα καταστατικό: δεν υπάρχουν στοιχεία που να υποδηλώνουν ότι δεν ήταν ακόμα ζεύγος. (Βλέπε Χάμιλτον, Ο Λεπρός Βασιλιάς και οι Κληρονόμοι του, για περαιτέρω συζήτηση σχετικά με αυτό.)

Το 1174 ο Αμαλρίκ απεβίωσε, και τον διαδέχθηκε ο λεπρός και ανήλικος γιος του Βαλδουίνος Δ΄. Ο Ρεϋνάλδος έγινε πλέον θετός πατέρας του βασιλιά. Έπρεπε να διοριστεί ένας βάιλος, ή αντιβασιλιάς, και ο Ρεϋνάλδος ήταν μεταξύ των υποστηρικτών του Ραϋμόνδου Γ΄ της Τρίπολης (εξαδέλφου του Αμαλρίκ), έναντι του Μάιλς του Πλανσύ γι' αυτή τη θέση.

Ο Ρεϋνάλδος ήταν παρών στη Μάχη του Μοντζισάρ το 1177, αλλά όχι στη Μάχη του Περάσματος του Ιακώβ το 1179, έχοντας φθάσει πολύ αργά με τις δυνάμεις του. Σύμφωνα με τον Γουλιέλμο της Τύρου, θα μπορούσε να είχε σώσει πολλούς από τους πρόσφυγες από τη μάχη, αν είχε συνεχίσει τον δρόμο του ως εκεί, αλλά όταν επέστρεψε στη Σιδώνα, αυτοί οι πρόσφυγες είχαν σκοτωθεί σε ενέδρες. Συμμετείχε στην άμυνα του βασιλείου, όταν ο Σαλαντίν εισέβαλε το 1183. Αυτή τη φορά ο Γουλιέλμος τον κατατάσσει μεταξύ εκείνων, που "διακρίθηκαν για την ανδρεία τους στη μάχη". Η σύζυγός του ήταν μερικές φορές παρούσα σε στρατιωτικές εκστρατείες, φροντίζοντας τον άρρωστο, αλλά αποφασισμένο, γιο της.

Διαφορές διαδοχής στο Βασίλειο

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εκείνη την εποχή, ο Βαλδουίνος Δ΄ κυβερνούσε μόνος του, χωρίς την ανάγκη αντιβασιλιά. Για να ενισχύσει την ελπίδα στρατιωτικής υποστήριξης από τον εξάδελφό του Ερρίκο Β΄ της Αγγλίας και να μειώσει την επιρροή του Ραϋμόνδου της Τρίπολης, το 1180 ο Βαλδουίνος είχε παντρέψει την χήρα αδερφή του Σιβύλλα με έναν ευγενή του Πουατεβέν, τον Γκυ ντε Λουζινιανών, υποτελή των Ανζού, του οποίου ο μεγαλύτερος αδελφός, ο Αμαλρίκ, είχε ήδη εδραιωθεί στην αυλή. Καθώς η υγεία του βασιλιά επιδεινώθηκε, διόρισε τον Γκυ αντιβασιλιά το 1183 κατά την εισβολή του Σαλαντίν, αν και ο Ραϋμόνδος και οι σύμμαχοί του ήταν εξαιρετικά εχθρικοί απέναντί του. Ωστόσο ο βασιλιάς σύντομα απογοητεύτηκε από τις ικανότητες του Γκυ, και τον υποβάθμισε. Το 1183 στέφθηκε συμβασιλιάς ο Βαλδουίνος Ε΄, ο νεαρός γιος της Σιβύλλας και του 1ου συζύγου της Γουλιέλμου του Μομφερράτου, σε μία προσπάθεια να αποτρέψει τη Σιβύλλα και τον Γκυ από το να διαδεχθούν τον θρόνο. Ο ΡεΫνάλδος υποστήριξε την άποψη αυτή, και ήταν παρών στη στέψη.

Η Αγνή απεβίωσε πιθανώς το δεύτερο μισό του 1184, και ο Βαλδουίνος Δ΄ την άνοιξη του 1185. Ο Βαλδουίνος Ε΄, με τον Ραϋμόνδο Γ΄ ως αντιβασιλιά, παρέμεινε βασιλιάς για λιγότερο από ένα χρόνο, πριν αποβιώσει και αυτός το 1186. Ο ΡεΫνάλδος ήταν μεταξύ των ευγενών που προσπάθησαν να εμποδίσουν τη Σίβυλλα και τον Γκυ να διαδεχθούν τον θρόνο, μετά το τέλος του Βαλδουίνου Ε΄, αλλά απέτυχαν.

Η μάχη του Χατίν και η Γ΄ Σταυροφορία

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η διαμάχη μεταξύ του Γκυ και του Ραϋμόνδου απείλησε την ασφάλεια του βασιλείου, καθώς ο Γκυ σχεδίαζε να πολιορκήσει το φέουδο του Ραϋμόνδου στην Τιβεριάδα, το οποίο είχε συμμαχήσει με τον Σαλαντίν. Ο Μπαλιάν του Ιμπελέν, ένας άλλος υποστηρικτής του Ραϋμόνδου, πρότεινε αντ' αυτού να στείλει ο Γκυ μία πρεσβεία στον Ραϋμόνδο στην Τρίπολη, ελπίζοντας ότι οι δύο θα μπορούσαν να συμφιλιωθούν, πριν ο Γκυ κάνει μία ανόητη επίθεση στον μεγαλύτερο στρατό του Σαλαντίν. Ο Ρεϋνάλδος συνόδευσε τον Μπαλιάν, τον Ζεράρ του Ριντεφόρ (μεγάλο μάγιστρο των Ναϊτών Ιπποτών), τον Ρογήρο ντε Μουλέν (μεγάλο μάγιστρο των Ιωαννιτών Ιπποτών) και τον Ιόσκιο αρχιεπίσκοπο της Τύρου στην Τρίπολη. Την 1η Μαΐου οι Ναΐτες και οι Ιωαννίτες ηττήθηκαν από τον γιο του Σαλαντίν, αλ-Αφδάλ, στη Μάχη του Κρεσόν. Ο Μπαλιάν είχε σταματήσει στο φέουδό του στη Ναμπλούς και ο Ρεϋνάλδος είχε σταματήσει στο κάστρο του στο Μπωφόρ, και οι δύο δεν ήταν παρόντες στις μάχες. Ο Ραϋμόνδος άκουσε τα νέα της ήττας, συνάντησε την πρεσβεία στην Τιβεριάδα και τους συνόδευσε πίσω στην Ιερουσαλήμ.

Η επακόλουθη εισβολή του Σαλαντίν στο βασίλειο συνάντησε τον Γκυ, τον Ραϋμόνδο και τον στρατό των σταυροφόρων στη Μάχη του Χαττίν. Η μάχη ήταν μία συντριπτική ήττα για τους σταυροφόρους. Ο Ρεϋνάλδος ήταν στην οπισθοφυλακή με τον Μπαλιάν και τον Ζοσλέν Γ΄ της Έδεσσας, αδελφό της εκλιπούσας συζύγου του, και δραπέτευσε μαζί τους. Σύμφωνα με μεταγενέστερα δυτικά χρονικά της Γ΄ Σταυροφορίας, ήταν δειλοί και ποδοπάτησαν τους δικούς τους άνδρες στην εξόρμηση, αλλά πιθανότατα προσπαθούσαν απλώς να σπάσουν την μουσουλμανική περικύκλωση του στρατού των σταυροφόρων. Αυτό δεν λειτούργησε, και ο Ρεϋνάλδος και ο Μπαλιάν κατέφυγαν στην Τύρο, όπου ο Ρεϋνάλδος μπορεί να ανέλαβε για λίγο τη διοίκηση της πόλης μετά την αναχώρηση του Ραϋμόνδου της Τρίπολης. Η Παλαιά Γαλλική Συνέχεια του Γουλιέλμου της Τύρου του 13ου αι., συμπεριλαμβανομένου του Χρονικού του Ερνούλ, ισχυρίζεται ότι βρισκόταν στη διαδικασία διαπραγματεύσεων για την παράδοσή της στον Σαλαντίν όταν έφθασε ο Κορράδος του Μομφερράτου. Ο Σαλαντίν είχε δώσει στον Ρεϋνάλδο να κρεμαστούν λάβαρα από τους πύργους της πόλης, αλλά ο Ρεϋνάλδος φοβόταν αντίποινα από τους πολίτες, εάν ο ίδιος ο Σαλαντίν δεν ήταν παρών. Ο Κορράδος πέταξε τα λάβαρα, και έδιωξε τον Ρεϋνάλδο. Ωστόσο, αυτό είναι αμφισβητήσιμο: οι Άραβες χρονικογράφοι δεν αναφέρουν τίποτε γι' αυτό, και στη συνέχεια ο Ρεϋνάλδος και ο Κορράδος έγιναν στενοί σύμμαχοι. Ο Ρεϋνάλδος μπορεί να έφυγε από την Τύρο για το Μπωφόρ (η Σιδώνα είχε επίσης καταληφθεί μετά το Χατίν), όπως ακριβώς είχε φύγει ο Ραϋμόνδος Γ΄ για την Τρίπολη: η προτεραιότητα τέτοιων μεγιστάνων ήταν να υπερασπιστούν τα εδάφη τους. Ωστόσο, σίγουρα επέστρεψε στην Τύρο το 1188, όταν έγινε μάρτυρας ενός διατάγματος για τον Κορράδο.

Το 1189 ο Ρεϋνάλδος ξεκίνησε διαπραγματεύσεις με τον Σαλαντίν για την παράδοση του Μπωφόρ. Προσφέρθηκε να αποσυρθεί στη Δαμασκό και να ασπαστεί το Ισλάμ, αλλά όλα ήταν ένα τέχνασμα: έχανε μόνο χρόνο για να επιτρέψει την ενίσχυση της άμυνας του κάστρου. Επιστρέφοντας στο κάστρο, διέταξε τους φρουρούς του στα αραβικά να υποχωρήσουν, αλλά στα γαλλικά τους είπε να συνεχίσουν την αντίστασή τους. Σύμφωνα με την Παλαιά Γαλλική Συνέχεια του Γουλιέλμου της Τύρου, ο Σαλαντίν βασάνισε τον Ρεϋνάλδο έξω από το κάστρο, μέχρι που η φρουρά παραδόθηκε, αν και στην πραγματικότητα δεν φαίνεται να είχε παραδοθεί εκείνη την εποχή. Ο Ρεϋνάλδος φυλακίστηκε στη Δαμασκό, και το κάστρο τελικά έπεσε στις 22 Απριλίου 1190, σε αντάλλαγμα για την απελευθέρωσή του.

Μετά την απελευθέρωσή του, ο Ρεϋνάλδος νυμφεύτηκε την Ελβίς, τη μεγαλύτερη κόρη του Μπαλιάν του Ιμπελίν και της Μαρίας Κομνηνής. Στη συνέχεια, έπαιξε σημαντικό ρόλο στην πολιτική της Γ΄ Σταυροφορίας. Υποστήριξε την ακύρωση του γάμου του Χάμφρεϋ Δ΄ του Τορόν και της Ισαβέλλας Α΄ της Ιερουσαλήμ, ώστε η Ισαβέλλα να μπορέσει να παντρευτεί τον Κορράδο του Μομφερράτου. Ο ανώνυμος συγγραφέας του Itinerarium Peregrinorum et Gesta Regis Ricardi αποκαλεί τον Ρεϋνάλδο μέλος ενός «συμβουλίου της απόλυτης ανομίας» (μαζί με τον Μπαλιάν του Ιμπελίν, τη Μαρία Κομνηνή και τον Παγιέν της Χάιφας) για την υποστήριξη αυτής της πράξης. Οι αραβικές του δεξιότητες τον έκαναν χρήσιμο ως διπλωμάτη: διαπραγματεύτηκε με τον Σαλαντίν εκ μέρους του Κορράδου το 1191-92, και αργότερα βοήθησε στις διαπραγματεύσεις ειρήνης μεταξύ του Ριχάρδου και του Σαλαντίν το 1192. Η Σιδώνα ανακτήθηκε από τον Σαλαντίν το 1197.

Ο Ραϋνάλδος περιγράφηκε στα Lignages d'Outremer ως «εξαιρετικά άσχημος και πολύ σοφός». Ήταν ένας από τους λίγους ιθαγενείς βαρόνους του βασιλείου, που μιλούσαν αραβικά και γνώριζαν την αραβική λογοτεχνία. [2] Διατηρούσε καλές σχέσεις με τον αδελφό τού Σαλαντίν, Αλ-Αντίλ Α΄: οι διαπραγματεύσεις του με τον Κορράδο ανακαλύφθηκαν από την ομάδα του Ριχάρδου Α΄, όταν ο Χάμφρεϋ του Τορόν τον είδε να πηγαίνει για κυνήγι με τον Αλ-Αντίλ Α΄. Αυτό δεν τον έκανε αγαπητό στους δυτικούς χρονικογράφους, που υποστήριζαν τον Ριχάρδο και τον Γκυ των Λουζινιάν: όπως και ο Ραϋμόνδος της Τρίπολης, κατηγορήθηκε (ψευδώς) ότι είχε κρυφά ασπαστεί το Ισλάμ.

Μετά την απελευθέρωσή του από την αιχμαλωσία το 1190 νυμφεύτηκε την Ελβίς του Ιμπελέν, κόρη των φίλων του Μπαλιάν και Μαρίας Κομνηνής, και περισσότερο από 40 χρόνια νεότερή του (πιθανώς γενν. το 1178). Απέκτησε τρία παιδιά, όλα από ό,τι φαίνεται από την Ελβίς, σύμφωνα με τα Lignages d'Outremer, αν και ορισμένες σύγχρονες γενεαλογίες υποδηλώνουν ότι τα δύο κορίτσια μπορεί να ήταν από την Αγνή.

  • Αγνή, παντρεύτηκε τον Ραούλ του Σαιντ Ομέρ, σενεσάλη της Ιερουσαλήμ (θετό γιος του Ραϋμόνδου Γ΄ της Τρίπολης).
  • Φένι (Ευφημία), παντρεύτηκε τον Όντο του Σαιντ Ομέρ φύλακας της Τρίπολης, κύριο του Γκογκουλάτ. (Ήταν θετός γιος του Ραϋμόνδου Γ΄ της Τρίπολης, αδελφός του Ραούλ).
  • Μπαλιάν, αρραβωνιάστηκε τη Μαργαρίτα του Μπριέν, αλλά η Μαργαρίτα αποπλανήθηκε από τον Φρειδερίκο Β΄ της Γερμανίας. Ο Μπαλιάν νυμφεύτηκε την Ίντα ντε Ρεϊνέλ και διαδέχθηκε τον πατέρα του Ρεϋνάλδο ως κόμης της Σιδώνας το 1202.

Μετά το τέλος του Ρεϋνάλδου, η Ελβίς παντρεύτηκε τον Γκυ του Μονφόρ-Καστρ.

  1. p24822.htm#i248211. Ανακτήθηκε στις 7  Αυγούστου 2020.
  2. Runciman 1952, σελ. 319.
  • Γουλιέλμος της Τύρου, Ιστορία των Έργων που Έγιναν Πέρα από τη Θάλασσα . EA Babcock και AC Krey, μτφρ. Columbia University Press, 1943.
  • De Expugnatione Terrae Sanctae per Saladinum, μετάφραση James A. Brundage, στο The Crusades: A Documentary Survey . Marquette University Press, 1962.
  • Chronicle of the Third Crusade, a Translation of Itinerarium Peregrinorum et Gesta Regis Ricardi, μετάφραση Helen J. Nicholson. Ashgate, 1997.
  • Peter W. Edbury, Η κατάκτηση της Ιερουσαλήμ και η Τρίτη Σταυροφορία: Πηγές στη Μετάφραση . Ashgate, 1996.
  • Bernard Hamilton, «Γυναίκες στα Σταυροφορικά Κράτη: Οι Βασίλισσες της Ιερουσαλήμ», στο Medieval Women, επιμέλεια Derek Baker. Εταιρεία Εκκλησιαστικής Ιστορίας, 1978
  • Bernard Hamilton, Ο Λεπρός Βασιλιάς και οι Κληρονόμοι του: Ο Βαλδουίνος Δ΄ και το Σταυροφορικό Βασίλειο της Ιερουσαλήμ . Cambridge University Press, 2000.
  • Hans Eberhard Mayer, «Οι αρχές του βασιλιά Amalric της Ιερουσαλήμ», στο BZ Kedar (επιμ.), Τα Κέρατα του Χαττίν, Ιερουσαλήμ, 1992, σσ. 121–35.
  • Marie-Adélaïde Nielen (επιμ.), Lignages d'Outremer, Académie des inscriptions et belles-lettres, 1993.
  • Reinhold Röhricht (επιμ.), Regesta Regni Hierosolymitani MXCVII-MCCXCI, and Additamentum, Βερολίνο, 1893-1904.