Ραϊμόνδος Ρουπέν της Αντιόχειας

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
(Ανακατεύθυνση από Ραϋμόνδος Ρουπέν)
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση


Ραϊμόνδος Ρουπέν της Αντιόχειας
Γενικές πληροφορίες
Όνομα στη
μητρική γλώσσα
Raymond-Roupen d'Antioche (Γαλλικά) και Ռուբեն–Ռայմոնդ (Αρμενικά)
Γέννηση1199
Αντιόχεια
Θάνατος1222
Αιτία θανάτουπεσών σε μάχη
Χώρα πολιτογράφησηςΑρμενικό Βασίλειο της Κιλικίας
Πριγκιπάτο της Αντιόχειας
Οικογένεια
ΣύζυγοςΕλβίς της Κύπρου[1]
ΤέκναΜαρία της Αντιόχειας-Αρμενίας[1]
Εσίβα της Αντιοχείας
ΓονείςΡαϊμόνδος Δ΄ της Τρίπολης και Αλίκη της Αρμενίας
ΟικογένειαΟίκος του Πουατιέ
Στρατιωτική σταδιοδρομία
Πόλεμοι/μάχεςΠόλεμος της Αντιοχικής Διαδοχής

Ο Ραϋμόνδος-Ρουπέν (1198 - 1219 ή 1221/22) από τον Οίκο του Πουατιέ ήταν πρίγκιπας της Αντιόχειας (1216-19) και συμβασιλιάς της Μικράς Αρμενίας (1211-19).

Βιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ήταν το μόνο τέκνο του Ραϋμόνδου Δ΄ κόμη της Τρίπολης και της Αλίκης των Ρουπενιδών, κόρης του Ρουπέν Γ΄ κυρίου της Μικράς Αρμενίας (Κιλικίας).

Η αβέβαιη διαδοχή στο πριγκιπάτο της Αντιόχειας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο γάμος των γονιών του κανονίστηκε το 1195 με σκοπό να σταματήσει η εχθρότητα του βασιλείου της Μικράς Αρμενίας και του πριγκιπάτου της Αντιοχείας και της τελικής ένωσης των δύο υπό έναν ηγεμόνα. Όμως το 1197 ο Ραϋμόνδος Δ΄ απεβίωσε, αφήνοντας την Αλίκη έγγειο: ο Ραϋμόνδος-Ρουπέν γεννήθηκε όψιμα το 1198. Αν ήταν ενήλικος, θα γινόταν με βεβαιότητα διάδοχος τού πάππου του Βοημούνδου Γ΄ πρίγκιπα της Αντιόχειας, αλλά ο Βοημούνδος Γ΄ είχε και δεύτερο γιο, τον Βοημούνδο Δ΄ κόμη της Τρίπολης. Ο Βοημούνδος Γ΄ τον έστειλε με την Αλίκη στην Κιλικία. Ο πατέρας της Αλίκης δεν είχε άρρενα τέκνα, έτσι τον διαδέχθηκε ο νεότερος αδελφός του Λέων Α΄ ως κύριος της Αρμενίας. Όταν έφθασε η Αλίκη, έγινε η στέψη του θείου της αυτού ως βασιλιά της Αρμενίας και η βάπτιση του Ραϋμόνδου-Ρουπέν. Και οι δύο τελετές έγιναν από τον Κορράδο των Βίττελσμπαχ-Σάυερν παπικό αντιπρόσωπο (legatus). Ούτε ο Λέων Α΄ είχε άρρενα τέκνα, έτσι αναγνώρισε τον μικρανιψιό του Ραϋμόνδο-Ρουπέν ως διάδοχο και ήθελε να εξασφαλίσει τη διαδοχή αυτού και στο πριγκιπάτο της Αντιόχειας.

Ο Κορράδος από το Σις ταξίδεψε στην Αντιόχεια και ανάγκασε τον Βοημούνδο Γ΄ να αναγνωρίσει τον Ραϋμόνδο-Ρουπέν ως διάδοχο ενώπιον των υποτελών του. Τότε ο Βοημούνδος Δ΄, που συμμάχησε με τους Ναΐτες και Ιωαννίτες ιππότες, τους Γενουάτες και Πιζάνους εμπόρους και την Κοινότητα των Αντιοχέων, εμφανίστηκε αιφνίδια στην Αντιόχεια ως διάδοχος, αγνοώντας τη βούληση του πατέρα του. Ο κλήρος, επειδή ο Λέων Α΄ είχε αποτύχει να συνεννοηθεί με τον Πέτρο λατίνο Πατριάρχη της Αντιόχειας, υποστήριξε τον Βοημούνδο Δ΄.

Πόλεμος για τη διαδοχή στην Αντιόχεια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 1201 απεβίωσε ο Βοημούνδος Γ΄ και τον διαδέχθηκε χωρίς δυσκολίες ο δευτερότοκος Βοημούνδος Δ΄. Πολλοί ευγενείς, που είχαν υποστηρίξει τον Ραϋμόνδο-Ρουπέν, διέφυγαν στη Σις και ο Λέων Α΄ ξεκίνησε τον Πόλεμο για τη Διαδοχή στην Αντιόχεια, πολιορκώντας την πόλη. Ο Αμωρί της Κύπρου ήταν υπέρ του Ραϋμόνδου-Ρουπέν, αλλά αρνήθηκε να παρέμβει. Ο Λέων Α΄ κανόνισε τον γάμο του μικρανιψιού του με την Ελβίς των Λουζινιάν (κόρη του βασιλιά της Κύπρου) το 1210 και τον έστεψε συμβασιλιά του στην Κιλικία· το στέμμα είχε στείλει ο Όθων Δ΄ Βίττελσμπαχ της Γερμανίας. Το επόμενο έτος ο Ραϋμόνδος-Ρουπέν ενηλικώθηκε και ο Λέων Α΄ τον έστειλε στην Αντιόχεια. Εκεί βρήκε συμμάχους τους Ιωαννίτες και άλλους ευγενείς, μαζί με τον ηγέτη της Κοινότητας των αστών.

Με τη συνδρομή του Λέοντα Α΄ το 1216 η Αντιόχεια κατελήφθη και ο νέος πρίγκιπας μαζί με τον Λέοντα Α΄ εισήλθαν στην πόλη, από την οποία είχε διαφύγει ο θείος του Βοημούνδος Δ΄. Ο Πέτρος των Ιβρέα λατίνος Πατριάρχης της Αντιόχειας τον έχρισε πρίγκιπα της πόλης και ο νέος ηγεμόνας έλαβε την υποτέλεια των ευγενών και της Κοινότητας. Τότε οι Σελτζούκοι επιτέθηκαν στην Κιλικία· ο Ραϋμόνδος-Ρουπέν έσπευσε για βοήθεια του μεγάλου θείου του, αλλά οι σχέσεις τους επιδεινώθηκαν και θα συνελάμβανε τον Λέοντα Α΄, αλλά διέφυγε. Τελικά η Αντιόχεια είχε καταστραφεί από τον Πόλεμο και η αύξηση των φόρων που επέβαλλε ο πρίγκιπας, τον έκανε αντιδημοφιλή. Το 1219 οι αστοί και οι ευγενείς εξεγέρθηκαν και κάλεσαν τον Βοημούνδο Δ΄ να επιστρέψει. Ο ανιψιός του κατέφυγε στην ακρόπολη, αλλά τελικά διέφυγε με την υποστήριξη των Ιωαννιτών.

Διεκδικεί την Κιλικία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αναζήτησε καταφύγιο στον Λέοντα Α΄, ο οποίος βρισκόταν στην επιθανάτιο κλίνη του: αποκλήρωσε τον μικρανιψιό του και έκανε διάδοχο την δευτερότοκη κόρη του Ισαβέλλα· απεβίωσε το 1219. Ο Ραϋμόνδος-Ρουπέν διεκδίκησε το θρόνο, όπως και η πρωτότοκη κόρη Στεφανία με τον σύζυγό της Ιωάννη του Μπριέν. Το επόμενο έτος απεβίωσε η Στεφανία και ο πάπας Ονώριος Γ΄ αποφάσισε υπέρ του Ραϋμόνδου-Ρουπέν.

Τον υποστήριζαν η μητέρα του, οι Ιωαννίτες, μερικοί ευγενείς, ο πάπας και ο αντιπρόσωπός του Πελάγιος του Αλμπάνο, που τώρα ήταν ηγέτης της Ε΄ Σταυροφορίας στην Αίγυπτο. Ο Ραϋμόνδος-Ρουπέν ταξίδεψε εκεί για να τον συμβουλευτεί και μετά εισέβαλε στην Κιλικία μαζί με τη μητέρα του. Εγκαταστάθηκαν στην Ταρσό και περίμεναν τη βοήθεια των Ιωαννιτών, αλλά ο Κωνσταντίνος του Μπαμπερόν, αντιβασιλιάς της Ισαβέλλας, τους πολιόρκησε και έπειτα από τρεις μήνες τους αιχμαλώτισε.

Τα μετέπειτα γεγονότα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 1221/22 απεβίωσε σε φυλακή της Κιλικίας· ήταν 21 ή 23/24 ετών. Η Ισαβέλλα, ο Βοημούνδος Δ΄ και μετά ο γιος του Φίλιππος κυβέρνησαν απερίσπαστοι. Το 1222 η πρώτη παντρεύτηκε τον τελευταίο, αλλά είχαν την ίδια τύχη. Ο πάπας δεν υποστήριξε τις κόρες του Ραϋμόνδου-Ρουπέν και η Αλίκη τις πήρε μαζί της στην Κύπρο.

Οικογένεια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Νυμφεύτηκε την Ελβίς των Λουζινιάν, κόρη του Αμωρί της Κύπρου και είχε τέκνα:

  • Μαρία 1215-1257, παντρεύτηκε τον Φίλιππο των Μονφόρ κύριο του Καστρ-αν-Αλμπιζουά, της Τύρου & του Τορόν.
  • Εσίβα, μάλλον απεβίωσε νέα.

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Hardwicke, Mary Nickerson (1969). "The Crusader States, 1192–1243". In Setton, Kenneth M.; Wolff, Robert Lee; Hazard, Harry. A History of the Crusades, Volume II: The Later Crusades, 1189–1311. The University of Wisconsin Press. pp. 522–554. ISBN 0-299-04844-6.
  • Burgtorf, Jochen (2016). "The Antiochene war of succession". In Boas, Adrian J. The Crusader World. University of Wisconsin Press. pp. 196–211. ISBN 978-0-415-82494-1.
  • Stopka, Krzysztof (2016). Armenia Christiana: Armenian Religious Identity and the Churches of Constantinople and Rome (4th–15th Century). Wydawnictwo UJ. ISBN 8323395551.
  • Runciman, Steven (1989). A History of the Crusades, Volume III: The Kingdom of Acre and the Later Crusades. Cambridge University Press. ISBN 0-521-06163-6.
Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Raymond-Roupen της Αγγλικής Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).