Ραϊχσκονκορδάτο

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Η υπογραφή του Ραϊχσκονκορδάτου (8 Ιουλίου 1933) στη Ρώμη. (Από αριστερά προς δεξιά: ο καρδινάλιος Λούντβιχ Κάας, ο Αντικαγκελάριος Φραντς φον Πάπεν, ο Γραμματέας Ειδικών Εκκλησιαστικών Υποθέσεων Γκιουζέπε Πιτσάρντο, ο παπικός υπουργός Εξωτερικών Ευγένιο Πατσέλλι, στο κέντρο, ο καρδινάλιος Αλφρέντο Οτταβιάνι, και ο Ρούντολφ Μπούτμαν, μέλος του γερμανικού υπουργείου Εσωτερικών.)

Με την ονομασία Ραϊχσκονκορδάτο, εκ του αντίστοιχου γερμανικού όρου "Reichskonkordat", ή Κονκορδάτο Χίτλερ - Πάπα, ή Κονκορδάτο της 20ης Ιουλίου 1933 φέρεται το κονκορδάτο (= παπικό σύμφωνο), που συνομολογήθηκε μεταξύ του Βατικανού και του Γ΄ Ράιχ και ουσιαστικά υπό των εκπροσώπων του Πάπα Πίου ΙΑ΄ και του Χίτλερ.

Γενικά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σκοπός του συμφώνου αυτού ήταν η εγγύηση των δικαιωμάτων της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας στη Γερμανία, υπό το νέο καθεστώς που είχε στο μεταξύ διαμορφωθεί. Το Σύμφωνο που περιλάμβανε 34 άρθρα, και ένα απόρρητο προσάρτημα, υπεγράφη στην Αγία Έδρα, Βατικανό, στις 8 Ιουλίου του 1933 (ν.ημερ.) υπό τον καρδινάλιο Ευγένιο Πατσέλλι, πρώην παπικός νούντσιος στο Μόναχο και Βερολίνο, και μετέπειτα Πάπας Πίος ΙΓ΄, και από τον εκπρόσωπο του Χίτλερ, τον αντικαγκελάριο Φραντς φον Πάπεν. Τούτο επικυρώθηκε δώδεκα ημέρες μετά στις 20 Ιουλίου του 1933 όπου και η επίσημη έναρξη ισχύος του.

Σημειώνεται ότι οι διαπραγματεύσεις για συνομολόγηση κονκορδάτου είχαν ξεκινήσει πολύ παλαιότερα, από το 1919, που όμως δεν είχαν τελεσφορήσει, αν και είχαν συνεχιστεί σ΄ όλη την περίοδο της "Βαϊμάρης".

Ιστορικό[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στις νέες διαπραγματεύσεις που ξεκίνησαν το 1933 σημαντικό ρόλο είχαν κυρίως δύο πρόσωπα, ο γερμανόφιλος καρδινάλιος Ευγένιο Πατσέλλι, που την περίοδο αυτή είχε αναλάβει στην Αγία Έδρα παπικός υπουργός Εξωτερικών, δηλαδή το δεξί χέρι του Πάπα και ο καρδινάλιος Λούντβιχ Κάας, παλαιότερα σύμβουλός του στο Βερολίνο, που από τον Δεκέμβριο του 1928 ήταν πρόεδρος του Καθολικού Κόμματος του Κέντρου (στη Γερμανία).
Όταν στις 30 Ιανουαρίου του 1933 ο Χίτλερ ανέλαβε καγκελάριος, διαπίστωσε ότι η πολιτική δύναμη του Καθολικισμού αποτελούσε ένα σημαντικό εμπόδιο στις βλέψεις του και αυτό διότι οι καθολικοί επίσκοποι στη Γερμανία απέτρεπαν τους πιστούς τους να γίνουν μέλη του ναζιστικού κόμματος, προτροπή που ίσχυε από χρόνια πριν. Τότε λοιπόν ο Χίτλερ έκανε δημόσια δήλωση για τον Πάπα, για το πόσο σημαντικό θα ήταν για την χώρα η Αγία Έδρα να παύσει να υποστηρίζει θρησκευτικά πολιτικά κόμματα.

Έτσι στις 20 Μαρτίου αρχίζει η νέα σειρά συνομιλιών μεταξύ του καρδινάλιου Λ. Κάας και του Χίτλερ όπου ο δεύτερος τελικά συμφώνησε να ικανοποιήσει όλα τα αιτήματα του Κόμματος του Κέντρου με ταυτόχρονη αναγνώριση και των κονκορδάτων που ίσχυαν ήδη σε άλλα γερμανικά κρατίδια, (Βαυαρία, Πρωσία και Βάδη), με αντάλλαγμα την ανάκληση της παραπάνω προτροπής προκειμένου συμμετέχοντας έτσι και οι καθολικοί να ψηφίσουν τον "υπερνόμο" που έδινε στον καγκελάριο, δηλαδή τον Χίτλερ, το δικαίωμα να ασκεί όλες τις εξουσίες. Πέντε ημέρες μόλις μετά, ίσως και από πίεση από την Αγία Έδρα, οι επίσκοποι της Γερμανίας ανακαλούν την απαγόρευση που έθεταν στο ποίμνιό τους. Αμέσως τότε ο Χίτλερ δρομολογεί την συνομολόγηση κονκορδάτου με την Αγία Έδρα στη Ρώμη, δια του αντικαγκελαρίου του φον Πάπεν.

Η συνομολόγηση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στις 7 Απριλίου ο Μονσενιέρ (= Σεβασμιώτατος) Λ. Κάας και ο Αντικαγκελάριος φον Πάπεν φεύγουν για Ρώμη υπό άκρα μυστικότητα ακολουθούμενοι από τον Χέρμαν Γκαίριγκ. Ο Χίτλερ μη μένοντας ικανοποιημένος παρά τη ψήφιση των καθολικών του νόμου που του παρείχε πλέον όλες τις εξουσίες, είχε δώσει στους υποτακτικούς του, που μετέβαιναν στη Ρώμη, απόρρητες διαταγές διαπραγμάτευσης καθώς και του αποκλεισμού του κλήρου από την πολιτική. Ταυτόχρονα η ενδυνάμωση του ολοκληρωτικού κράτους προχωρούσε με γοργούς ρυθμούς και η βιαιότητα κατά της Καθολικής Εκκλησίας συνεχώς αυξανόταν.
Παράλληλα ειδήσεις από Ρώμη μαρτυρούσαν ότι το Βατικανό πλέον είχε αποφασίσει να άρει κάθε υποστήριξη στα καθολικά κόμματα. Έτσι στις 5 Ιουλίου το καθολικό Κόμμα του Κέντρου δημοσίευσε την απόφαση περί της διάλυσής του απομακρύνοντας με την εξέλιξη αυτή και το τελευταίο εμπόδιο της υπογραφής του κονκορδάτου. Τρεις ημέρες αργότερα (8 Ιουλίου) σε επανειλημμένες συνεδριάσεις συνομολογήθηκε και μονογράφηκε το Ραϊχσκοκορδάτο από τους καρδινάλιο Πατσέλλι και τον Αντικαγκελάριο Φον Πάπεν το οποίο στις 20 Ιουλίου επικυρώθηκε επίσημα όπου και η έναρξη ισχύς του.

Κατόπιν αυτού το τελευταίο εσωτερικό εμπόδιο στα σχέδια του Χίτλερ είχε πάψει πλέον να υφίσταται. Στις 9 Ιουλίου του 1933 τα ειδησεογραφικά πρακτορεία πληροφορούσαν την Ευρώπη ότι κάποιο κονκορδάτο συνομολογήθηκε με το Γ΄ Ράιχ, την περίοδο μάλιστα που οι αρχηγοί των περισσοτέρων τότε κρατών αντιμετώπιζαν την Γερμανία με δικαιολογημένη καχυποψία. Έτσι η εκδηλωθείσα δια του εν λόγω συμφώνου παπική έκφραση εμπιστοσύνης προς το ολοκληρωτικό καθεστώς της Γερμανίας αποτέλεσε αναμφισβήτητα μια μετάγγιση γοήτρου την οποία όπως αποδείχθηκε είχε απόλυτη ανάγκη για την άνοδό του.

Παρατηρήσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Από τη συνομολόγηση αυτή είναι γεγονός ότι οι μη Καθολικοί της Ευρώπης υπέστησαν ένα σοβαρό κλονισμό και περισσότερο απ΄ όλους οι Εβραίοι. Όμως εξετάζοντας τα δρώμενα της εποχής με τις υφιστάμενες συγκυρίες όπου η Καθολική Εκκλησία είχε ήδη απειληθεί από την εποχή του Βίσμαρκ και τελευταία από την έντονη αντικληρική εκστρατεία του Χίτλερ και ολόκληρη η Γερμανία φερόταν συνεπαρμένη σε εθνική αφύπνιση, η ενέργεια του Πάπα Πίου ΙΑ΄ στη συνομολόγηση αυτού καθώς και οι διακηρύξεις πίστεως των Γερμανών επισκόπων που ακολούθησαν προς τον Χίτλερ δεν θα μπορούσαν να φανούν αφύσικες τουλάχιστον στους περισσότερους Γερμανούς.

Αλλά και από την άλλη πλευρά οι κατηγορίες κατά των ηγετών του Κόμματος του Κέντρου ότι δεν είχαν επίγνωση ότι ψηφίζοντας τον υπερνόμο του Χίτλερ εξαφάνιζαν τη δημοκρατία κρίνονται υπερβολικές. Ασφαλώς και είχαν επίγνωση πλην όμως η πεποίθηση που είχε κυριεύσει τότε τους πάντες ότι ο Χίτλερ αποτελούσε ένα ισχυρότατο ανάχωμα κατά του κομουνισμού, αλλά και οι συγκεκριμένες υποσχέσεις του Χίτλερ ως προς τη θέση της Εκκλησίας μέσα στο Ράιχ ήταν αυτό που έπαιξε τον ισχυρότερο ρόλο στη λήψη των αποφάσεών τους.

Ο Πάπας Πίος ΙΑ΄.

Είναι γεγονός ότι πολλοί Γερμανοί επίσκοποι είχαν επιστήσει την προσοχή στο χάσμα που υπήρχε μεταξύ χριστιανικής διδασκαλίας και ναζιστικού δόγματος και μεταξύ αυτών ήταν προηγουμένως και αυτά τα κύρια πρόσωπα της διαπραγμάτευσης. Πλην όμως υπήρξε μεγαλύτερο το ενδιαφέρον τους για τα προνόμια που θα λάμβανε η Εκκλησία μετά τη συμφωνία με τον Χίτλερ που μέχρι τότε είχαν ανασταλεί.

Αλλά και ο Πάπας Πίος ΙΑ΄ είχε αρκετές ανησυχίες επί των αρχών του Εθνικοσοσιαλισμού, βλέποντας τα όσα διαπράττονταν. Όμως πίστευε πως μια συμμαχία με τον Χίτλερ, επ΄ ωφελεία της Εκκλησίας, θα άξιζε. Κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων για τη συνομολόγηση του Ραϊχσκονκορδάτου φέρεται μάλιστα να έκανε την ακόλουθη δήλωση, αφήνοντας να νοηθούν πολλά:

"Προκειμένου να σώσουμε ψυχές θα διαπραγματευόμαστε ακόμα και με τον διάβολο!".

Και πράγματι, μόνο με παροχή και αναγνώριση ειδικών προνομίων μπορεί η Εκκλησία να εκπληρώσει σωστά τον ποιμαντορικό προορισμό της. Αυτός ακριβώς ήταν και ο λόγος που ο ίδιος Πάπας συνομολόγησε τις Συνθήκες του Λοτερανού με τον Μουσολίνι, τέσσερα χρόνια πριν, το 1929.
Τελικά όπως αποδείχθηκε ο Άξονας Βερολίνου - Ρώμης "έπαιξε" με τα συμφέροντα αυτά με τόση επιτυχία που κατάφερε και απέσπασε, από τον Καθολικισμό, ακριβώς αυτά που ήθελε, την αναγνώριση, το γόητρο, αλλά και την υποταγή.

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • "Ιστορία του 20ου αιώνος" Εκδ. Πάρνελ - Χρυσός Τύπος Αθήναι 1975, τομ.4ος, σελ.1610.
  • "Ιστορία εικονογραφημέη" Εκδ. Πάπυρος, Αθήνα, τεύχος 310, (Απρίλιος 1994), σελ.13.