Ρέιτσελ Τσίζλεϊ, Λαίδη Γκραντζ

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Η Ρέιτσελ Τσίζλεϊ , γνωστή και ως Λαίδη Γκραντζ (1679-1745), ήταν η γυναίκα του Λόρδου Γκραντζ, Σκοτσέζου δικηγόρου με συμπάθειες στον Ιακωβιτισμό. Μετά απο 25 χρόνια γάμου και εννέα παιδιά, η οικογένεια Γκραντζ χωρίστηκε. Επειδή η Λαίδη Γκραντζ έγραφε γράμματα σε αγνώστους και ισχυριζόταν την ενοχή του για προδοσία ενάντια στην κυβέρνηση του Οίκου του Αννοβέρου, ο άντρας της την απήγαγε (1732). Την είχε φυλακισμένη σε πολλές απομακρυσμένες περιοχές στις δυτικές ακτές της Σκωτίας, όπως τα νησιά Σκάι  και στα απομακρυσμένα νησιά Σεντ Κίλντα

Ο πατέρας της είχε καταδικαστεί για δολοφονία και αυτή ήταν γνωστό πως είχε βίαιες διαθέσεις. Αρχικά η απουσία της φαίνεται να προκάλεσε κάποια σχόλια. Τα δυσάρεστα νέα για την απαγωγή της έφτασαν στην πόλη της, το Εδιμβούργο. Μια αποτυχημένη προσπάθεια που έγινε για την διάσωσή της ήταν από τον Τόμας Χοπ του Rankeillor. Η Λαίδη Γκραντζ πέθανε μετά απο 13 χρόνια φυλάκισης. Η ζωή της όμως αναφέρεται σε διάφορα ποιήματα, σε πεζογραφίες και σε προσευχές

Πρώτα χρόνια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Ρέιτσελ Τσίζλεϊ ήταν ένα από τα δέκα παιδιά του Τζων Τσίζλεϊ, απο το Dalry, και της Μάργκαρετ Νίκολσον. Ο γάμος τους δεν ήταν ευτυχισμένος και η Μάργκαρετ αποφασισμένη για διαζύγιο πήγε τον άντρα της στα δικαστήρια για διατροφή. Της δόθηκε το ποσό των 1.700 μάρκων απο τον Sir George Lockhart του Carnwath, Λόρδο Πρόεδρο του Δικαστηρίου. Ανήσυχος με το αποτέλεσμα, ο Τζόν Τσίζλεϊ πυροβόλησε τον Lockhart μέχρι θανάτου, στη Χάι Στρητ του Εδιμβούργου καθώς περπατούσε προς το σπίτι του απο την εκκλησία την μέρα του Πάσχα, στις 31 Μαρτίου το 1689.[1] Ο Τζόν δεν προσπάθησε να ξεφύγει και ομολόγησε για την πράξη του, έτσι πιάστηκε την επόμενη μέρα. Δύο μέρες μετά μεταφέρθηκε από το Tolbooth στο Mercat Cross της οδού High Street. Ακρωτηριάστηκε στο δεξί του χέρι πριν κρεμαστεί, και το όπλο που χρησιμοποίησε δέθηκε στο λαιμό του.[2] 

Η ημερομηνία γέννησης της Ρέιτσελ Τσίζλεϊ είναι άγνωστα, αυτό που γνωρίζουμε είναι πως βαπτίστηκε στις 4 Φεβρουαρίου το 1679 και πιθανώς να γεννήθηκε λίγο πρίν απο αυτά, έτσι ήταν περίπου δέκα χρονών όταν ο πατέρας της εκτελέστηκε.[3]

Γάμος και παιδιά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Gladstone's Land (στο κέντρο) στο Royal Mile του Edinburgh χτίστηκε το 1620[4] [5]

Η ημερομηνία γάμου της Chiesley με τον Τζέιμς Έρσκιν δεν είναι γνωστή: σύμφωνα με ενα γράμμα που έγραψε, υπολογίζεται οτι παντρεύτηκε το 1707 στα 28 της χρόνια.

Στην νεαρή Ρέιτσελ Τσίζλεϊ δινόταν η περιγραφή μιας  "άγριας ομορφιάς", και ο γάμος της οργανώθηκε μόνο όταν έμεινε έγκυος.[6] (This pregnancy and another in 1708 ended in miscarriage.)[7] Ο άντρας της ήταν ένας επιτυχιμένος δικηγόρος και έγινε ο Lord Justice Clerk το 1710,[8] μαζί είχαν εννιά παιδιά :

  • Charlie, γεννήθηκε τον Αύγουστο του1709.[7]
  • Johnie, γεννήθηκε τον Μάρτιο του 1711, (πέθανε δυο μηνών).[7]
  • James, γεννήθηκε τον Μάρτιο του 1713.[7]  (Παντρεύτηκε την κόρη του θείου του John την  Frances.[9][10]
  • Mary, γεννήθηκε τον Ιούλιο του 1714,[7]
  • Meggie, η οποία πέθανε νέα το 1717.[11]
  • Fannie, γεννήθηκε το Δεκέμβρη του 1716.[7]
  • Jeannie, γεννήθηκε το Δεκέμβρη 1717.[11]
  • Rachel.[7]
  • John.[7]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Macaulay (2009) pp. 23–24
  2. Macaulay (2009) pp. 29–30
  3. Macaulay (2009) p. 19
  4. "Gladstone's Land" Αρχειοθετήθηκε 2007-10-19 στο Wayback Machine..
  5. "Gladstone's Land" Αρχειοθετήθηκε 2007-07-15 στο Wayback Machine..
  6. "Uncovered: the lost manor of Lady Grange, Scotland's 18th century it girl" Αρχειοθετήθηκε 2009-09-25 στο Wayback Machine..
  7. 7,0 7,1 7,2 7,3 7,4 7,5 7,6 7,7 Macaulay (2009) p. 169
  8. Brunton (1832) p. 484
  9. Gibbs, Vicary; Doubleday, H. A.; Howard de Walden, Lord (eds) (1932) The Complete Peerage VIII London: St Catherine Press pp. 425–27
  10. Mosley, Charles (ed) (2003) Burke's Peerage, Baronetage and Knightage: 107th edition II Wilmington, Delaware: Burke's Peerage & Gentry ISBN 978-0-9711966-2-9 pp. 2604, 2608–10
  11. 11,0 11,1 Macaulay (2009) p. 36