Πόρος κοινής δεξαμενής

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ο πόρος κοινής δεξαμενής, σύμφωνα με την Έλινορ Όστρομ, είναι ένα τεχνητό ή φυσικό σύστημα πόρου που είναι αρκετά μεγάλο ώστε να είναι αρκετά δαπανηρός (όχι όμως αδύνατος) ο αποκλεισμός ατόμων που μπορούν να αποκομίσουν κέρδη ή οφέλη από τη χρήση του.[1]

Οι ψαρότοποι, οι βοσκότοποι, τα αρδευτικά κανάλια, οι λίμνες, τα ποτάμια, οι ωκεανοί, οι λεκάνες υπόγειων υδάτων κλπ αποτελούν συστήματα πόρων. Από την άλλη πλευρά, μονάδες πόρου είναι αυτό που οικειοποιούνται τα άτομα από τα συστήματα πόρων, όπως οι τόνοι ψαριών που ψαρεύονται από ένα ψαρότοπο ή τα κυβικά μέτρα νερού που αντλούνται από ένα αρδευτικό κανάλι.[2]

Όσο ο μέσος όρος άντλησης δεν υπερβαίνει τον μέσο όρο αναπλήρωσης, το σύστημα πόρου διατηρείται και ανανεώνεται κατά την πάροδο του χρόνου.[3]


Προβλήματα πόρων κοινής δεξαμενής

Τα προβλήματα που προκύπτουν στη διαχείριση ενός πόρου κοινής δεξαμενής μπορούν να διακριθούν σε προβλήματα οικειοποίησης και προβλήματα παροχής. Όταν οι χρήστες αντιμετωπίζουν προβλήματα οικειοποίησης αυτά αφορούν τις μεθόδους κατανομής των αφαιρέσιμων μονάδων του πόρου μεταξύ των χρηστών και τα κέρδη που αποφέρουν αυτές στον κάθε χρήστη. Τα προβλήματα παροχής σχετίζονται με την κατασκευή, τη συντήρηση ή την επισκευή ενός συστήματος πόρου αλλά και την αποφυγή της εξάντλησης του. Τα προβλήματα οικειοποίησης, δηλαδή, αφορούν την κατανομή της ροής, ενώ τα προβλήματα παροχής αφορούν το απόθεμα.

α) Προβλήματα οικειοποίησης

Το βασικό πρόβλημα οικειοποίησης παρουσιάζεται όταν οι χρήστες ενός πόρου είναι περισσότεροι από όσους μπορεί να συντηρήσει ο πόρος, όταν αντλούνται μονάδες πόρου μεγαλύτερες από ένα όριο ή γίνονται υπερβολικές επενδύσεις σε εξοπλισμό άντλησης των μονάδων του πόρου. Ουσιαστικά προέρχονται από την επίδραση που έχει η άντληση μίας ποσότητας πόρου από ένα χρήστη στους άλλους χρήστες. Μιλώντας με όρους μικροοικονομικής θεωρίας είναι τα προβλήματα που προέρχονται από τις εξωτερικότητες που παράγονται όποτε οι χρήστες αντλούν μονάδες ενός πόρου. Η αύξηση της άντλησης από έναν χρήστη μειώνει το μέσο κέρδος που αποκομίζουν οι υπόλοιποι χρήστες σε σχέση με τα έξοδα που έχουν κάνει για άντληση.

Ένα δεύτερο είδος προβλημάτων οικειοποίησης προέρχεται από την ετερογενή και αβέβαιη, τοπικά και χρονικά, κατανομή των μονάδων του πόρου. Αυτή οδηγεί στην ανάγκη δημιουργίας δίκαιων κανόνων εκχώρησης της τοπικής και χρονικής πρόσβασης στον πόρο ανάλογα με τα ειδικά χαρακτηριστικά του πόρου αλλά και των χρηστών του. Όταν οι χρήστες θεωρούν ότι η εκχώρηση πρόσβασης είναι άδικη, ασύμφορη και αβέβαιη, ή ότι εφαρμόζεται με λανθασμένο τρόπο, αυτό μπορεί να επηρεάσει αρνητικά την προθυμία τους να επενδύσουν σε δραστηριότητες παροχής ή ακόμα και να οδηγήσει σε έντονες διαμάχες[4].

Ένα τρίτο πρόβλημα οικειοποίησης έχει να κάνει με τους τεχνολογικούς εξωγενείς παράγοντες. Το πρόβλημα αναφέρεται στις περιπτώσεις όπου η χρήση μιας συγκεκριμένης τεχνολογίας από κάποιους μπορεί να οδηγήσει στην αύξηση του κόστους κάποιων που χρησιμοποιούν άλλες τεχνολογίες[5].

β) Προβλήματα παροχής

Τα προβλήματα παροχής μπορεί να παρουσιαστούν από την πλευρά της ζήτησης ή από την πλευρά της προμήθειας ή και από τις δύο πλευρές. Το πρόβλημα της παροχής από την πλευρά της προμήθειας που παρατηρείται σε ένα πόρο κοινής δεξαμενής σχετίζεται με την κατασκευή και τη συντήρηση του ίδιου του πόρου. Τα προβλήματα συντήρησης αφορούν τον καθορισμό του είδους και του επιπέδου της τακτικής συντήρησης αλλά και την πρόβλεψη για επισκευή σε καταστάσεις επείγουσας ανάγκης που θα διατηρήσουν την αποδοτικότητα του πόρου στο χρόνο. Δεδομένου ότι μια επένδυση συντήρησης επηρεάζει μακροπρόθεσμα την αποδοτικότητα του πόρου, οι αποφάσεις για αυτές τις δραστηριότητες είναι δύσκολο να ληφθούν, ακόμα και όταν τις παίρνει ένας ιδιώτης από μόνος του. Οι δυσκολίες για την οργάνωση και τη συντήρηση ενός συστήματος αυξάνουν όταν αναφερόμαστε σε πολλούς χρήστες καθώς υπάρχει το κίνητρο της παραβατικής συμπεριφοράς. Τα προβλήματα παροχής από την πλευρά της ζήτησης αφορούν τον τρόπο με τον οποίο η άντληση επηρεάζει την παραγωγική ικανότητα του πόρου[6]. Για παράδειγμα η αύξηση της αλιείας σε ένα αλίπεδο μπορεί να μειώσει το απόθεμα ψαριών σε τέτοιο βαθμό που να μειωθεί η αναπαραγωγική δυνατότητα των ψαριών στο αλίπεδο. Το πόσο τα ζητήματα παροχής από την πλευρά της ζήτησης επηρεάζουν τους χρήστες ενός πόρου εξαρτάται και από το πόσο αυτοί προσδοκούν μελλοντικά οφέλη από τον πόρο αυτό.


Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Οστρομ, Έλινορ (2002). Η Διαχείριση των Κοινών Πόρων. Αθήνα: Καστανιώτης, σελ. 59. 
  2. Οστρομ, Έλινορ (2002). Η Διαχείριση των Κοινών Πόρων. Αθήνα: Καστανιώτης, σελ. 59-60. 
  3. Οστρομ, Έλινορ (2002). Η Διαχείριση των Κοινών Πόρων. Αθήνα: Καστανιώτης, σελ. 60. 
  4. Ostrom, E. (1990). Governing the Commons: The Evolution of Institutions for Collective Action. Cambridge University Press. 
  5. Ostrom, E., Gardner, R., & Walker, J. (1994). Rules, Games and Common-Pool Resources. University of Michigan Press. 
  6. Ostrom, E. (1990). Governing the Commons: The Evolution of Institutions for Collective Action. Cambridge University Press.