Μετάβαση στο περιεχόμενο

Πόπλιος Σουλπίκιος Γάλβα Μάξιμος

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πόπλιος Σουλπίκιος Γάλβα Μάξιμος
Γενικές πληροφορίες
Όνομα στη
μητρική γλώσσα
Publius Sulpicius Galba Maximus (Λατινικά)
Γέννηση3ος αιώνας π.Χ.
Αρχαία Ρώμη
Θάνατος2ος αιώνας π.Χ.
Χώρα πολιτογράφησηςΑρχαία Ρώμη
Πληροφορίες ασχολίας
Ιδιότηταπολιτικός
στρατιωτικός
Οικογένεια
ΤέκναServius Sulpicius Galba
ΑδέλφιαServius Sulpicius Galba
Gaius Sulpicius Galba
ΟικογένειαSulpicii Galbae
Στρατιωτική σταδιοδρομία
Πόλεμοι/μάχεςΠρώτος Μακεδονικός Πόλεμος και Δεύτερος Μακεδονικός πόλεμος
Αξιώματα και βραβεύσεις
ΑξίωμαΡωμαίος δικτάτορας (203 π.Χ.)
Ρωμαίος συγκλητικός (άγνωστη τιμή)[1]
Ύπατος στην αρχαία Ρώμη (211 π.Χ.)[1]
Ανθύπατος (210 π.Χ.–206 π.Χ.)
Ύπατος στην αρχαία Ρώμη (200 π.Χ.)

Ο Πόπλιος Σουλπίκιος Γάλβα Μάξιμος, λατινικά: Publius Sulpicius Galba Maximus (από τα τέλη του 3ου έως τις αρχές του 2ου αι. π.Χ.) ήταν Ρωμαίος στρατιωτικός και συγκλητικός, που εξελέγη Ρωμαίος ύπατος δύο φορές, και διορίστηκε δικτάτορας μία φορά. Πολέμησε στον Β' Καρχηδονιακό πόλεμο και στον Α' και Β' Μακεδονικό Πόλεμο.

Πρώτη υπατεία και ο Α' Μακεδονικός Πόλεμος

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μέλος του πατρίκιου γένους των Σουλπικίων, ο Σουλπίκιος Γάλβα ήταν γιος του Σέρβιου Σουλπίκιου Γάλβα. Παρόλο που δεν είχε προηγουμένως αξίωμα καθέδρας, η κρίση του Β' Καρχηδονιακού Πολέμου τον οδήγησε να εκλεγεί ύπατος το 211 π.Χ., μαζί με τον Γναίο Φούλβιο Σεντουμάλο Μάξιμο. Αρχίζοντας την υπηρεσία του στις Ιδές του Μαρτίου, και οι δύο ύπατοι υπερασπίστηκαν την πόλη της Ρώμης ενάντια σε μία αιφνιδιαστική επίθεση από τον Καρχηδόνιο στρατηγό Αννίβα.

Μόλις υποχώρησε η άμεση κρίση και ο Αννίβας υποχώρησε πίσω στη νότια Ιταλία, οι επαρχίες παραχωρήθηκαν στους υπάτους. Παρόλο που και οι δύο τοποθετήθηκαν στην Απουλία, η Σύγκλητος, πιστεύοντας ότι ο Αννίβας δεν αποτελούσε πλέον σοβαρή απειλή, αποφάσισε ότι ο ένας μόνο από τους υπάτους έπρεπε να παραμείνει στην Απουλία, και ότι ο άλλος έπρεπε να αναλάβει τη Μακεδονία ως επαρχία του. Όταν έγινε κλήρωση για το ποιος επρόκειτο να φύγει από την Απουλία, ο Σουλπίκιος Γάλβα διορίστηκε ανθύπατος στη Μακεδονία, διαδεχόμενος τον Mάρκο Βαλέριο Λαιβίνο. Εκεί συνέχισε να πολεμά στον Α' Μακεδονικό Πόλεμο εναντίον του Φιλίππου Ε' της Μακεδονίας .

Στις αρχές του 210 π.Χ., στο τέλος της υπατείας του, η αυτοκρατορική εξουσία του (imperium) παρατάθηκε για έναν ακόμη χρόνο, αλλά λόγω των υπερβολικών αναφορών που είχε κάνει ο Λαιβίνος για τα δικά του επιτεύγματά κατά τη διάρκεια της ανθυπατείας του, ο Σουλπίκιος Γάλβα διατάχθηκε να διαλύσει τον στρατό του, και διατήρησε τη διοίκηση μόνο μίας λεγεώνας και το συμμαχικό ναυτικό (socii navet), και του δόθηκαν χρήματα για να διασφαλιστεί ότι οι άνδρες του θα ήταν καλά εφοδιασμένοι με προμήθειες. Δεδομένου του μεγέθους των δυνάμεών του, ο Σουλπίκιος Γάλβα δεν μπορούσε να κάνει πολλά το 210 π.Χ., αλλά επέτυχε το κατόρθωμα να οδηγήσει τον πρώτο ρωμαϊκό στόλο στο Αιγαίο και να καταλάβει την Αίγινα, η οποία λεηλατήθηκε και δόθηκε στους Αιτωλούς, που ήταν σύμμαχοι με τους Ρωμαίους. Την ίδια χρονιά προσπάθησε ανεπιτυχώς να ανακουφίσει την πόλη Εχίνο, τον οποίο πολιορκούσε ο Φίλιππος Ε΄ της Μακεδονίας.

Το επόμενο έτος (209 π.Χ.), η αυτοκρατορική εξουσία του παρατάθηκε και πάλι, με επαρχίες τη Μακεδονία και την Ελλάδα. Εκτός από τη συμμαχία τους με την Αιτωλική Συμπολιτεία, οι Ρωμαίοι συμμάχησαν και με τον Άτταλο Α' της Περγάμου εναντίον του Φιλίππου Ε΄. Ο Γάλβα παρείχε 1.000 Ρωμαίους για να βοηθήσουν τους Αιτωλούς στην Α΄ Μάχη της Λαμίας, ενώ ο ίδιος βρισκόταν στη Ναύπακτο. Όταν ο Φίλιππος Ε΄ εμφανίστηκε στη Δύμη στην πορεία του κατά της Ήλιδας, ο Γάλβα είχε αποβιβαστεί με δεκαπέντε από τα πλοία του στη βόρεια ακτή της Πελοποννήσου, όπου οι στρατιώτες του λυμαίνονταν και λεηλατούσαν τη χώρα. Ωστόσο η αιφνίδια άφιξη του Φίλιππου Ε΄, τους ανάγκασε να επιστρέψουν στο στρατόπεδό τους στη Ναύπακτο. Όταν ο Φίλιππος Ε΄ αναγκάστηκε να επιστρέψει στη Μακεδονία, η οποία είχε απειληθεί με εισβολή από κάποιες γειτονικές φυλές, ο Γάλβα έπλευσε στην Αίγινα, όπου ενώθηκε με τον στόλο του Αττάλου Α΄, και όπου και οι δύο μετέβησαν στα χειμερινά τους καταφύγια.

Την άνοιξη του 208 π.Χ. ο Γάλβα και ο Άτταλος Α΄ ένωσαν τους στόλους των 60 πλοίων τους σε μία κοινή επιχείρηση: έπλευσαν στη Λήμνο, ενώ ο Φίλιππος Ε΄ συγκέντρωσε όλους τους πόρους του, για να προετοιμαστεί για την αναμενόμενη επίθεση. Ο Άτταλος Α΄ επιτέθηκε στην Πεπάρηθο και μετά πέρασε με τον Γάλβα στη Νίκαια. Από εκεί κινήθηκαν στην Εύβοια, για να επιτεθούν στην πόλη των Ωρεών, την οποία είχε καταλάβει μία μακεδονική φρουρά, αλλά προδόθηκε από μέσα, και παραδόθηκε στον Γάλβα. Ενθαρρυμένος από αυτή την εύκολη κατάκτηση, προσπάθησε επίσης να καταλάβει τη Χαλκίδα, αλλά διαπίστωσε ότι ήταν πολύ δύσκολο έργο. Κατέπλευσε λοιπόν στην Κύνο, λιμάνι της Λοκρίδας. Με τον Άτταλο Α΄ να οδηγείται πίσω στη Μικρά Ασία, ο Γάλβα επέστρεψε στην Αίγινα, και παρέμεινε στην Ελλάδα για το υπόλοιπο της ανθυπατείας του, κατά τη διάρκεια της οποίας έδωσε ελάχιστη περαιτέρω βοήθεια στην Αιτωλική Συμπολιτεία, στον πόλεμό της εναντίον του Φιλίππου Ε΄. Το 205 π.Χ. αντικαταστάθηκε ως ανθύπατος στην Ελλάδα από τον Πόπλιο Σεμπρώνιο Τουδιτανό.

Δικτατορία, δεύτερη υπατεία και Β' Μακεδονικός Πόλεμος

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 203 π.Χ. ο Σουπίκιος Γάλβα διορίστηκε δικτάτορας, με τον Mάρκο Σερουίλιο Πούληκα Γεμίνο να τον ορίζει ως διοικητή ιππικού. Ο Γάλβα έλαβε το καθήκον να διεξαγάγει τις εκλογές της Συνέλευσης, και να εμποδίσει πιθανώς τον ύπατο Γναίο Σερουίλιο Καιπίωνα να περάσει στην Αφρική, για να αντιμετωπίσει τον Αννίβα. Πέρασε επίσης τον υπόλοιπο χρόνο ερευνώντας πόλεις και εξέχοντα άτομα, που είχαν αποξενωθεί από τον πόλεμο με την Καρχηδόνα.

Το 200 π.Χ. ο Σουλπίκιος Γάλβα εξελέγη ύπατος για δεύτερη φορά, αυτή τη φορά με συνάδελφό του τον Γάιο Αυρήλιο Κόττα. Κατά τη διάρκεια της υπατείας του, πίεσε να εξασφαλίσει την ανανέωση του πολέμου κατά του Φιλίππου Ε' της Μακεδονίας. Ο λαός της Ρώμης ήταν πολύ δυσαρεστημένος με έναν νέο πόλεμο, που είχε ξεκινήσει πριν μπορέσουν να συνέλθουν από τις καταστροφές του Β΄ Καρχηδονιακού Πολέμου. Όταν προτάθηκε η προοπτική του πολέμου στη ρωμαϊκή Συνέλευση, απορρίφθηκε. Ωστόσο ο Σουλπίκιος συγκάλεσε εκ νέου τη Συνέλευση, και έκανε λόγο προειδοποιώντας τον ρωμαϊκό λαό να μην αγνοήσει την απειλή του Φιλίππου Ε'. Φοβούμενη ότι ο Φίλιππος Ε΄ θα ερχόταν να εισβάλει στην Ιταλία όπως ο Πύρρος ή ο Αννίβας, η Συνέλευση έδωσε τη συγκατάθεσή της, και ξεκίνησε ο Β΄ Μακεδονικός Πόλεμος κατά του Φιλίππου Ε΄. Όταν οι ύπατοι έκαναν κλήρο για τις υπατικές τους αναθέσεις, ο Γάλβα έλαβε και πάλι τη Μακεδονία ως επαρχία του.

Επιτρεπόταν στον Γάλβα να στρατολογήσει, από τον στρατό που είχε φέρει ο Σκιπίωνας Αφρικανός από την Αφρική, όποιον ήταν πρόθυμος να υπηρετήσει ξανά, αλλά κανένας από αυτούς τους βετεράνους δεν έπρεπε να εξαναγκαστεί. Αφού επέλεξε τους άνδρες και τα πλοία του, απέπλευσε από το Βρινδήσιον και αποβιβάστηκε στην Απολλωνία, σύμφωνα με το σχέδιο εισβολής στη Μακεδονία από τα δυτικά. Κατά την άφιξή του συνάντησε μερικούς Αθηναίους πρεσβευτές, οι οποίοι ζήτησαν την προστασία του από τους Μακεδόνες, και έστειλε αμέσως τον Γάιο Κλαύδιο Κένθωνα με 20 πλοία και 1.000 άνδρες σε βοήθεια. Ωστόσο καθώς πλησίαζε το φθινόπωρο, όταν ο Γάλβα έφτασε στην επαρχία του, έστησε τα χειμερινά του καταλύματα κοντά στην Απολλωνία.

Την άνοιξη του 199 π.Χ. ο Σουλπίκιος Γάλβα προχώρησε με τον στρατό του μέσα από τα εδάφη των Δασαρετίων, όπου όλες οι πόλεις και τα χωριά κατά μήκος της διαδρομής του παραδόθηκαν σε αυτόν, και λίγα μόνο καταλήφθηκαν με τη βία. Τόσο ο Φίλιππος Ε΄ όσο και ο Γάλβα αγνοούσαν ο ένας τις κινήσεις του άλλου, ώσπου οι μακεδονικοί και οι ρωμαϊκοί ιχνηλάτες συναντήθηκαν τυχαία, και έλαβε χώρα μία συμπλοκή. Κοντά στα περάσματα της Εορδαίας, οι δύο στρατοί έστησαν στρατόπεδο σε κάποια απόσταση ο ένας από τον άλλον, και έλαβαν χώρα αρκετές μικρές συμπλοκές, στη μία από τις οποίες οι Ρωμαίοι υπέστησαν σημαντικές απώλειες. Ακολούθησε μία συμπλοκή ιππικού, στην οποία οι Ρωμαίοι χτυπήθηκαν ξανά, αλλά οι Μακεδόνες, που ήταν πολύ πρόθυμοι στην καταδίωξη του εχθρού, βρέθηκαν ξαφνικά να δέχονται επίθεση στα πλευρά, έτσι αναγκάστηκαν να κάνουν υποχώρηση, κατά την οποία ο Φίλιππος Ε΄ παραλίγο να χάσει τη ζωή του.

Αμέσως μετά από αυτή την ήττα ο Φίλιππος Ε΄ έστειλε έναν αγγελιοφόρο στον Γάλβα για να ζητήσει ανακωχή. Ο Ρωμαίος διοικητής ανέβαλε την απόφασή του για την επόμενη ημέρα, αλλά κατά τη διάρκεια της νύχτας ο Φίλιππος Ε΄ και ο στρατός του εγκατέλειψαν κρυφά το στρατόπεδο, χωρίς οι Ρωμαίοι να γνωρίζουν προς ποια κατεύθυνση είχε πάει ο Φίλιππος Ε΄. Αφού έμεινε για λίγες ημέρες ακόμη, ο Γάλβα βάδισε προς την Πλούβινα και μετά έστησε το στρατόπεδό του στις όχθες του ποταμού Οσφάγου, όχι μακριά από το μέρος όπου ο Φίλιππος Ε΄ είχε εγκαταστήσει το στρατόπεδό του. Εδώ ο Γάλβα πέρασε τον χρόνο του για να εξασφαλίσει την επικράτεια, και να κατακτήσει μία σειρά από πόλεις, αλλά δεν ενεπλάκη απευθείας με τον Φίλιππο Ε΄ σε μάχη. Το φθινόπωρο ο Γάλβα επέστρεψε με τον στρατό του στην Απολλωνία. Αν και η εκστρατεία θεωρήθηκε μόνο μία μικρή στρατιωτική επιτυχία, έπεισε τους Αιτωλούς να συμμαχήσουν με τη Ρώμη.

Το 198 π.Χ. ο Σουλπίκοος Γάλβα αντικαταστάθηκε στη Μακεδονία από τον Πόπλιο Βίλιο Τάπουλο, οπότε επέστρεψε στη Ρώμη. Στη συνέχεια το 197 π.Χ., τόσο αυτός, όσο και ο Βίλιος Τάπουλος διορίστηκαν λεγάτοι υπό τον Τίτο Κουίνκτιο Φλαμινίνο στη Μακεδονία. Τον επόμενο χρόνο (196 π.Χ.), όταν διατάχθηκε από τη Ρώμη ότι έπρεπε να σταλούν δέκα συγκλητικοί επίτροποι, για να βοηθήσουν τον Φλαμινίνο να διευθετήσει πολιτικά ζητήματα στην Ελλάδα, καθώς και να κανονίσουν μία συνθήκη μεταξύ Ρώμης και Μακεδονίας, ο Γάλβα και ο Tάπουλος διατάχθηκαν να ενεργήσουν ως δύο από αυτούς τους επίτροπους. Το 195 π.Χ. μπορεί να συνόδευε τον Τάπουλο στην αποστολή του να αναφέρει τις επιθετικές κινήσεις του Αντίοχου Γ' του Μεγάλου.

Το 193 π.Χ. ο Γάλβα στάλθηκε ως πρεσβευτής στον Αντίοχο Γ' μαζί με τον Βίλιο Τάπουλο. Πρώτα σταμάτησαν για να συζητήσουν με τον Ευμένη Β' της Περγάμου, όπως είχαν διαταχθεί, όπου ο βασιλιάς προέτρεψε τους Ρωμαίους να επιτεθούν αμέσως στον Αντίοχο Γ΄. Ενώ έμενε στην Πέργαμο, ο Γάλβα αρρώστησε. Μόλις συνήλθε, αυτός και ο Τάπουλος ταξίδεψαν στην Έφεσο, όπου -αντί για τον Αντίοχο Γ΄- συναντήθηκαν με τον Μίνιο, στον οποίο ο βασιλιάς είχε παραχωρήσει πλήρη εξουσία να διαπραγματευτεί με τους Ρωμαίους. Μετά από μάταιες διαπραγματεύσεις, ο Γάλβα επέστρεψε στη Ρώμη, οπότε η Σύγκλητος αποφάσισε να κηρύξει τον πόλεμο κατά του Αντίοχου Γ', ξεκινώντας τον Ρωμαιο-Συριακό Πόλεμο.