Πρόσφυγες του ελληνικού εμφυλίου πολέμου

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Κατά τη διάρκεια και μετά τον ελληνικό εμφύλιο πόλεμο του 1946-1949, μέλη και/ή υποστηρικτές των ηττημένων κομμουνιστικών δυνάμεων εγκατέλειψαν την Ελλάδα ως πολιτικοί πρόσφυγες. Η κατάρρευση του Δημοκρατικού Στρατού της Ελλάδας (ΔΣΕ) και η μετέπειτα εκκένωση του Κομμουνιστικού Κόμματος της Ελλάδας (ΚΚΕ) στην Τασκένδη το 1949 οδήγησαν χιλιάδες ανθρώπους να εγκαταλείψουν τη χώρα. Υπολογίστηκε ότι μέχρι το 1949, περισσότεροι από 100.000 άνθρωποι είχαν φύγει από την Ελλάδα για τη Γιουγκοσλαβία και το Ανατολικό Μπλοκ, ιδιαίτερα την ΕΣΣΔ και την Τσεχοσλοβακία. Σε αυτούς περιλαμβάνονται δεκάδες χιλιάδες παιδιά πρόσφυγες που είχαν απελαθεί με τη βία από το ΚΚΕ.[1][2] Ο πόλεμος προκάλεσε εκτεταμένες καταστροφές σε όλη την Ελλάδα και ιδιαίτερα στις περιοχές της Μακεδονίας και της Ηπείρου, προκαλώντας πολλούς ανθρώπους να συνεχίσουν να εγκαταλείπουν τη χώρα ακόμη και μετά τη λήξη του. Η επιστροφή προσφύγων στην Ελλάδα άρχισε με μικρούς αριθμούς από τη δεκαετία του 1950, και σε μεγάλους αριθμούς μετά το 1975, αφού το νέο Σύνταγμα (άρθρο 3, παρ. 5) προέβλεπε την απόδοση της ελληνικής ιθαγένειας σε όσους την έχασαν μετά το 1949.

Ελληνικός εμφύλιος πόλεμος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μετά την ήττα των δυνάμεων του Άξονα, οι μάχες ξέσπασαν αμέσως μεταξύ του Δημοκρατικού Στρατού της Ελλάδας (ΔΣΕ) και της ελληνικής κυβέρνησης που επέστρεψε από την εξορία. Πολλοί άνθρωποι επέλεξαν να επιστρέψουν την αφοσίωση τους ως προς αυτό που θεωρούσαν ως νόμιμη κυβέρνηση της Ελλάδας. Σύντομα ξέσπασε ο ελληνικός εμφύλιος πόλεμος μεταξύ των δύο αντίπαλων πλευρών. Πολλοί αγρότες, αριστεροί, σοσιαλιστές, Έλληνες του Πόντου, Έλληνες του Καυκάσου, εθνικές μειονότητες από τη Βόρεια Ελλάδα, όπως οι Σλαβομακεδόνες, και ιδεολογικοί κομμουνιστές εντάχθηκαν στον αγώνα από την πλευρά του ΚΚΕ και του ΔΣΕ. Η υποστήριξη από τη Σοσιαλιστική Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γιουγκοσλαβίας και τη Σοσιαλιστική Λαϊκή Δημοκρατία της Αλβανίας βοήθησε τον Δημοκρατικό Στρατό της Ελλάδας (ΔΣΕ) να συνεχίσει τον αγώνα του. Ο ΔΣΕ στρατολογούσε σε μεγάλο βαθμό από τις κοινότητες της Μακεδονίας. Υπολογίστηκε ότι μέχρι το 1949, το 40 έως 60 τοις εκατό του ΔΣΕ αποτελούταν από Σλαβομακεδόνες,[3][4] ή από 11.000-14.000 της μαχητικής δύναμης του ΚΚΕ.[5] Δεδομένου του σημαντικού ρόλου τους στη μάχη,[6] το ΚΚΕ άλλαξε την πολιτική του απέναντί τους. Στην πέμπτη Ολομέλεια του ΚΚΕ στις 31 Ιανουαρίου 1949, ψηφίστηκε ψήφισμα που δήλωνε ότι μετά τη νίκη του ΚΚΕ, οι Σλαβομακεδόνες θα βρουν την «εθνική τους αποκατάσταση» σε ένα ενωμένο ελληνικό κράτος.[7] Αν και είχαν συμβάλει αποφασιστικά στην πολεμική προσπάθεια του ΚΚΕ,[8] η συμβολή τους δεν ήταν αρκετή για να αλλάξει το ρεύμα.

Μέχρι την άνοιξη του 1947, οι κομμουνιστικές δυνάμεις είχαν ελέγξει πολλές από τις ελληνικές αγροτικές περιοχές, αλλά δεν είχαν ακόμη επιτύχει σημαντική υποστήριξη στις πόλεις. Ταυτόχρονα, πολλές ελληνικές φυλακές ήταν γεμάτες από αντάρτες του ΕΛΑΣ, μέλη του ΕΑΜ και άλλους κομμουνιστές πολίτες. Χιλιάδες άνθρωποι εκτελέστηκαν από εκτελεστικό απόσπασμα για ισχυρισμούς ότι είχαν διαπράξει ωμότητες κατά του ελληνικού κράτους. Μετά την ήττα του ΔΣΕ στην Πελοπόννησο, ένα νέο κύμα τρόμου εξαπλώθηκε σε περιοχές που ελέγχονταν από την Κυβέρνηση των Αθηνών. Η προσωρινή κυβέρνηση, με έδρα το Όρος Βέρνο, αποφάσισε σύντομα να εκκενώσει όλα τα παιδιά ηλικίας από 2 έως 14 ετών από όλες τις περιοχές που ελέγχονταν από την προσωρινή κυβέρνηση, με τα περισσότερα από αυτά τα παιδιά να ήταν από μακεδονικές οικογένειες. Μέχρι το 1948, οι περιοχές που ελέγχονταν από την προσωρινή κυβέρνηση είχαν μειωθεί στην αγροτική ελληνική Μακεδονία και Ήπειρο. Σύντομα πολλοί τραυματισμένοι αντάρτες και ηλικιωμένοι μαζί με τα παιδιά πρόσφυγες είχαν μεταφερθεί στη Λαϊκή Δημοκρατία της Αλβανίας. Μετά το 1948, η γιουγκοσλαβική κυβέρνηση αποφάσισε να κλείσει τα σύνορα Γιουγκοσλαβίας-Ελλάδας, όπου αυτό με τη σειρά του οδήγησε πολλές δυνάμεις υπέρ του Τίτο στο Εθνικό Απελευθερωτικό Μέτωπο να καταφύγουν στη Γιουγκοσλαβία. Παρ΄ όλα αυτά, οι Σλαβομακεδόνες συνέχισαν να πολεμούν στις τάξεις του ΔΣΕ. Μέχρι το 1948, οι Σλαβομακεδόνες αποτελούσαν πάνω από το 30% της μαχητικής δύναμης του ΔΣΕ σύμφωνα με ορισμένες εκτιμήσεις,[5] αλλά αυτές οι εκτιμήσεις αμφισβητήθηκαν από το ΚΚΕ. Στη συνέχεια, ο Εθνικός Στρατός άρχισε να εδραιώνει τον έλεγχό του σε περιοχές που προηγουμένως ελέγχονταν από την Προσωρινή Κυβέρνηση. Πολλά χωριά καταστράφηκαν από τις μάχες και οι εκτοπισμένοι χωρικοί εγκατέλειπαν τη χώρα μέσω της Αλβανίας προς τη Γιουγκοσλαβία. Μια περίπτωση είναι το χωριό Ποιμενικό (Μπάμπτσορ) στην περιοχή της Καστοριάς, το οποίο φέρεται να εξαλείφθηκε από ελληνικούς βομβαρδισμούς το 1948, εκτοπίζοντας εκατοντάδες ανθρώπους.[9] Μέχρι τότε, το ΔΣΕ έλεγχε αποτελεσματικά τμήματα της Βόρειας Ελλάδας, μαζί με περιοχές της Μακεδονίας, όπου οι Μακεδόνες αντιπροσώπευαν μια σαφή πλειοψηφία,[10] μαζί με ένα μεγάλο κομμάτι της Ηπείρου. Στις αρχές του 1949, η αύξηση της αμερικανικής βοήθειας στον Εθνικό Στρατό, η ρήξη Τίτο-Στάλιν, η εμφάνιση προβλημάτων στο ΔΣΕ, καθώς και οι μεγάλες ήττες στα νησιά και στην Πελοπόννησο, βοήθησαν στην αποσταθεροποίηση της θέσης του ΔΣΕ.

Πολλοί άνθρωποι διέφυγαν λόγω της κατάρρευσης του ΔΣΕ και υπάρχουν ισχυρισμοί επίσης ότι πολλοί Σλαβομακεδόνες διέφυγαν για να αποφύγουν πιθανές διώξεις από τον προελαύνοντα Εθνικό Στρατό.[11][12] Η έξοδος των Μακεδόνων από την Ελλάδα ήταν η εμπειρία των εθνοτικών Μακεδόνων που εγκατέλειψαν την Ελλάδα ως αποτέλεσμα του εμφυλίου πολέμου,[13][14] ιδιαίτερα στη Βόρεια Μακεδονία και στην εθνική μακεδονική διασπορά. Το ΚΚΕ ισχυρίζεται ότι ο συνολικός αριθμός των πολιτικών προσφύγων ήταν 55.881[15] και εκτιμάται ότι περίπου 28.000-332.000 παιδιά εκκενώθηκαν κατά τη διάρκεια του ελληνικού εμφυλίου πολέμου.[2][16][17][18] Ένα έγγραφο του 1951 από τη Σοσιαλιστική Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γιουγκοσλαβίας αναφέρει ότι ο συνολικός αριθμός των Σλαβομακεδόνων που έφυγαν από την Ελλάδα κατά τη διάρκεια του εμφυλίου πολέμου ήταν 28.595,[19] ενώ ορισμένες εθνικές πηγές της Βόρειας Μακεδονίας έθεσαν τον αριθμό των προσφύγων σε πάνω από 213.000.[20] Ωστόσο, τα αποκαλυφθέντα έγγραφα της CIA έδειξαν ότι η ελληνική κυβέρνηση ήταν πρόθυμη να μεταφέρει 50.000 εθνοτικούς Μακεδόνες στη Γιουγκοσλαβία από την Ελλάδα το 1953.[21] Κατά τη διάρκεια του πολέμου χιλιάδες κομμουνιστές σκοτώθηκαν, φυλακίστηκαν ή είχαν κατασχεθεί τη γη τους.[22] Η κεντρική έδρα του Δημοκρατικού Στρατού της Ελλάδας ανέφερε ότι από τα μέσα του 1945 έως τις 20 Μαΐου 1947, μόνο στη Δυτική Μακεδονία, 13.259 άτομα βασανίστηκαν, 3.215 φυλακίστηκαν και 268 εκτελέστηκαν χωρίς δίκη. Την ίδια περίοδο, 1.891 σπίτια κάηκαν και 1.553 λεηλατήθηκαν και 13.553 άτομα επανεγκαταστάθηκαν με τη βία. Από τους πολλούς Μακεδόνες που φυλακίστηκαν, πολλοί συχνά σχημάτιζαν τις δικές τους ομάδες μέσα στις φυλακές.[23] Υποστηρίζεται ότι τα ελληνικά στρατόπεδα φυλακών βρίσκονταν στα νησιά Ικαρία και Μακρόνησος, στη φυλακή Αβέρωφ κοντά στην Αθήνα και στις φυλακές στη Θεσσαλονίκη και τη Λάρισα.

Παιδιά πρόσφυγες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παιδιά πρόσφυγες που διαφεύγουν πέρα από τα σύνορα
Παιδιά πρόσφυγες

Στις 4 Μαρτίου 1948, το «Ελεύθερο Ραδιόφωνο της Ελλάδας» ανακοίνωσε ότι όλα τα παιδιά κάτω των 15 ετών θα απομακρυνθούν από περιοχές υπό τον έλεγχο της προσωρινής κυβέρνησης. Οι ηλικιωμένες γυναίκες έλαβαν οδηγίες να μεταφέρουν τα παιδιά πέρα από τα σύνορα στη Γιουγκοσλαβία και την Αλβανία, ενώ οι νεότερες γυναίκες πήγαν στους λόφους με τους αντάρτες. Οι χήρες νεκρών ανταρτών έγιναν σύντομα υποκατάστατες μητέρες για τα παιδιά και τα βοήθησαν στο ταξίδι τους στο Ανατολικό Μπλοκ. Πολλοί άνθρωποι είχαν επίσης απομακρύνει τα παιδιά τους. Μέχρι το 1948, πολλά παιδιά είχαν ήδη πεθάνει από υποσιτισμό, ασθένειες και τραυματισμούς.[10] Εκτιμάται ότι 8.000 παιδιά εγκατέλειψαν την περιοχή της Καστοριάς τις επόμενες εβδομάδες.[9] Τα παιδιά ταξινομήθηκαν σε ομάδες και μπήκαν στο δρόμο για τα αλβανικά σύνορα. Οι αντάρτες φροντιστές (συχνά νέες γυναίκες και άνδρες) έπρεπε να βοηθήσουν και να στηρίξουν τα παιδιά καθώς τρέπονταν σε φυγή από τον εμφύλιο πόλεμο.

Χιλιάδες σλαβομακεδονικά, ελληνικά και αρομανικά παιδιά εκκενώθηκαν από τις περιοχές που βρίσκονταν υπό κομμουνιστικό έλεγχο. Μια έκθεση της Ειδικής Επιτροπής των Ηνωμένων Εθνών για τα Βαλκάνια επιβεβαιώνει ότι χωριά με εθνοτικό σλαβομακεδονικό πληθυσμό ήταν πολύ πιο πρόθυμα να αφήσουν τα παιδιά τους να εκκενωθούν.[10] Τώρα είναι γνωστά ως Децата Бегалци («Τα παιδιά των προσφύγων») στη Βόρεια Μακεδονία και την εθνοτική σλαβομακεδονική διασπορά.[24] Εκτιμάται ότι από 28.000 παιδιά έως 32.000 παιδιά εκκενώθηκαν κατά τα έτη 1948 και 1949. Σύμφωνα με ορισμένες πηγές, η πλειοψηφία των παιδιών που στάλθηκαν στο Ανατολικό Μπλοκ είχαν εθνική σλαβομακεδονική καταγωγή και μιλούσαν τη μητρική τους σλαβομακεδονική γλώσσα, αλλά αυτό αμφισβητείται από επίσημα έγγραφα και δηλώσεις του ΚΚΕ από πολιτικούς πρόσφυγες τα χρόνια μετά την εκκένωση.[25][26] Έγιναν εξαιρέσεις για παιδιά κάτω των δύο ή τριών ετών που έμειναν με τις μητέρες τους, ενώ τα υπόλοιπα έπρεπε να εκκενωθούν. Πολλά από αυτά τα παιδιά εξαπλώθηκαν σε ολόκληρο το Ανατολικό Μπλοκ και έως το 1950, υπήρχαν 5.132 παιδιά στη Ρουμανία, 4.148 παιδιά στην Τσεχοσλοβακία, 3.590 παιδιά στην Πολωνία, 2.859 στην Ουγγαρία και 672 παιδιά στη Βουλγαρία.

Η επίσημη ελληνική θέση ήταν ότι αυτά τα παιδιά είχαν παρθεί με τη βία από τους γονείς τους από τους κομμουνιστές για να ανατραφούν σε ένα σοσιαλιστικό σύστημα. Η απαγωγή παιδιών αναφέρεται από Έλληνες ιστορικούς και πολιτικούς ως το Παιδομάζωμα, υπαινιγμός για το οθωμανικό ντεβσιρμέ.

Εκκενώσεις μετά την κομμουνιστική ήττα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στις αρχές του 1949 η κατάσταση για τους κομμουνιστές είχε γίνει δεινή. Τα ελληνογιουγκοσλαβικά σύνορα έκλεισαν και καθημερινά ομάδες προσφύγων διέφευγαν στα αλβανικά σύνορα. Από εδώ θα διασκορπίζονταν στο υπόλοιπο Ανατολικό Μπλοκ. Πολλοί από τους αντάρτες δεν επέζησαν από το επόμενο ταξίδι και πολλοί πέθαναν. Αναθάρρησαν από την ελπίδα να αγωνιστούν για το Κομμουνιστικό Κόμμα Ελλάδας και τον Δημοκρατικό Στρατό της Ελλάδας από άλλα μέρη του κόσμου. Πολλοί άλλοι ήταν πρόσφυγες των οποίων τα σπίτια και οι επιχειρήσεις είχαν καταστραφεί από τον εμφύλιο πόλεμο. Άλλοι εκδιώχθηκαν ακόμη από τις κυβερνητικές δυνάμεις για τη συνεργασία τους με τη βουλγαρική Οχράνα κατά τη διάρκεια του πολέμου. Χιλιάδες έφυγαν πέρα από τα σύνορα προτού η ελληνική κυβέρνηση μπόρεσε να αποκαταστήσει τον έλεγχο σε πρώην κομμουνιστικά εδάφη.

Χιλιάδες πρόσφυγες άρχισαν να καταφεύγουν στο Ανατολικό Μπλοκ. Πολλοί κατέληξαν στη Σοβιετική Ένωση, την Τσεχοσλοβακία και σε ολόκληρο το Ανατολικό Μπλοκ. Χιλιάδες ακόμη έφυγαν για την Αυστραλία, τις Ηνωμένες Πολιτείες και τον Καναδά.[27] Αυτή η διαδικασία χώρισε μόνιμα πολλές οικογένειες, με αδελφούς και αδελφές συχνά να χωρίζονται μεταξύ τους. Ήταν συνηθισμένο για τις μητέρες να χάνουν επαφή με τα παιδιά τους και να μην τα ξαναβλέπουν.[9] Το πιο ορατό αποτέλεσμα του εμφυλίου πολέμου ήταν η μαζική μετανάστευση.[28]

Εξορία από την Ελλάδα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 1947 εκδόθηκε η νομική πράξη Λ-2. Αυτό σήμαινε ότι όλοι οι άνθρωποι που είχαν πολεμήσει ενάντια στην ελληνική κυβέρνηση κατά τη διάρκεια του ελληνικού εμφυλίου πολέμου και είχαν εγκαταλείψει την Ελλάδα θα είχαν κατασχεθεί την υπηκοότητά τους και απαγορευόταν να επιστρέψουν στη χώρα. Στις 20 Ιανουαρίου 1948 εκδόθηκε η νομική πράξη Μ, η οποία επέτρεπε στην ελληνική κυβέρνηση να δημεύσει την περιουσία εκείνων που είχαν αφαιρεθεί από την ιθαγένειά τους.[29] Αυτό είχε ουσιαστικά εξορίσει το ηττημένο ΚΚΕ και τους υποστηρικτές του που είχαν φύγει από την Ελλάδα.

Έξοδος Σλαβομακεδόνων από την Ελλάδα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Έξοδος των Σλαβομακεδόνων από την Ελλάδα[13][14] (σλαβομακεδονικά: Егзодус на Македонци од Грција‎, Egzodus na Makedonci od Grcija) αναφέρεται στους χιλιάδες Σλαβομακεδόνες που εκκενώθηκαν, διέφυγαν ή απελάθηκαν κατά τη διάρκεια του Ελληνικού Εμφυλίου Πολέμου κατά τα έτη 1945 έως 1949, πολλοί από τους οποίους διέφυγαν για να αποφύγουν τη δίωξη.[2][11][12] Αν και αυτοί οι πρόσφυγες έχουν χαρακτηριστεί ως πολιτικοί πρόσφυγες, υπάρχουν ισχυρισμοί ότι στοχεύθηκαν επίσης λόγω των εθνικών και πολιτισμικών τους ταυτοτήτων. Πολλοί Σλαβομακεδόνες είχαν διαφωνήσει με το ΚΚΕ το οποίο το 1934 είχε εκφράσει την πρόθεσή του να «πολεμήσει για την εθνική αυτοδιάθεση των καταπιεσμένων Σλαβομακεδόνων (εθνοτική ομάδα)»[30] και αφού το ΚΚΕ ψήφισε ψήφισμα στην Πέμπτη Ολομέλεια του στις 31 Ιανουαρίου 1949, κατά το οποίο «μετά τη νίκη του ΚΚΕ, οι Σλαβομακεδόνες θα βρουν την εθνική τους αποκατάσταση σε ένα ενωμένο ελληνικό κράτος».[7] Οι εθνικοί Σλαβομακεδόνες πολέμησαν παράλληλα με το ΔΣΕ υπό τη δική τους στρατιωτική πτέρυγα, το Εθνικό Απελευθερωτικό Μέτωπο (Μακεδονία) (ΕΑΠ). Από την ίδρυσή του μέχρι τη συγχώνευση με το ΔΣΕ, το ΕΑΠ είχε πολεμήσει παράλληλα με το Κομμουνιστικό Κόμμα Ελλάδας. Μέχρι το 1946, χιλιάδες Σλαβομακεδόνες είχαν ενταχθεί στον αγώνα με το ΕΑΠ, μαζί με τους Βλάχους από την περιοχή της Καστοριάς, οι οποίοι ήταν επίσης εξέχοντες στις τάξεις του ΕΑΠ. Σύμφωνα με το ΕΑΠ, ο σλαβομακεδονικός πολιτισμός αφέθηκε να ανθίσει στην Ελλάδα. Πάνω από 10.000 παιδιά πήγαν σε 87 σχολεία, εκδόθηκαν σλαβομακεδονικές εφημερίδες και άνοιξαν θέατρα. Καθώς πλησίαζαν οι κυβερνητικές δυνάμεις αυτές οι εγκαταστάσεις είτε έκλεισαν είτε καταστράφηκαν.[31] Πολλοί άνθρωποι φοβόταν την καταπίεση και την απώλεια των δικαιωμάτων τους υπό την κυριαρχία της ελληνικής κυβέρνησης, η οποία με τη σειρά της προκάλεσε πολλούς ανθρώπους να εγκαταλείψουν την Ελλάδα. Μέχρι το 1948, ο ΔΣΕ και η Προσωρινή Κυβέρνηση, ουσιαστικά έλεγξαν μόνο περιοχές της Βόρειας Ελλάδας που συμπεριλάμβαναν επίσης στα σλαβομακεδονικά χωριά.

Μετά την ανακοίνωση της προσωρινής κυβέρνησης το 1948 ότι όλα τα παιδιά έπρεπε να εγκαταλείψουν τις ελεγχόμενες από το ΔΣΕ περιοχές της Ελλάδας, πολλοί Σλαβομακεδόνες εγκατέλειψαν τη ζώνη του πολέμου. Ορισμένες πηγές εκτιμούν ότι δεκάδες χιλιάδες Σλαβομακεδόνες εγκατέλειψαν την Ελλάδα την επόμενη περίοδο. Η έξοδος των Σλαβομακεδόνων από την Ελληνική Μακεδονία συνεχίστηκε μετά τον ελληνικό εμφύλιο πόλεμο.[32] Οι περισσότεροι πρόσφυγες εκκενώθηκαν στο Ανατολικό Μπλοκ, όπου στη συνέχεια πολλοί επέστρεψαν στη Σοσιαλιστική Δημοκρατία της Μακεδονίας.

Εγκαθίδρυση προσφύγων στο εξωτερικό[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μετά την κομμουνιστική ήττα, η πλειοψηφία των κομμουνιστών κατέφυγαν στην Αλβανία, πριν φτάσουν στο υπόλοιπο ανατολικό μπλοκ. Η πλειονότητα των εναπομείναντων αντιστασιακών στο Δημοκρατικό Στρατό της Ελλάδας είχε εκκενωθεί στην Τασκένδη της Σοβιετικής Ένωσης, ενώ άλλοι στάλθηκαν στην Πολωνία, την Ουγγαρία και τη Ρουμανία. Στο χωριό Μαγκλίτς της Βοϊβοντίνα της Γιουγκοσλαβίας ιδρύθηκε μια κοινότητα πρώην κομμουνιστών. Στην Τασκένδη ιδρύθηκε η έδρα του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδας. Έγιναν ειδικές προετοιμασίες για τον ηττημένο στρατό και ετοιμάστηκε διαμονή και εφοδιασμός.

Πολλά από τα παιδιά πρόσφυγες τοποθετήθηκαν σε στρατόπεδα εκκένωσης σε όλη την Ευρώπη. Συχνά κατέληξαν στις Πολωνία, Βουλγαρία και Σοβιετική Ένωση. Η μεγαλύτερη ομάδα ήταν να καταλήξει στη Γιουγκοσλαβία. Εκεί δημιουργήθηκαν ειδικά στρατόπεδα εκκένωσης και νοσοκομεία του Ερυθρού Σταυρού για τα παιδιά. Τα περισσότερα τοποθετήθηκαν στη Σοσιαλιστική Δημοκρατία της Μακεδονίας. Πάνω από 2.000 σπίτια προετοιμάστηκαν για τα παιδιά στη Σοσιαλιστική Δημοκρατία της Μακεδονίας. και πολλά τοποθετήθηκαν σε ανάδοχη φροντίδα παρά σε ορφανοτροφεία και στρατόπεδα εκκένωσης. Σε όλο το Ανατολικό Μπλοκ οι πρόσφυγες εκπαιδεύονταν συχνά σε τρεις και συχνά σε τέσσερις γλώσσες, τα ελληνικά, τη πρόσφατα κωδικοποιημένη σλαβομακεδονική γλώσσα, τη γλώσσα των χωρών υποδοχής και τα ρωσικά.

Γιουγκοσλαβία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι μισοί από τους πρόσφυγες από τον ελληνικό εμφύλιο πόλεμο στάλθηκαν στη Γιουγκοσλαβία. Πολλοί από τους πρώτους πρόσφυγες εισήλθαν άμεσα στη Γιουγκοσλαβία, ενώ αργότερα οι πρόσφυγες έπρεπε να περάσουν από την Αλβανία μετά το κλείσιμο των συνόρων. Η πλειοψηφία των προσφύγων εγκαταστάθηκε στη Σοσιαλιστική Δημοκρατία της Μακεδονίας, ενώ πολλοί εγκαταστάθηκαν στη Σοσιαλιστική Αυτόνομη Επαρχία της Βοϊβοδίνας, όπου οι Σλαβομακεδόνες εξακολουθούν να αποτελούν μειοψηφία σήμερα. Το γιουγκοσλαβικό παράρτημα του Ερυθρού Σταυρού μπόρεσε να εγκαταστήσει 11.000 παιδιά σε ολόκληρη τη Γιουγκοσλαβία. Σε όλη τη Γιουγκοσλαβία δημιουργήθηκαν δωμάτια σε ειδικά σχεδιασμένα σπίτια από τον Ερυθρό Σταυρό για τους πρόσφυγες. Τα δέκα σπίτια για παιδιά φιλοξένησαν περίπου 2.000 παιδιά. Τα υπόλοιπα 9.000 τοποθετήθηκαν σε οικογένειες στη Σοσιαλιστική Δημοκρατία της Μακεδονίας.[10] Η μεγαλύτερη ομάδα προσφύγων, συμπεριλαμβανομένων 25.000 Σλαβομακεδόνων, μετακόμισε στη Γιουγκοσλαβία.[33]

Σοσιαλιστική Δημοκρατία της Μακεδονίας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι περισσότεροι πρόσφυγες μετά τον Παγκόσμιο Πόλεμο που στάλθηκαν στη Γιουγκοσλαβία πήγαν στη Σοσιαλιστική Δημοκρατία της Μακεδονίας. Αυτό ήταν για προφανείς λόγους, όπως η μικρή απόσταση μεταξύ των συνόρων της Ελλάδας και της Γιουγκοσλαβίας. Σύντομα η ροή των ανθρώπων αντιστράφηκε και πολλοί από τους Σλαβομακεδόνες από τη Γιουγκοσλαβία μπήκαν στην Ελλάδα με την ελπίδα να βοηθήσουν το Εθνικό Απελευθερωτικό Μέτωπο. Η μεγαλύτερη ομάδα παιδιών προσφύγων από τον ελληνικό εμφύλιο πόλεμο ήταν να καταλήξει στη Λαϊκή Δημοκρατία της Μακεδονίας. Κατά τη διέλευση των συνόρων της Γιουγκοσλαβίας, πολλά παιδιά στάλθηκαν σε χωριά όπως το Λιούμποϊνο και το Μπράιτσινο, πριν μετεγκατασταθούν σε μεγαλύτερα αστικά κέντρα, όπως τα Σκόπια και η Μπίτολα. Σε αυτούς προσχώρησαν χιλιάδες περισσότεροι πρόσφυγες, αντάρτες και απελαθέντες έως ότου έκλεισαν τα σύνορα με τη Γιουγκοσλαβία. Από τότε οι πρόσφυγες έπρεπε να εισέλθουν στη χώρα μέσω της Αλβανίας. Η πλειοψηφία αυτών των παιδιών προσφύγων ήταν σλαβομακεδονόφωνοι, οι οποίοι παραμένουν στη Δημοκρατία της Βόρειας Μακεδονίας μέχρι σήμερα.

Οι πρόσφυγες από την ελληνική Μακεδονία εγκαταστάθηκαν κυρίως σε ερημικά χωριά και περιοχές σε όλη τη Δημοκρατία της Μακεδονίας. Ένα μεγάλο ποσοστό πήγε στις περιοχές Τέτοβο και Γκόστιβαρ. Μια άλλη μεγάλη ομάδα ήταν να εγκατασταθεί στη Μπίτολα και τις γύρω περιοχές, ενώ ιδρύθηκαν στρατόπεδα προσφύγων στο Κουμάνοβο και τη Στρώμνιτσα. Μεγάλοι θύλακες προσφύγων και οι απόγονοί τους βρίσκονται στα προάστια του Τοπάνσκο Πόλο και της Αβτοκομάντα στα Σκόπια. Εντάχθηκαν στην κυρίαρχη κοινωνία της ΠΓΔΜ, με τους περισσότερους να έχουν υψηλή μόρφωση. Οι περισσότεροι δεν επέστρεψαν ποτέ στην Ελλάδα. Η Δημοκρατία της Μακεδονίας ήταν ο πρωταρχικός προορισμός των Σλαβομακεδόνων προσφύγων από τον ελληνικό εμφύλιο πόλεμο. Ορισμένες εκτιμήσεις έθεσαν τον αριθμό των προσφύγων και των απογόνων τους σε πάνω από 50.000 άτομα.[5]

Βοϊβοντίνα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Βοϊβοντίνα έγινε ο οικοδεσπότης ενός από τους μεγαλύτερους πληθυσμούς προσφύγων σε ολόκληρο το Ανατολικό Μπλοκ. Στη Βοϊβοντίνα δημιουργήθηκε ένα ειδικό πρώην γερμανικό στρατόπεδο για τους πρόσφυγες, το Μπούλκες (σήμερα Μαγκλίτς). Οι περισσότεροι από αυτούς τους πρόσφυγες ήταν μέλη του ΕΛΑΣ και ίδρυσαν τη λεγόμενη «Ελληνική Κομμούνα». Αν και πολλοί ήταν Έλληνες, είναι γνωστό ότι μεγάλο μέρος των «Ελλήνων» ήταν στην πραγματικότητα Σλαβομακεδόνες.[34] Η πρώτη ομάδα προσφύγων που έφτασαν στο Μπούλκες ήρθε από το Κουμάνοβο στις 25 Μαΐου 1945. Η ομάδα περιελάμβανε 1454 πρόσφυγες, κυρίως αντάρτες. Μέχρι τον Ιούνιο του 1945 μια άλλη ομάδα 2.702 προσφύγων είχε μεταφερθεί στη Βοϊβοντίνα. Την άνοιξη του 1946 μια ομάδα προσφύγων από την ελληνική Μακεδονία που αριθμούσε περίπου 250 άτομα είχε φύγει από το στρατόπεδο. Πολλοί άλλοι είχαν εγκαταλείψει την κοινότητα για παρακείμενα χωριά, οι οποία άφησαν την κοινότητα κυρίως ελληνική. Ήταν εδώ που η ελληνική εφημερίδα Φωνή του Μπούλκες εκδόθηκε μαζί με παιδικά βιβλία και την εφημερίδα του Κομμουνιστικού Κόμματος της Ελλάδας. Ένα δημοτικό σχολείο ιδρύθηκε και η κοινότητα άρχισε να τυπώνει το δικό της νόμισμα. Τελικά το στρατόπεδο έκλεισε και οι χωρικοί μεταφέρθηκαν. Άλλα στρατόπεδα δημιουργήθηκαν στις Μπέλα Τσρκβα, Πλάντιστε, Βρσατς, Έτσκα και Σιντ, ενώ τα χωριά Γκάκοβο και Κρουσέβιγε ήταν νεοσυσταθείσα από τους πρόσφυγες. Μέχρι το 1946 ο συνολικός πληθυσμός του Μπούλκες είχε φτάσει τους 4.023 κατοίκους. Από τους υπόλοιπους Σλαβομακεδόνες στη Βοϊβοντίνα, εκείνη τη στιγμή πολλοί έφυγαν για την Τσεχοσλοβακία ή επανεγκαταστάθηκαν στη Λαϊκή Δημοκρατία της Μακεδονίας.[35]

Ανατολικό Μπλοκ[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Όπου οι εκτοπισμένοι βρέθηκαν σε ολόκληρο το Ανατολικό Μπλοκ, έγιναν ειδικές διατάξεις για αυτούς. Σε ολόκληρο το Ανατολικό Μπλοκ, οι εθνοτικοί Σλαβομακεδόνες πρόσφυγες διδάσκονταν τη νέα κωδικοποιημένη σλαβομακεδονική γλώσσα και τη γλώσσα της χώρας υποδοχής και πολλοί συχνά μάθαιναν ρωσικά.[36] Ένα μεγάλο ποσοστό των παιδιών προσφύγων βρήκαν τελικά θετούς γονείς στη χώρα υποδοχής, ενώ πολλοί άλλοι μεταφέρθηκαν τελικά στη Γιουγκοσλαβία, ειδικά από το 1955, όταν η Γιουγκοσλαβία κατέβαλε προσπάθειες για να προσελκύσει τους πρόσφυγες.[29] Μέχρι τη δεκαετία του 1970 εκατοντάδες πρόσφυγες είχαν επιστρέψει στη Σοσιαλιστική Δημοκρατία της Μακεδονίας από τη Σοβιετική Ένωση. Ειδικότερα από τις συστάδες προσφύγων στην Τασκένδη και την Άλμα Άτα. Το Σύνταγμα του 1975 (άρθρο 3, παρ. 5) προέβλεπε την επαναχορήγηση της ελληνικής ιθαγένειας σε όσους την είχαν χάσει μετά το 1949. Το 1982 η ελληνική κυβέρνηση ενεργοποίησε έναν νόμο για την Αμνηστία, με αποτέλεσμα πολλοί «Έλληνες από γένος» να επιστρέψουν στην Ελλάδα την επόμενη περίοδο.

Σοβιετική Ένωση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μετά την κατάρρευση του Δημοκρατικού Στρατού της Ελλάδας, χιλιάδες αντάρτες εκκενώθηκαν στην Τασκένδη και την Άλμα Άτα στην Κεντρική Ασία. Εκτιμάται ότι 11.980 αντάρτες εκκενώθηκαν στη Σοβιετική Ένωση, εκ των οποίων 8.573 ήταν άνδρες και 3.407 γυναίκες. Πολλοί από τους εθνοτικούς Έλληνες αντάρτες παρέμειναν στη Σοβιετική Ένωση, ενώ οι περισσότεροι από τους εθνοτικούς Σλαβομακεδόνες αντάρτες θα μετανάστευαν στη γιουγκοσλαβική Μακεδονία στις δεκαετίες του 1960 και του 1970. Μετά το νόμο περί αμνηστίας του 1980, πολλοί Έλληνες επέστρεψαν στην Ελλάδα, ιδιαίτερα στην ελληνική Μακεδονία.

Πολωνία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μια ομάδα παιδιών προσφύγων στην Πολωνία

Μια άλλη μεγάλη ομάδα προσφύγων, που αριθμούσαν τουλάχιστον 12.300 άτομα,[37] βρήκε το δρόμο της στην περιοχή της Κάτω Σιλεσίας στην Πολωνία. Αυτή η ομάδα περιελάμβανε τόσο Έλληνες όσο και Σλαβομακεδόνες.[38] Στις 25 Οκτωβρίου, μια ομάδα παιδιών από Έλληνες πρόσφυγες που στάλθηκαν αρχικά στη Ρουμανία μετεγκαταστάθηκαν στην Πολωνία, όπου ένα μέρος από αυτά βρήκε το δρόμο τους στο Λόντεκ-Ζντρούι. Ένα άλλο στρατόπεδο ιδρύθηκε στο Κροστσιένκο. Οι εγκαταστάσεις στην Πολωνία ήταν καλά στελεχωμένες και σύγχρονες με τη βοήθεια του Ερυθρού Σταυρού. Πολλά από αυτά τα παιδιά παρέμειναν στην περιοχή της Κάτω Σιλεσίας, ενώ ένα μεγάλο ποσοστό τελικά εξαπλώθηκε σε όλη τη Νότια και Κεντρική Πολωνία, όπου σύντομα συγκεντρώθηκαν πρόσφυγες στο Γκντανσκ και στο Ζγκοζέλετς. Πολλοί Έλληνες αποφάσισαν να επιστρέψουν στην Ελλάδα μετά το νόμο της Αμνηστίας του 1982 που επέτρεψε την επιστροφή τους, ενώ ένα μεγάλο ποσοστό Σλαβομακεδόνων κατέληξαν να εγκαταλείψουν την Πολωνία, για τη Σοσιαλιστική Δημοκρατία της Μακεδονίας. Ένα βιβλίο για τα σλαβομακεδονικά παιδιά στην Πολωνία (σλαβομακεδονικά: Македонските деца во Полска‎) δημοσιεύθηκε στα Σκόπια το 1987. Ένα άλλο βιβλίο, «Οι πολιτικοί πρόσφυγες από την Ελλάδα στην Πολωνία 1948-1975» (πολωνικά: Uchodźcy Polityczni z Grecji w Polsce; 1948–1975) έχει επίσης δημοσιευθεί. Το 1989 η «Ένωση Σλαβομακεδόνων στην Πολωνία» (πολωνικά: Towarzystwo Macedończyków w Polsce, σλαβομακεδονικά: Друштво на Македонците во Полска) Ιδρύθηκε με σκοπό να πιέσουν την ελληνική κυβέρνηση να επιτρέψει την ελεύθερη επιστροφή των παιδιών προσφύγων του εμφυλίου πολέμου στην Ελλάδα.

Τσεχοσλοβακία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα πρώτα παιδιά πρόσφυγες που έφτασαν στην Τσεχοσλοβακία αρχικά ήταν σε καραντίνα, έκαναν μπάνιο και τοποθετήθηκαν σε ένα παλιό γερμανικό στρατόπεδο. Εδώ στα παιδιά πρόσφυγες δόθηκε τροφή και καταφύγιο καθώς ταξινομήθηκαν σε ηλικιακές ομάδες. Υποκατάστατες μητέρες από την ελληνική Μακεδονία ανατέθηκαν στα μικρότερα παιδιά, ενώ τα μεγαλύτερα παιδιά τοποθετήθηκαν στο σχολείο. Οι Τσέχοι δάσκαλοι που εκπαιδεύτηκαν στην ψυχολογία έκαναν το καλύτερό για να εκπαιδεύσουν τα παιδιά. Στην Τσεχοσλοβακία διδάσκονταν τσέχικα, ελληνικά, σλαβομακεδονικά και ρωσικά. Η τριβή μεταξύ των Ελλήνων και Σλαβομακεδόνων παιδιών οδήγησε στη μετεγκατάσταση των Ελλήνων παιδιών. Τελικά τα παιδιά ενώθηκαν από μεγαλύτερους αντάρτες και πρώην κομμουνιστικά μέλη. Μέχρι το 1950, εκτιμάται ότι 4.000 άνδρες, 3.475 γυναίκες και 4.148 παιδιά είχαν εκκενωθεί στην Τσεχοσλοβακία.  Μέχρι το 1960 είχαν συσταθεί ελληνικές και σλαβομακεδονικές κοινότητες. Σε αντίθεση με άλλα κομμουνιστικά κράτη, η πλειονότητα των προσφύγων είχε επιλέξει να παραμείνει στην Τσεχοσλοβακία. Μερικές εκατοντάδες παιδιών επέστρεψαν στην Ελλάδα μετά από αίτηση των γονέων τους ή πλησιέστερων συγγενών, με τη βοήθεια και του Ερυθρού Σταυρού. Περισσότεροι, παιδιά και ενήλικοι, επέστρεψαν μετά τη Δικτατορία επωφελούμενοι του νέου Συντάγματος. Υπολογίζεται ότι μεταξύ 1974 και 1990 επέστρεψαν 12.453 άτομα, ή περίπου τα 3/4 των Ελλήνων της Τσεχοσλοβακίας.[39] Μεγάλο μέρος του ελληνικού πληθυσμού έφυγε τη δεκαετία του 1980 για να επιστρέψει στην Ελλάδα. Στις αρχές της δεκαετίας του 1990 ιδρύθηκε ένα τμήμα του Συλλόγου Παιδιών Προσφύγων από το Αιγαίο τμήμα της Μακεδονίας στην Τσεχία και στη Σλοβακία.[40] Οι πρώην Έλληνες πρόσφυγες αργότερα αναγνωρίστηκαν ως εθνική μειονότητα από την κυβέρνηση της Τσεχίας. 

Βουλγαρία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αν και η Λαϊκή Δημοκρατία της Βουλγαρίας δέχτηκε αρχικά λίγους πρόσφυγες, η κυβερνητική πολιτική άλλαξε και η βουλγαρική κυβέρνηση αναζήτησε ενεργά εθνικούς Βούλγαρους Μακεδόνες πρόσφυγες. Εκτιμάται ότι περίπου 2.500 παιδιά στάλθηκαν στη Βουλγαρία και 3.000 αντάρτες δραπέτευσαν εκεί κατά τη λήξη του πολέμου. Υπήρξε μεγαλύτερη ροή προσφύγων στη Βουλγαρία καθώς ο Βουλγαρικός Στρατός αποσύρθηκε από την περιοχή Δράμας-Σερρών το 1944. Μεγάλο ποσοστό σλαβομακεδονόφωνων μετανάστευσε εκεί. Η «Σλαβική Επιτροπή» στη Σόφια (βουλγαρικά: Славянски Комитет‎) βοήθησε να προσελκύσει πρόσφυγες που είχαν εγκατασταθεί σε άλλα μέρη του Ανατολικού Μπλοκ. Σύμφωνα με μια πολιτική έκθεση το 1962, ο αριθμός των πολιτικών μεταναστών από την Ελλάδα ήταν 6.529 άτομα.[41] Σε αντίθεση με τις άλλες χώρες του Ανατολικού Μπλοκ, δεν υπήρχαν συγκεκριμένοι οργανισμοί που ιδρύθηκαν για να ασχοληθούν με συγκεκριμένα ζητήματα που σχετίζονταν με τα παιδιά πρόσφυγες. Αυτό προκάλεσε πολλούς να συνεργαστούν με την «Ένωση παιδιών προσφύγων από το Αιγαίο τμήμα της Μακεδονίας», μια ένωση που είχε έδρα στη Σοσιαλιστική Δημοκρατία της Μακεδονίας.[42] Τελικά, πολλοί από αυτούς τους μετανάστες μεταφέρθηκαν στη Δημοκρατία της Μακεδονίας με πολλούς να εντάσσονται στην κυρίαρχη βουλγαρική κοινωνία.

Ρουμανία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παιδί πρόσφυγες στη Ρουμανία το 1949

Ένα μεγάλο στρατόπεδο εκκένωσης ιδρύθηκε στην πόλη Τούλγκες της Ρουμανίας. Ήταν εκεί που πολλά από τα μικρότερα παιδιά επανενώθηκαν με τους γονείς τους.[9] Πιστεύεται ότι 5.132 παιδιά μεταφέρθηκαν στη Ρουμανία, μαζί με 1.981 άνδρες και 1.939 γυναίκες. Από όλα τα παιδιά που εκκενώθηκαν στο Ανατολικό Μπλοκ, ο μεγαλύτερος αριθμός εκκενώθηκε στη Ρουμανία. Ειδικές παροχές δημιουργήθηκαν για τα παιδιά. Διδάχθηκαν στη ρωσική, ελληνική και σλαβομακεδονική γλώσσα, παράλληλα με τη ρουμανική. Πολλά από τα παιδιά των Ελλήνων προσφύγων επέστρεψαν στην Ελλάδα μετά την ανακοίνωση του νόμου περί αμνηστίας το 1982, ενώ τα σλαβομακεδονικά παιδιά πρόσφυγες στη συνέχεια αναγνωρίστηκαν επίσημα ως ομάδα μειονότητας.

Ουγγαρία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μια μεγάλη ομάδα προσφύγων εκκενώθηκε επίσης στην Ουγγαρία κατά τα έτη 1946-1949. Αυτή περιελάμβανε 2.161 άνδρες, 2.233 γυναίκες και 2.859 παιδιά. Η πρώτη ομάδα περίπου 2.000 παιδιών εκκενώθηκε στην Ουγγαρία και τοποθετήθηκε σε στρατώνες. Μια άλλη ομάδα 1.200 ανταρτών μεταφέρθηκε από το Μπουλκές στην Ουγγαρία. Ένα αρχικό στρατόπεδο προσφύγων είχε δημιουργηθεί στο ουγγρικό χωριό Φέχερβαρτσουργκο. Οι αρχές σύντομα χώρισαν τις ομάδες ανά χωριό προέλευσης. Στη συνέχεια «υιοθετήθηκαν» από την ουγγρική κοινότητα. Ένα ελληνικό χωριό ιδρύθηκε στην κεντρική Ουγγαρία και ονομάστηκε Μπελογιάννης, από τον Έλληνα Κομμουνιστή μαχητή, Νίκο Μπελογιάννη. Τους έστελναν σε ολόκληρη τη χώρα αλλά εξακολουθούσαν να λαμβάνουν υποστήριξη από τον Ερυθρό Σταυρό και εκπαίδευση στα ουγγρικά, σλαβομακεδονικά, ελληνικά και ρωσικά. Πολλοί επέλεξαν να εγκαταλείψουν την Ουγγαρία αναζητώντας συγγενείς και οικογένεια. Άλλοι επέλεξαν να μετεγκατασταθούν στη Σοσιαλιστική Δημοκρατία της Μακεδονίας, ενώ πολλοί Έλληνες επέστρεψαν στην Ελλάδα μετά το 1982.

Λαϊκή Δημοκρατία της Γερμανίας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Υπολογίστηκε ότι περίπου 1.200 παιδιά πρόσφυγες βρήκαν το δρόμο τους στην Ανατολική Γερμανία.[36] Τότε υπήρξε ισχυρισμός ότι όλα αυτά τα παιδιά ήταν «Έλληνες», αλλά δεν έγινε διάκριση σχετικά με την εθνικότητα των παιδιών. Υπήρχαν επίσης εθνοτικά σλαβομακεδονικά και αλβανικά παιδιά που είχαν σταλεί επίσης στη χώρα. Σε αντίθεση με την υπόλοιπη Ανατολική Ευρώπη, η σλαβομακεδονική γλώσσα δεν διδάχθηκε στα παιδιά στη Γερμανία, καθώς η πλειοψηφία τους ήταν Έλληνες Μακεδόνες. Κυρίως, τα ελληνικά παιδιά θα κατέληγαν να επιστρέφουν στην Ελλάδα.

Πρόσφυγες στη Δύση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ένα μεγάλο ποσοστό των ενηλίκων που είχαν εγκαταλείψει την Ευρώπη κατέληξαν στις Ηνωμένες Πολιτείες, τον Καναδά και την Αυστραλία. Χιλιάδες θα συνέχιζαν και θα εδραιώνονταν εκεί με την ελπίδα να επιστρέψουν στην Ευρώπη. Η δεκαετία του 1950 γνώρισε την άφιξη πάνω από 2.000 παιδιών προσφύγων στον Καναδά μόνο.[43] Χιλιάδες πρόσφυγες εγκαταστάθηκαν σε ευρωπαϊκές πόλεις, όπως το Λονδίνο και το Παρίσι, με την ελπίδα να συνεχίσουν τον αγώνα του ΔΣΕ.

Επακόλουθα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η απομάκρυνση μεγάλου μέρους του πληθυσμού από την ελληνική Μακεδονία άλλαξε δραματικά το κοινωνικό και πολιτικό τοπίο της περιοχής. Ο πληθυσμός, ο επαναπατρισμός, οι διακρίσεις και ο επαναπληθωρισμός θα γίνουν όλα ζητήματα που θα πρέπει να επιλυθούν την περίοδο μετά τον Ελληνικό Εμφύλιο Πόλεμο.

Απώλεια ιθαγένειας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 1947, εκείνοι που είχαν πολεμήσει την κυβέρνηση ή που είχαν φύγει από την Ελλάδα, τους αφαιρέθηκε η υπηκοότητα. Σε πολλούς από αυτούς απαγορεύτηκε να επανέλθουν στην Ελλάδα σε μόνιμη ή προσωρινή βάση. Αυτό σήμαινε ότι οι εξόριστοι και οι πρόσφυγες δεν μπορούσαν να επιστρέψουν στη χώρα γέννησής τους. Πολλοί από τους πρόσφυγες παρέμειναν στην Ανατολική Ευρώπη ή έφυγαν για τη Δύση. Η ιθαγένεια αφαιρέθηκε από τους πρόσφυγες χωρίς τη δίκαιη ακρόαση σε ένα ανεξάρτητο δικαστήριο και άλλα διεθνώς αποδεκτά πρωτόκολλα για την κατάσχεση της ιθαγένειας, όπως η νομική εκπροσώπηση και η ευκαιρία να υπερασπιστούν τον εαυτό τους. Αυτή η διαδικασία κατάσχεσης της ιθαγένειας «ιστορικά χρησιμοποιήθηκε εναντίον ανθρώπων που ταυτίζονταν ως Σλαβομακεδόνες».[44] Παρόλο που ισχύει για όλους τους πολίτες ανεξαρτήτως εθνικότητας. Έχει επιβληθεί, σε όλες τις περιπτώσεις εκτός από μία, μόνο εναντίον πολιτών που αυτοπροσδιορίστηκαν ως μέλη της «μακεδονικής» μειονότητας.[45] Οι πολίτες διπλής ιθαγένειας που τους έχει αφαιρεθεί η ελληνική ιθαγένεια σύμφωνα με το άρθρο 20 του κώδικα ιθαγένειας εμποδίζονται μερικές φορές να εισέλθουν στην Ελλάδα χρησιμοποιώντας το διαβατήριο της δεύτερης ιθαγένειας τους.[46] Αν και από το 1998 δεν έχουν αναφερθεί νέα περιστατικά.[47]

Το 1982 η ελληνική κυβέρνηση ενεργοποίησε έναν νόμο περί αμνηστίας. Ο νόμος 400/76 επέτρεψε την επιστροφή και τον επαναπατρισμό των πολιτικών προσφύγων που είχαν εγκαταλείψει την Ελλάδα κατά τη διάρκεια του ελληνικού εμφυλίου πολέμου. Ωστόσο, το υπουργικό διάταγμα ανέφερε ότι εκείνοι που ήταν ελεύθεροι να επιστρέψουν ήταν «όλοι οι Έλληνες από γένος που κατά τη διάρκεια του εμφυλίου πολέμου του 1946-1949 και λόγω αυτού έφυγαν στο εξωτερικό ως πολιτικοί πρόσφυγες». Αυτό απέκλεισε πολλούς ανθρώπους που δεν ήταν «Έλληνες από το γένος», όπως οι Βούλγαροι και οι Σλαβομακεδόνες που είχαν εγκαταλείψει την Ελλάδα μετά τον Εμφύλιο Πόλεμο. Όσοι αυτοπροσδιορίστηκαν ως κάτι διαφορετικό από το «Έλληνας από γένος» δεν συμπεριλήφθηκαν στο νόμο και δεν ήταν σε θέση να επανακτήσουν την ιθαγένεια ή την περιουσία τους.[48][49]

Πληθυσμιακή μείωση και απώλεια περιουσίας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μια σημαντική επίδραση της μακεδονικής εξόδου από τη Βόρεια Ελλάδα ήταν η επίδραση του πληθυσμού στην περιοχή της ελληνικής Μακεδονίας. Αυτό έγινε αισθητό στις περιοχές Φλώρινας, Καστοριάς, Κοζάνης και Έδεσσας, όπου το Κομμουνιστικό Κόμμα ήταν δημοφιλές και όπου βρίσκονταν οι μεγαλύτερες συγκεντρώσεις Σλαβομακεδόνων. Πολλά από αυτά τα κατοικημένα και κατεστραμμένα χωριά και οι κατασχεθείσες περιουσίες δόθηκαν σε άτομα από έξω από την περιοχή. Στους Βλάχους και στους Έλληνες δόθηκε περιουσία στο πρόγραμμα επανεγκατάστασης που διεξήγαγε η Ελληνική Κυβέρνηση από την περίοδο 1952–1958.[28] Πολλές περιουσίες κατασχέθηκαν από εκείνα τα άτομα που είχαν τραπεί σε φυγή από τον πόλεμο και ακολούθως τους αφαιρέθηκε η ιθαγένεια τους.

Ο νόμος 1540/85 της 10ης Απριλίου 1985 ανέφερε ότι οι πολιτικοί πρόσφυγες θα μπορούσαν να ανακτήσουν περιουσία που πήρε η ελληνική κυβέρνηση αρκεί να ήταν «Έλληνες από γένος». Αυτό απέκλεισε πολλούς ανθρώπους που δεν ήταν «Έλληνες από το γένος», δηλαδή τους Σλαβομακεδόνες πρόσφυγες που ισχυρίστηκαν ότι η εθνικότητά τους δεν ήταν ελληνική.[48][50]

Άρνηση επανεισόδου στην Ελλάδα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σε πολλούς ανθρώπους που είχαν φύγει από τη χώρα απαγορεύτηκε η έκδοση βίζα για επανεισδοχή στην Ελλάδα. Οι πρόσφυγες σχεδίαζαν να παρευρεθούν σε γάμους, κηδείες και άλλες εκδηλώσεις, αλλά τους απαγορεύτηκε η πρόσβαση στην Ελλάδα. Τα μέτρα αυτά επεκτάθηκαν ακόμη και σε πολίτες της Αυστραλίας και του Καναδά, σε πολλούς από τους οποίους απαγορεύτηκε να εισέλθουν στην Ελλάδα.[27][48] Υπήρξαν ισχυρισμοί ότι οι εξόριστοι που έφυγαν από την Ελλάδα εμποδίστηκαν να επανέλθουν στην Ελλάδα όταν άλλοι υπήκοοι από τη Δημοκρατία της Μακεδονίας είχαν μικρή ή καθόλου δυσκολία κατά την είσοδό τους στην Ελλάδα. Το Ελληνικό Παρατηρητήριο του Ελσίνκι κάλεσε την ελληνική κυβέρνηση να σταματήσει να χρησιμοποιεί άρθρα του κώδικα Ιθαγένειας για να στερήσει από τους «μη εθνοτικούς Έλληνες» την υπηκοότητά τους.[51]

Πρωτοβουλίες και οργάνωση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι πρώην αντάρτες και τα παιδιά προσφύγων έχουν ιδρύσει θεσμούς για θέματα προσφύγων και την έξοδο των Σλαβομακεδόνων από την Ελλάδα και προκειμένου να πιέσουν την ελληνική κυβέρνηση να επιτρέψει την επιστροφή τους στην Ελλάδα και την αποκατάσταση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων τους. Οκτώ μεγάλες οργανώσεις «Deca Begalci» έχουν συσταθεί από τα παιδιά προσφύγων και εξόριστους Σλαβομακεδόνες.[52] Παραδοσιακά προσανατολίστηκαν προς τους εθνοτικούς Σλαβομακεδόνες πρόσφυγες, καθώς οι περισσότεροι Έλληνες πρόσφυγες επανήλθαν στην ελληνική κοινωνία.

Παγκόσμια Επανένωση των Παιδιών Προσφύγων[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η πιο αξιοσημείωτη εκδήλωση που διοργανώνεται από Σλαβομακεδόνες παιδιά πρόσφυγες είναι η «Επανένωση των Παιδιών Προσφύγων» ή το «Παγκόσμιο Συνέδριο των Παιδιών Προσφύγων». Το πρώτο Παγκόσμιο Συνέδριο των Παιδιών Προσφύγων πραγματοποιήθηκε τον Ιούλιο του 1988 στην πόλη των Σκοπίων. Η δεύτερη επανένωση πραγματοποιήθηκε το 1998 και η τρίτη το 2003. Το πιο πρόσφατο και τέταρτο Παγκόσμιο Συνέδριο παιδιών προσφύγων από την ελληνική Μακεδονία ξεκίνησε στις 18 Ιουλίου 2008. Αυτή η εκδήλωση συγκεντρώνει παιδιά πρόσφυγες από όλο τον κόσμο. Στην εκδήλωση συμμετείχαν πολλοί συμμετέχοντες από τη Ρουμανία, τον Καναδά, την Πολωνία, την Τσεχία, την Αυστραλία, τις Ηνωμένες Πολιτείες και τη Βοϊβοντίνα. 

Η Πρώτη Διεθνής Επανένωση Παιδιών Προσφύγων της Μακεδονίας του Αιγαίου πραγματοποιήθηκε στα Σκόπια μεταξύ 30 Ιουνίου και 3 Ιουλίου. Στην επανένωση, η Ένωση Παιδιών Προσφύγων από την ελληνική Μακεδονία ενέκρινε ψήφισμα που καλεί την ελληνική κυβέρνηση να επιτρέψει στους Σλαβομακεδόνες πολιτικούς πρόσφυγες που έφυγαν από την Ελλάδα μετά τον ελληνικό εμφύλιο πόλεμο να επιστρέψουν στην Ελλάδα. Επιπλέον, πραγματοποιήθηκε μια μεγάλη συγκέντρωση τον Ιούνιο του 1988 από τους πρόσφυγες που αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν την Ελλάδα το 1948. Αυτό επαναλήφθηκε ξανά στις 10 Αυγούστου 1988, την 75η επέτειο του διαμελισμού της Μακεδονίας.[53]

Η δεύτερη παγκόσμια επανένωση σχεδιάστηκε με τη βοήθεια του Ουράνιου Τόξου,[27] το οποίο συμμετείχε στο συντονισμό της εκδήλωσης και στην επανένωση πολλών ατόμων με συγγενείς που ζουν ακόμη στην Ελλάδα. Η Παγκόσμια Επανένωση του 1998 περιελάμβανε ένα ταξίδι στην Δημοκρατία της Ελλάδας που διοργανώθηκε από Σλαβομακεδόνες που ζουν στην Ελλάδα. Το Παγκόσμιο Συνέδριο διήρκεσε στα Σκόπια από τις 15 Ιουλίου έως τις 18. Ένα ιστορικό ταξίδι είχε προγραμματιστεί για την ελληνική πόλη της Έδεσσας στις 19 Ιουλίου. Παρόλο που στα 30 άτομα απαγορεύτηκε η είσοδος στην Ελλάδα, παρά το γεγονός ότι είχαν καναδική υπηκοότητα, φέρεται να οφείλεται στην εθνική σλαβομακεδονική τους ταυτότητα και τη συμμετοχή τους σε οργανώσεις της διασποράς.[54]

Άλλες ομάδες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Ένωση Παιδιών Προσφύγων από το τμήμα της Μακεδονίας του Αιγαίου (ΕΠΠΜΑ) ιδρύθηκε από τα παιδιά προσφύγων το 1979, με σκοπό την επανένωση όλων των πρώην παιδιών προσφύγων που ζουν σε ολόκληρο τον κόσμο.[40] Έχει συνεργαστεί στενά με τον Σύνδεσμο των Μακεδόνων από το τμήμα της Μακεδονίας του Αιγαίου. Οι κύριοι στόχοι της ήταν να ασκήσει πιέσεις στην ελληνική κυβέρνηση για την επιστροφή της ιθαγένειας και να επιτρέψει τη βίζα για την επανείσοδο στην Ελλάδα από τα εξόριστα παιδιά προσφύγων. Ιδρύθηκε το 1979 και βοήθησε στην οργάνωση της πρώτης παγκόσμιας επανένωσης που πραγματοποιήθηκε από τους πρόσφυγες, η οποία πραγματοποιήθηκε στα Σκόπια. Παραρτήματα της ΕΠΠΜΑ ιδρύθηκαν σύντομα στο Τορόντο, την Αδελαΐδα, το Περθ, τη Μελβούρνη, τα Σκόπια, την Πολωνία, την Τσεχία και τη Σλοβακία.

Άλλες ομάδες που ιδρύθηκαν από τα παιδιά των προσφύγων περιλαμβάνουν τον Σύνδεσμο των Απελαθέντων Μακεδόνων «Αιγαίο», τον Σύνδεσμο Παιδιών Προσφύγων - Δημοκρατία της Μακεδονίας και τον Οργανισμό των Μακεδόνων Απογόνων από το τμήμα της Μακεδονίας του Αιγαίου - Μπιτόλα.[51]

Κατάλογος αξιοσημείωτων προσφύγων[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Δείτε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Keith, Brown (2003). The Past in Question: Modern Macedonia and the Uncertainties of Nation. Princeton University Press. σελ. 271. ISBN 0-691-09995-2. 
  2. 2,0 2,1 2,2 Danforth, Loring M. (1997). The Macedonian Conflict. Princeton University Press. σελ. 54. ISBN 0-691-04356-6. 
  3. Clogg, Richard (2002). «Catastrophe and occupation and their consequences 1923–1949». A Concise History of Greece (Second έκδοση). Cambridge University Press. σελίδες 139. ISBN 978-0-521-00479-4. Ανακτήθηκε στις 24 Νοεμβρίου 2008. clogg. 
  4. Ζαούσης Αλέξανδρος. Η Τραγική αναμέτρηση, 1945–1949 – Ο μύθος και η αλήθεια ((ISBN 9607213432)).
  5. 5,0 5,1 5,2 Simpson, Neil (1994). Macedonia Its Disputed History. Βικτώρια: Aristoc Press. σελ. 91. ISBN 0-646-20462-9. 
  6. Speech presented by Nikos Zachariadis at the Second Congress of the NOF (National Liberation Front of the ethnic Macedonians from Greek Macedonia), published in Σαράντα Χρόνια του ΚΚΕ 1918–1958, Αθήνα, 1958, σελ. 575.
  7. 7,0 7,1 επίσημα έγγραφα του ΚΚΕ, τομ. 8
  8. "Incompatible Allies: Greek Communism and Macedonian Nationalism in the Civil War in Greece, 1943–1949. Andrew Rossos", The Journal of Modern History, Vol. 69, No. 1 (Mar., 1997) (σελ. 42)
  9. 9,0 9,1 9,2 9,3 Hill, Peter (1989). The Macedonians in Australia. Κάρλαϊλ: Hesperian Press. σελ. 32. ISBN 0-85905-142-0. 
  10. 10,0 10,1 10,2 10,3 Frucht, Richard (2000). Eastern Europe: An Introduction to the People, Lands, and Culture. ABC-CLIO. σελίδες 599. ISBN 1-57607-800-0. 
  11. 11,0 11,1 John S. Koliopoulos. Plundered Loyalties: World War II and Civil War in Greek West Macedonia. Foreword by C. M. Woodhouse. Νέα Υόρκη: New York University Press. 1999. σελ. 304. 0814747302
  12. 12,0 12,1 Kalyvas, Stathis N.· Eleni Yannakakis (2006). The Logic of Violence in Civil War. Cambridge University Press. σελίδες 312. ISBN 0-521-85409-1. 
  13. 13,0 13,1 Macridge, Peter A.· Eleni Yannakakis (1997). Ourselves and Others: The Development of a Greek Macedonian Cultural Identity Since 1912. Berg Publishers. σελ. 148. ISBN 1-85973-138-4. 
  14. 14,0 14,1 Multicultural Canada[νεκρός σύνδεσμος] Σφάλμα αναφοράς: Invalid <ref> tag; name "Multicultural Canada" defined multiple times with different content
  15. 3rd KKE congress 10–14 Οκτωβρίου 1950: Situation and problems of the political refugees in People's Republics pages 263–311 (3η Συνδιάσκεψη του Κόμματος (10–14 Οκτωβρίου 1950. Βλέπε: "III Συνδιάσκεψη του ΚΚΕ, εισηγήσεις, λόγοι, αποφάσεις – Μόνο για εσωκομματική χρήση – Εισήγηση Β. Μπαρτζιώτα: Η κατάσταση και τα προβλήματα των πολιτικών προσφύγων στις Λαϊκές Δημοκρατίες", σελ. 263 – 311") Quote: "Total number of political refugees : 55,881 (23,028 men, 14,956 women and 17,596 children, 368 unknown or not accounted)"
  16. Simpson, Neil (1994). Macedonia Its Disputed History. σελ. 92. 
  17. «Macedonians in Greece». Ανακτήθηκε στις 27 Οκτωβρίου 2015. 
  18. Minahan, James (2000). One Europe, Many Nations: A Historical Dictionary of European National Groups. Greenwood Publishing Group. σελίδες 440. ISBN 0-313-30984-1. 
  19. report of General consultant of Socialist Federal Republic of Yugoslavia addressed to foreign ministry of Greece Doc 47 15-7-1951 SMIR, ΡΑ, Grcka, 1951, f-30, d-21,410429, (έκθεση του γενικού προξενείου της Γιουγκοσλαβίας στη Θεσσαλονίκη SMIR, ΡΑ, Grcka, 1951, f-30, d-21,410429, Γενικό Προξενείο της Ομόσπονδης Λαϊκής Δημοκρατίας της Γιουγκοσλαβίας προς Υπουργείο Εξωτερικών, Αρ. Εγγρ. 47, Θεσσαλονίκη 15.7.1951. (translated and published by Spiros Sfetas . ΛΓ΄, Θεσσαλονίκη 2001–2002 by the Macedonian Studies ) Quote: "According to the report of General consultant of Socialist Federal Republic of Yugoslavia the total number of Macedonian refugees who came from Greece between the years 1941–1951 is 28,595. From 1941 till 1944 500 found refuge in Yugoslav Macedonia, in 1944 4,000 people, in 1945 5,000, in 1946 8,000, in 1947 6,000, in 1948 3,000, in 1949 2,000, in 1950 80, and in 1951 15 people. About 4,000 left Yugoslavia and moved to other Socialist countries (and very few went also to western countries). So in 1951 at Yugoslavia were 24,595 refugees from Greek Macedonia. 19,000 lived in Yugoslav Macedonia, 4,000 in Serbia (mainly in Gakovo-Krusevlje) and 1595 in other Yugoslav republics."
  20. Watch 1320 Helsinki, Human Rights Watch/Helsinki (Organization : U.S.)· Lois Whitman (1994). Denying Ethnic Identity: The Macedonians of Greece. Τορόντο: Human Rights Watch. σελίδες 6. ISBN 1-56432-132-0. 
  21. Current Intelligence bulletin, pg.3, https://www.cia.gov/readingroom/docs/CIA-RDP79T00975A001000200001-7.pdf
  22. Rossos, Andrew (2007). Macedonia and the Macedonians: A History. Hoover Press. σελ. 208. ISBN 978-0-8179-4881-8. 
  23. Voglis, Polymeris (2002). Becoming a Subject: Political Prisoners During the Greek Civil War. Berghahn Books. σελ. 204. ISBN 1-57181-308-X. 
  24. Brown, Keith (2003). The Past in Question: Modern Macedonia and the Uncertainties of Nation. Princeton University Press. σελ. 271. ISBN 0-691-09995-2. 
  25. Dimitris Servou, "The Paidomazoma and who is afraid of Truth", 2001
  26. Θανάσης Μητσόπουλους "Μείναμε Έλληνες"
  27. 27,0 27,1 27,2 Jupp, James (2001). The Australian People: An Encyclopedia of the Nation, Its People and Their Origins. Cambridge University Press. σελ. 574. ISBN 0-521-80789-1. 
  28. 28,0 28,1 Cowan, Jane K. (2000). Macedonia: The Politics of Identity and Difference. Pluto Press. σελίδες 37. ISBN 0-7453-1589-5. 
  29. 29,0 29,1 Poulton, Hugh (2000). Who are the Macedonians?. C. Hurst & Co. Publishers. σελ. 167. ISBN 1-85065-534-0. 
  30. KKE, Πέντε Χρόνια Αγώνες 1931–1936, Αθήνα, 2η εκδ., 1946.
  31. Shea, John (1997). Macedonia and Greece: The Struggle to Define a New Balkan Nation. Τζέφερσον, Βόρεια Καρολίνα: McFarland & Company Inc., Publishers. σελ. 116. ISBN 9780786402281. Ανακτήθηκε στις 20 Ιουνίου 2014. 
  32. Petroff, Lilian (1995). Sojourners and Settlers: The Slav-Macedonian Community in Toronto to 1940. University of Toronto Press. σελ. 180. ISBN 0-8020-7240-2. 
  33. Panayi, Panikos (2004). Outsiders: A History of European Minorities. Continuum International Publishing Group. σελ. 127. ISBN 1-85285-179-1. 
  34. «Association of Social History - The Buljkes Experiment 1945–1949». Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 25 Σεπτεμβρίου 2006. Ανακτήθηκε στις 4 Ιουλίου 2021. 
  35. Ristović, Milan (1997) Експеримент Буљкес: «грчка република» у Југославији 1945–1949 [Experiment Buljkes: The "Greek republic" in Yugoslavia 1945–1949]. Годишњак за друштвену историју IV, св. 2–3, стр. 179–201.
  36. 36,0 36,1 Troebst, Stefan (2004). Evacuation to a Cold Country: Child Refugees from the LPP Greek Civil War in the German Democratic Republic, 1949–1989. Τορόντο: Carfax Publishing. σελ. 3. 
  37. «Przemiany demograficzne społeczności greckiej na Ziemi Lubuskiej w latach 1953–1998». Ανακτήθηκε στις 27 Οκτωβρίου 2015. 
  38. Bugajski, Janusz (1993). Ethnic Politics in Eastern Europe: A Guide to Nationality Policies, Organizations, and Parties. Τορόντο: M.E. Sharpe. σελίδες 359. ISBN 1-56324-282-6. 
  39. Σαρικούδη Γεωργία, 2008, Μεταπτυχ. Διατριβή, Παν/μιο Θεσσαλονίκης, Φιλοσοφική Σχολή, σελ. 26, 27 και διάσπαρτα.
  40. 40,0 40,1 TJ-Hosting. «MHRMI – Macedonian Human Rights Movement International». Ανακτήθηκε στις 27 Οκτωβρίου 2015. 
  41. Marinov, Tchavdar (2004). Aegean Macedonians and the Bulgarian Identity Politics. Οξφόρδη: St Antony's College, Oxford. σελ. 5. 
  42. Marinov, Tchavdar (2004). Aegean Macedonians and the Bulgarian Identity Politics. Οξφόρδη: St Antony's College, Oxford. σελ. 7. 
  43. Petroff, Lilian· Multicultural History Society of Ontario (1995). Sojourners and Settlers: The Macedonian Community in Toronto to 1940. Τορόντο: University of Toronto Press. σελ. 180. ISBN 0-8020-7240-2. 
  44. «Country Report on Human Rights Practices in Greece». U.S. Department of State. Ανακτήθηκε στις 27 Οκτωβρίου 2015. 
  45. «Greece». U.S. Department of State. Ανακτήθηκε στις 27 Οκτωβρίου 2015. 
  46. «Greece». U.S. Department of State. Ανακτήθηκε στις 27 Οκτωβρίου 2015. 
  47. «Greece». U.S. Department of State. Ανακτήθηκε στις 27 Οκτωβρίου 2015. 
  48. 48,0 48,1 48,2 Watch 1320 Helsinki, Human Rights Watch/Helsinki (Organization : U.S.)· Lois Whitman (1994). Denying Ethnic Identity: The Macedonians of Greece. Τορόντο: Human Rights Watch. σελίδες 27. ISBN 1-56432-132-0. 
  49. Council of Europe – Discriminatory laws against Macedonian political refugees from Greece
  50. Council of Europe: Discriminatory laws against Macedonian political refugees from Greece
  51. 51,0 51,1 «Press Release». Ανακτήθηκε στις 27 Οκτωβρίου 2015. 
  52. «Georgi Donevski Visits the Macedonian Community in Toronto». Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 2 Ιανουαρίου 2010. Ανακτήθηκε στις 4 Ιουλίου 2021. 
  53. Daskalovski, Židas (1999). Elite Transformation and Democratic Transition in Macedonia and Slovenia, Balkanologie, Vol. III, n° 1. Πανεπιστήμιο της Βουδαπέστης. σελίδες Vol. III, juillet 1999, page 20. 
  54. TJ-Hosting. «MHRMI – Macedonian Human Rights Movement International». Ανακτήθηκε στις 27 Οκτωβρίου 2015. 

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]