Πρόσθιος θάλαμος του βολβού

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Πρόσθιος θάλαμος του βολβού
Blausen 0390 EyeAnatomy Sectional.png
Πρόσθιο τμήμα του ματιού, με τον πρόσθιο θάλαμο στα δεξιά.
Schematic diagram of the human eye en.svg
Σχηματικό διάγραμμα του ανθρώπινου ματιού.
Λεπτομέρειες
Αναγνωριστικά
Λατινικάcamera anterior bulbi oculi
ΑκρώνυμαΠΘ
MeSHD000867
TAA15.2.06.003
FMA58078
Ορολογία ανατομίας

Ο πρόσθιος θάλαμος του βολβού (αγγλική συντομογραφία: AC, anterior chamber) είναι ο χώρος γεμάτος με υδατοειδές υγρό μέσα στο μάτι μεταξύ της ίριδας και της εσωτερικής επιφάνειας του κερατοειδούς, του ενδοθηλίου.[1] Το ύφαιμα, η ραγοειδίτιδα και το γλαύκωμα είναι τρεις κύριες παθολογίες σε αυτήν την περιοχή. Στο υπόφημα, το αίμα γεμίζει τον πρόσθιο θάλαμο ως αποτέλεσμα αιμορραγίας, συνήθως μετά από ευθύ οφθαλμικό τραυματισμό. Η ραγοειδίτιδα είναι μια φλεγμονώδης διαδικασία που επηρεάζει την ίριδα και το ακτινωτό σώμα, με προκύπτοντα φλεγμονώδη σημάδια στον πρόσθιο θάλαμο. Στο γλαύκωμα, η έμφραξη του δοκιδωτού πλέγματος εμποδίζει την κανονική εκροή υδατοειδούς υγρού, με αποτέλεσμα αυξημένη ενδοφθάλμια πίεση, προοδευτική βλάβη στην κεφαλή του οπτικού νεύρου και τελικά τύφλωση.

Το βάθος του πρόσθιου θαλάμου του ματιού κυμαίνεται μεταξύ 1,5 και 4,0 χλστ., με μέσο όρο τα 3,0 χλστ.. Τείνει να γίνεται πιο ρηχό σε μεγαλύτερη ηλικία και στα μάτια με υπερμετρωπία. Καθώς το βάθος μειώνεται κάτω από τα 2.5 χλστ., αυξάνεται ο κίνδυνος γλαυκώματος κλειστής γωνίας.

Κλινική σημασία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μέτρηση βάθους[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο προσδιορισμός του βάθους του πρόσθιου θαλάμου (ΒΠΘ) είναι σημαντικός για την εκτίμηση του κινδύνου γλαυκώματος κλειστής γωνίας. Υπάρχουν διάφορες μέθοδοι μέτρησης ΒΠΘ, συμπεριλαμβανομένης της εξέτασης μέσω σχισμοειδούς λυχνίας, υπερήχων και φωτογραφίας Σάιμπφλουγκ. Αυτές οι μέθοδοι απαιτούν εξελιγμένο εξοπλισμό εξέτασης και εξειδίκευση.

Μια απλούστερη κλινική μέθοδος ποσοτικής εκτίμησης του ΒΠΘ χρησιμοποιώντας φωτογραφία smartphone (αναλογία EZ) αναπτύχθηκε από τον Δρ. Έχουντ Ζαμίρ από το Κέντρο Οφθαλμολογικής Έρευνας της Αυστραλίας του Πανεπιστημίου της Μελβούρνης, η οποία δημοσιεύθηκε το 2016.[2]

Μέθοδος αναλογίας EZ[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η μέθοδος αναλογίας EZ είναι ένας τρόπος υπολογισμού του εκτιμώμενου βάθους του πρόσθιου θαλάμου.[2] Για αρχή, ο ασθενής κοιτάζει έναν στόχο από απόσταση με το ένα μάτι καλυμμένο. Ο εξεταστής παίρνει μια ψηφιακή φωτογραφία του ανοιχτού, εξεταζόμενου ματιού, από το πλάι, κάθετη προς τον οπτικό άξονα (φωτογραφία προφίλ).

Στη συνέχεια, οι ακόλουθες παράμετροι πρέπει να μετρηθούν στη φωτογραφία, χρησιμοποιώντας έναν προσωπικό υπολογιστή ή ένα smartphone (εικόνες 1,2):

1. Η απόσταση των εικονοστοιχείων μεταξύ του άκρου (η διασταύρωση μεταξύ διαφανούς κερατοειδούς και λευκού σκληρού χιτώνα) και του εμπρόσθιου μέρους του κερατοειδούς. Αυτή η απόσταση αναφέρεται ως Ζ.

2. Η απόσταση των εικονοστοιχιεών μεταξύ του άκρου και του κέντρου της κόρης. Αυτή η απόσταση αναφέρεται ως Ε.

Η αναλογία Ε:Ζ είναι ο αριθμητικός λόγος μεταξύ Ε και Ζ.

Αυτή ο λόγος συσχετίζεται γραμμικά με το βάθος του πρόσθιου θαλάμου με την ακόλουθη εξίσωση:

Βάθος πρόσθιου θαλάμου (εκφρασμένο σε χιλιοστά) = -3,3 x αναλογία EZ + 4.2

Αυτή η εκτίμηση έχει αποδειχθεί ακριβής με διάστημα εμπιστοσύνης 95% με σφάλμα +/– 0,33 χλστ., σε σύγκριση με τις μετρήσεις βάθους του πρόσθιου θαλάμου από τη φωτογραφία Σάιμπφλουγκ.[2]

Εικόνα 1. Υπολογισμός αναλογίας EZ.
Εικόνα 2. Διαφορετικά βάθη πρόσθιου θαλάμου όπως φαίνονται από την πλευρική κάθετη (προφίλ) προβολή. Όσο πιο μπροστά είναι η κόρη, τόσο πιο ρηχός είναι ο πρόσθιος θάλαμος. Στην αριστερότερη φωτογραφία, η κόρη είναι σχετικά πιο πίσω, δείχνοντας μια αναλογία EZ <0,5 και έναν πρόσθιο θάλαμο βαθύτερο από 2,5 χλστ.. Στη μεσαία φωτογραφία, η κόρη βρίσκεται στη μέση μεταξύ του σκληρού χιτώνα και του κερατοειδούς, δείχνοντας μια αναλογία EZ 0,5 και ένα βάθος μέσου θαλάμου περίπου 2,5 χλστ.. Στη δεξιά φωτογραφία, η κόρη είναι πολύ μπροστά, δείχνοντας μια αναλογία EZ μεγαλύτερη από 0,5 και έναν ρηχό πρόσθιο θάλαμο μικρότερο από 2,5 χλστ..

Συνδεδεμένη ανοσολογική απόκλιση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ένα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό του πρόσθιου θαλάμου είναι η εξασθενημένη ανοσοαπόκριση σε αλλογενή μοσχεύματα. Αυτό ονομάζεται ανοσολογική απόκλιση που σχετίζεται με πρόσθιο θάλαμο (ACAID), ένας όρος που εισήχθη το 1981 από τον Τζ. Ουέιν Στράιλαϊν.[3][4] Αυτό το φαινόμενο σχετίζεται με το γεγονός ότι το μάτι θεωρείται «προνομιακή περιοχή του ανοσοποιητικού», όπως ο εγκέφαλος και οι όρχεις.

Παθολογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Επιπρόσθετες εικόνες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Δείτε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Κάσιν, Μ.· Σόλομον, Σ. (1990). Dictionary of eye terminology. Γκέινσβιλ, Φλόριντα: Triad Pub. Co. ISBN 978-0-937404-33-1. 
  2. 2,0 2,1 2,2 Ζαμίρ, Έχουντ (2016). «A novel method of quantitative anterior chamber depth estimation using temporal perpendicular digital photography». Translational Vision Science & Technology 5 (4): 10. doi:10.1167/tvst.5.4.10. PMID 27540496. 
  3. «Induction of anterior chamber-associated immune deviation requires an intact, functional spleen». Journal of Experimental Medicine 153 (5): 1058–67. May 1981. doi:10.1084/jem.153.5.1058. PMID 6788883. 
  4. «Archived copy». Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 11 Φεβρουαρίου 2015. Ανακτήθηκε στις 16 Ιουλίου 2012. 

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]