Προσαρμοσμένη κινητική αγωγή

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Η Προσαρμοσμένη κινητική αγωγή (ΠΚΑ) είναι ένας κλάδος της φυσικής αγωγής που ασχολείται με την αγωγή ατόμων με ειδικές ανάγκες: αναπτυξιακές, αισθητηριακές διαταραχές, διαταραχές συμπεριφοράς, μάθησης, τρίτη ηλικία κτλ.


ΕΙΣΑΓΩΓΗ[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Ειδική Αγωγή, μέρος της οποίας είναι και η Προσαρμοσμένη Κινητική Αγωγή, είναι η ειδικά σχεδιασμένη παιδαγωγική διαδικασία η οποία σκοπό έχει να βοηθήσει το άτομο να αναπτύξει όλες τις πτυχές της προσωπικότητάς του και να αποκτήσει γνώσεις και δεξιότητες οι οποίες θα το οδηγήσουν κατά την ενηλικίωση σε ενεργό και αυτόνομη ζωή καθώς και στην ένταξη και ενσωμάτωση του στο κοινωνικό σύνολο.

Η Ειδική Αγωγή και κατά συνέπεια και η Προσαρμοσμένη Κινητική Αγωγή, δεν αποτελεί αυτοτελές ή ξεχωριστό πρόγραμμα εκπαίδευσης, διαφορετικό από το πρόγραμμα της Γενικής Εκπαίδευσης. Οι γενικές αρχές και το περιεχόμενο των μορφωτικών αγαθών δεν καταργούνται και δεν αντικαθίστανται αλλά τροποποιούνται ή συμπληρώνονται κατά περίπτωση.

Για να επιτευχθούν οι σκοποί της Ειδικής Αγωγής δεν πρέπει να παρεμποδίζεται η παροχή των μορφωτικών αγαθών από αντιλήψεις και κοινωνικές στάσεις, από τεχνητά εμπόδια ή φυσικά εμπόδια που προκαλεί μια αναπηρία. Αντίθετα, απαιτείται αντιμετώπιση των προβλημάτων, ειδικευμένο προσωπικό, υποστηρικτικές υπηρεσίες, προσβασιμότητα και εξατομικευμένη αντιμετώπιση των αναγκών.

ΕΚΠΑΙ∆ΕΥΤΙΚΟΙ ΣΚΟΠΟΙ ΣΤΗΝ ΠΡΟΣΑΡΜΟΣΜΕΝΗ ΚΙΝΗΤΙΚΗ ΑΓΩΓΗ[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στο σύστημα της Προσαρμοσμένης Κινητικής Αγωγής περιλαμβάνονται οι γενικές παιδαγωγικές και διδακτικές αρχές, οι βασικοί σκοποί και στόχοι και στη συνέχεια οι διδακτικοί στόχοι. Βασική προϋπόθεση είναι η κατά περίπτωση προσαρμογή αρχών, στόχων και διδακτικών μέσων, με κριτήριο πάντα τις ιδιαίτερες ανάγκες των μαθητών.

Στην Προσαρμοσμένη Κινητική Αγωγή (Π.Κ.Α.) οι σκοποί και οι στόχοι διακρίνονται σε άμεσους και έμμεσους οι οποίοι, βέβαια, αλληλοσυνδέονται. Άμεσοι σκοποί μπορεί να είναι, για παράδειγμα, η ανάπτυξη των θεμελιωδών κινητικών προτύπων, η βελτίωση της φυσικής κατάστασης, η γνώση του σώματος, η απόκτηση δεξιοτήτων ενός αθλήματος, κ.α

Οι έμμεσοι σκοποί είναι αυτοί οι οποίοι μέσω του περιεχομένου της Π.Κ.Α επιφέρουν βελτιώσεις και σε άλλους τομείς της συμπεριφοράς όπως στον γνωσιακό, στον κοινωνικό και συναισθηματικό τομέα. Για παράδειγμα, μέσω της Π.Κ.Α. μπορεί να επιτευχθεί εμπλουτισμός του λεξιλογίου, η ανάπτυξη γνωστικών σχημάτων, η απόκτηση στρατηγικών για την επίλυση προβλημάτων, η βελτίωση της αυτό εκτίμησης και της αυτό-πεποίθησης, η μείωση του άγχους, η κοινωνικότητα, η επικοινωνία, η συνεργασία, η αυτό-εξυπηρέτηση κ.α.

ΑΡΧΕΣ, ΜΕΘΟΔΟΙ ΚΑΙ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΕΣ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑΣ[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Χαρακτηριστικά διδασκαλίας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η διδασκαλία είναι μια πολυδιάστατη διαδικασία που στηρίζεται στην αμεσότητα και στην επικοινωνία μεταξύ διδασκόμενου και δασκάλου. Για να επιτευχθούν οι επιδιωκόμενοι στόχοι, πρέπει η διδασκαλία να έχει τα εξής γενικά χαρακτηριστικά:

  • Να μην αποτελεί μια τυχαία ενέργεια αλλά να οργανώνεται συστηματικά και

μεθοδικά με επίκεντρο πάντα τον διδασκόμενο και κατεύθυνση τους επιδιωκόμενους σκοπούς

  • Να έχει χαρακτήρα διαπροσωπικό και ενεργητικό
  • Να στηρίζεται σε δυναμική αμφίδρομη σχέση και αλληλεπίδραση
  • Να έχει κοινωνικό χαρακτήρα
  • Να συνδυάζει την επιστήμη, την φαντασία, τη δημιουργικότητα και τη στρατηγική
  • Να επιτρέπει τη συμμετοχή του μαθητή
  • Να επιτρέπει διορθωτικές παρεμβάσεις

Σημαντικό ρόλο, επομένως, σε κάθε διδακτικό έργο κατέχει ο εκπαιδευτικός ο οποίος σχεδιάζει το εκπαιδευτικό προϊόν και τα μέσα διδασκαλίας. Ο εκπαιδευτικός με κατάλληλες τροποποιήσεις και χειρισμούς μπορεί να δημιουργήσει εκείνο το μαθησιακό περιβάλλον που θα διασφαλίζει και θα εγγυάται το μαθησιακό αποτέλεσμα και με την προσωπικότητα του να επηρεάσει θετικά τους μαθητές του.

Διδακτικές αρχές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σε κάθε παιδαγωγική διαδικασία και προκειμένου οι διδακτικές ενέργειες να είναι αποτελεσματικές, πρέπει να τηρούνται ορισμένες γενικές και ειδικές διδακτικές αρχές. Ορισμένες από τις πιο σημαντικές διδακτικές αρχές στην Ειδική Αγωγή που ισχύουν και στην Προσαρμοσμένη Κινητική Αγωγή είναι επιγραμματικά οι εξής:

  1. Η παιδοκεντρική αρχή (προσαρμογή της διδασκαλίας στις εκπαιδευτικές ανάγκες του μαθητή)
  2. Η εποπτεία και ο πολύπλευρος ερεθισμός
  3. Η βιωματικότητα
  4. Η αυτενέργεια και η ατομική δραστηριότητα
  5. Η αρχή της απλοποίησης και της οργάνωσης της ύλης
  6. Η αρχή της ατομικής ικανοποίησης και της επιβράβευσης
  7. Η οργάνωση της σχολικής και κοινωνικής ζωής
  8. Η πρακτική αναγκαιότητα των γνώσεων (εγγύτητα τους με την καθημερινή ζωή)
  9. Ο σεβασμός του προσωπικού ρυθμού εργασίας και η αποδοχή της ελάχιστης προσπάθειας
  10. Η συνεργασία των ειδικών με τους γονείς

Ειδικές διδακτικές αρχές στην Προσαρμοσμένη Κινητική Αγωγή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σημαντικές διδακτικές αρχές οι οποίες πρέπει να διέπουν κάθε πρόγραμμα Π.Κ.Α. είναι επιγραμματικά οι παρακάτω:

  1. Ευρεία και προσεκτική αξιολόγηση
  2. Σχεδιασμός κατάλληλου εξατομικευμένου προγράμματος
  3. Ιεράρχηση και διαχωρισμός στόχων και προγραμμάτων (αναπτυξιακή σειρά)
  4. Το πρόγραμμα να οδηγεί σε θετικά αποτελέσματα (βραχυπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα)
  5. Ανάλυση έργου
  6. Προοδευτική επιβάρυνση
  7. Ανάπτυξη μεγάλου εύρους κινητικών δεξιοτήτων
  8. Ισορροπία μεταξύ των μορφωτικών αγαθών
  9. Ευκαιρίες για επίλυση κινητικών προβλημάτων
  10. Προώθηση αξιών και μορφωτικών αγαθών σε όλους τους τομείς της ανάπτυξης
  11. Δομημένο μαθησιακό περιβάλλον αλλά και ευκαιρίες για κινητική εξερεύνηση, αυτενέργεια και δημιουργικότητα
  12. Αξιοποίηση του χρόνου
  13. Να μην χρησιμοποιούνται οι δραστηριότητες ως τιμωρία
  14. Να ελαχιστοποιούνται οι ανταγωνιστικές δραστηριότητες
  15. Να μην εκλαμβάνονται τα παιδιά ως μικρογραφία των ενηλίκων
  16. Να εξασκούνται στο «πώς να μαθαίνουν»
  17. Εποπτική διδασκαλία
  18. Παιγνιώδη μορφή του προγράμματος (να είναι ελκυστικό και να κεντρίζει το ενδιαφέρον και τη φαντασία)
  19. Απλοί και ξεκάθαροι κανόνες από την αρχή
  20. Σωστή επιβράβευση

Διδακτικές μέθοδοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο εκπαιδευτικός επιδρά στον μαθητή μέσω των μορφωτικών αγαθών και ταυτόχρονα μέσω της προσωπικότητάς του και της συμπεριφοράς του. Για να επιτευχθεί η μάθηση, πρέπει διδακτικές ενέργειες να οργανωθούν κατά τρόπο επιστημονικό και συστηματικό έτσι ώστε να αξιοποιηθούν στο μέγιστο δυνατό οι υπάρχουσες δυνατότητες του μαθητή.

Ο εκπαιδευτικός, αν και έχει ένα δικό του προσωπικό στυλ διδασκαλίας, είναι σημαντικό να γνωρίζει και να χρησιμοποιεί με ευελιξία ή και σε συνδυασμό, διάφορες μεθόδους και στρατηγικές για μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα. Έτσι, η επιλογή των κατάλληλων μορφωτικών αγαθών και ο τρόπος που θα τα μεταδώσει (οι μέθοδοι) μπορούν, κάτω από συγκεκριμένες συνθήκες και σε όσο το δυνατό πιο σύντομο χρόνο και με οικονομία δυνάμεων, να επιφέρουν τα καλύτερα δυνατά αποτελέσματα.

Οι διδακτικές μέθοδοι διακρίνονται γενικά σε ενεργητικές, αντιληπτικές, άμεσες και προγραμματισμένες μεθόδους.

Με τις ενεργητικές μεθόδους γίνεται προσπάθεια να υποκινείται η ενεργητικότητα του μαθητή για δράση. Ο εκπαιδευτικός επιδιώκει να οδηγήσει τους μαθητές να ενεργούν και να μαθαίνουν με τη θέλησή τους και όχι αναγκαστικά. Οι αντιληπτικές μέθοδοι αποτελούν τις παραδοσιακές μεθόδους σύμφωνα με τις οποίες ο εκπαιδευτικός διδάσκει δια του προφορικού κυρίως λόγου. Οι μέθοδοι αυτές μειονεκτούν εάν δεν συνδυάζονται με βιωματικές ενέργειες.

Με τις άμεσες μεθόδους (οπτικο-ακουστικές) προσφέρονται εικόνες ή αναπαραστάσεις αντικειμένων ή γεγονότων. Διαφέρουν από τις ενεργητικές στο γεγονός δεν οδηγούν στην ενεργοποίηση. Η διαφορά είναι πιο κατανοητή με το πείραμα του Piaget ο οποίος θέλοντας να εξερευνήσει ποιο παιδί θυμάται την κατασκευή ενός κύβου διαπίστωσε ότι το παιδί που κατασκεύασε μόνο του τον κύβο είχε αποτέλεσμα στη μάθηση σε αντίθεση με ο παιδί που απλώς παρατήρησε το δάσκαλο να κατασκευάζει τον κύβο.

Οι προγραμματισμένες μέθοδοι είναι οι μέθοδοι που προέρχονται βασικά από τη θεωρία του συμπεριφορισμού και χαρακτηρίζονται από εξατομικευμένη διδασκαλία. Για περιπτώσεις παιδιών με σοβαρά αναπτυξιακά προβλήματα θεωρούνται ιδιαίτερα αποτελεσματικές.

Διδακτικές Τεχνικές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο εκπαιδευτικός πρέπει να επιλέγει τις διδακτικές τεχνικές (διδακτικά μοντέλα) που είναι κατάλληλες για τους μαθητές του και να είναι σε θέση να τις προσαρμόζει στις ανάγκες τους. Σε κάθε περίπτωση πρέπει να χρησιμοποιούνται με ευελιξία, συνδυαστικά και πάντα με γνώμονα το πώς ο μαθητής μπορεί να μάθει καλύτερα και γρηγορότερα.

Οι διδακτικές τεχνικές διακρίνονται γενικά στις ολικές και αναλυτικές (διδασκαλία του «όλου» ή των μερών).

Με την ολική μέθοδο μια δραστηριότητα διδάσκεται ως «όλο» χωρίς να διασπαστεί σε επί μέρους τμήματα και απαιτεί τόσες επαναλήψεις όσες χρειάζονται για να φθάσει ο μαθητής στην επιθυμούμενη συμπεριφορά.

Για παιδιά με αναπτυξιακές διαταραχές ή και άλλες περιπτώσεις, η επιτυχία αυτής της μεθόδου εξαρτάται από τη σοβαρότητα των προβλημάτων που παρουσιάζουν και από την έκταση ή σύνθεση της δραστηριότητας.

Άλλες μέθοδοι που χρησιμοποιούνται είναι η μέθοδος «όλο-μέρη-όλο» και η μέθοδος της «βαθμιαίας διδασκαλίας των μερών». Με την πρώτη μέθοδο, «όλο μέρη-όλο», γίνεται ένα συνδυασμός ολικής και αναλυτικής μεθόδου. Συγκεκριμένα, μια δραστηριότητα διδάσκεται αρχικά ολόκληρη. Στη συνέχεια διδάσκονται τα μέρη αυτής στα οποία οι μαθητές εξασκούνται και μετά γίνεται η εξάσκηση στο σύνολό της. Για παιδιά με γνωστικές δυσκολίες απαιτούνται μικρότερα μέρη, μεγαλύτερος αριθμός επαναλήψεων και πιο αργός ρυθμός.

Με τη μέθοδο της «βαθμιαίας διδασκαλίας των μερών», η οποία είναι παρόμοια με την αναλυτική ή άμεση διδασκαλία που περιγράφεται παρακάτω, διδάσκονται τα μέρη μιας δραστηριότητας (π.χ. ενός χορού) με τη σειρά και ενώνονται προοδευτικά. Έτσι, διδάσκεται το πρώτο μέρος, μετά το δεύτερο και στη συνέχεια επαναλαμβάνονται και τα δυο μαζί. Ακολουθεί το τρίτο μέρος και μετά γίνεται εξάσκηση και των τριών. Ο τρόπος αυτός συνεχίζεται μέχρι να ολοκληρωθεί η δραστηριότητα. Η μέθοδος αυτή μπορεί να εφαρμοστεί σε περιπτώσεις παιδιών τα οποία αδυνατούν να συνθέσουν πληροφορίες σε μια οργανωμένη ενότητα. ∆ίνει, επίσης, τη δυνατότητα προσαρμογής της διδακτικής ύλης στο ρυθμό μάθησης κάθε παιδιού.

Η αναλυτική μέθοδος ή άμεση διδασκαλία είναι μια συστηματική μέθοδος η οποία στηρίζεται στη συμπεριφορική θεωρία. Απαιτεί διάσπαση του διδακτικού αντικειμένου σε μικρότερα μέρη με ιεραρχημένη δυσκολία και στη συνέχεια διδασκαλία του κάθε μέρους με εξάσκηση των μαθητών.

Ο εκπαιδευτικός προεπιλέγει τους στόχους, χωρίζει την διδακτέα ύλη σε ενότητες (με λογική σειρά) και ελέγχει και αξιολογεί την πρόοδο του έργου προκειμένου να κάνει όποιες διορθώσεις χρειάζονται. Οι ασκήσεις είναι προσχεδιασμένες και ο μαθητής εξασκείται καθοδηγούμενος και με συνεχή ανατροφοδότηση. Μια τεχνική αυτού του είδους είναι η «ανάλυση έργου» (task analysis) την οποία θα περιγράψουμε παρακάτω.

Άλλες διδακτικές τεχνικές είναι η εξήγηση-επίδειξη, η καθοδηγούμενη εφευρετικότητα και η λύση προβλήματος.

Με την μέθοδο εξήγηση-επίδειξη μόνο ορισμένα παιδιά από τον πληθυσμό των παιδιών με γνωστικές δυσκολίες μπορούν να ευεργετηθούν. Τα περισσότερα παιδιά χρειάζονται επιπλέον οδηγίες και προσαρμογές.

Στην καθοδηγούμενη εφευρετικότητα ο μαθητής οδηγείται μέσα από μικρές, συνεχόμενες ανακαλύψεις προς έναν επιλεγμένο στόχο (Moston, 1972). Ο εκπαιδευτικός έχει το ρόλο του βοηθού καθοδηγώντας τον μαθητή στην ανακάλυψη ενός προκαθορισμένου «άγνωστου» στόχου. Οργανώνει και απλοποιεί την εργασία έτσι ώστε ο μαθητής να φθάνει στο στόχο συμμετέχοντας ο ίδιος ενεργητικά με δική του στρατηγική. Η μέθοδος αυτή είναι αποτελεσματική σε περιπτώσεις παιδιών που έχουν ενσωματωθεί στο μάθημα Φυσικής Αγωγής όπου οι μαθητές βρίσκουν τον καλύτερο τρόπο για να προσαρμόσουν ένα παιχνίδι ή μια δραστηριότητα που θα εξασφαλίσει μεγαλύτερη και δικαιότερη συμμετοχή όλων. Παιδιά με αναπτυξιακές διαταραχές, εκτός αυτών με σοβαρές γνωστικές δυσκολίες, μπορούν να ευεργετηθούν με τη μέθοδο αυτή.

Η μέθοδος λύση προβλήματος παρέχει την ελευθερία στον μαθητή να αναζητήσει τρόπους (λύσεις) για να εκτελέσει μια συγκεκριμένη οδηγία. Η οδηγία περιέχει το μήνυμα, δηλαδή, «τι» πρέπει να κάνει ο μαθητής αλλά όχι τον τρόπο με τον οποίο θα το εκτελέσει. Το «πως» είναι δικό του θέμα. Για παράδειγμα, στη μετακίνηση από ένα σημείο στο άλλο μπορεί να χρησιμοποιήσει όποιον τρόπο θέλει (τρέξιμο, πλάγια βήματα, κ.ο.κ.).

Ο μαθητής μπορεί να χρησιμοποιήσει τις γνώσεις του, τη φαντασία του και, χωρίς το άγχος του ανταγωνισμού, έχει την ικανοποίηση της προσωπικής επιτυχίας. Παιδιά με αντιληπτικές διαταραχές, μικρή διάρκεια προσοχής, φτωχή εικόνα του σώματος, φτωχή αυτό-εκτίμηση, δυσκολία απομνημόνευσης, μη ανοχή στον ανταγωνισμό ή και άλλες διαταραχές, μπορούν να ευεργετηθούν με τη μέθοδο αυτή.

Ανάλυση έργου (task analysis)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ένα από τα πιο κατάλληλα και ευρέως χρησιμοποιούμενα διδακτικά μοντέλα για μαθητές με αναπτυξιακές διαταραχές, ιδιαίτερα με σοβαρή και μέτρια νοητική καθυστέρηση, μαθησιακές δυσκολίες ή και άλλες διαταραχές θεωρείται η ανάλυση έργου (task analysis).

Κύριο χαρακτηριστικό του είναι η ανάλυση του διδακτικού αντικειμένου στόχου σε επιμέρους τμήματα (στόχους) με αυξάνουσα (ή αναπτυξιακή) δυσκολία και η διδασκαλία αυτών βήμα-βήμα.

Για την επιτυχή ανάλυση ενός στόχου απαιτούνται πρώτα οι εξής ενέργειες:

  1. Καθορισμός του επιπέδου στο οποίο βρίσκεται ο μαθητής όπως προκύπτει από την αξιολόγηση
  2. Προσδιορισμός του στόχου (δηλ. της συμπεριφοράς που αναμένεται από τον μαθητή) με ακρίβεια και σαφήνεια
  3. Προσδιορισμός προαπαιτουμένων ικανοτήτων ή δεξιοτήτων (εάν χρειάζονται)
  4. Ιεράρχηση των βημάτων έτσι ώστε το προηγούμενο να οδηγεί στο επόμενο (ο βαθμός δυσκολίας και οι δυνατότητες του μαθητή προσδιορίζουν τον βαθμό ανάλυσης και την ιεράρχηση των βημάτων)
  5. Η κατάκτηση του κάθε επιμέρους στόχου να είναι επιτυχής και να παρέχει ικανοποίηση στον μαθητή

ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΙΣΜΟΣ ΣΤΗΝ ΠΡΟΣΑΡΜΟΣΜΕΝΗ ΚΙΝΗΤΙΚΗ ΑΓΩΓΗ[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ένας σωστός προγραμματισμός κινητικών δραστηριοτήτων πρέπει να αποτελείται από τα παρακάτω μέρη:

  1. Αξιολόγηση. Πριν από το σχεδιασμό οποιουδήποτε προγράμματος, πρέπει να γίνει αξιολόγηση του μαθητή και συλλογή όσο το δυνατόν περισσοτέρων πληροφοριών. Πηγές πληροφόρησης είναι οι άλλοι εκπαιδευτικοί, ο/η ψυχολόγος, ο/η κοινωνικός λειτουργός και η οικογένεια.
  2. Σχεδιασμός εξατομικευμένου προγράμματος - επιλογή των διδακτικών αντικειμένων – στόχων σύμφωνα με τα αποτελέσματα της αξιολόγησης
  3. Επιλογή ύλης. Η επιλογή γίνεται από τις ενότητες που περιγράφονται στο κεφάλαιο «ΤΟΜΕΙΣ ΕΜΦΑΣΗΣ ∆Ι∆ΑΚΤΙΚΩΝ ΕΝΕΡΓΕΙΩΝ ΣΤΗΝ ΠΚΑ» Όταν επιλέγεται μία ενότητα δεν αποκλείεται μια άλλη. Απαιτείται ιεράρχηση των αναγκών και στη συνέχεια επιλογή των κατάλληλων διδακτικών αντικειμένων.
  4. Επαναξιολόγηση για τον έλεγχο της προόδου και των διδακτικών ενεργειών.