Ποταμός Ντράα

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Συντεταγμένες: 30°54′44″N 6°45′35″W / 30.91222°N 6.75972°W / 30.91222; -6.75972

Ποταμός Ντράα
Draa River.jpg
Άποψη του ποταμού Ντράα μεταξύ Ζαγκορά και Τινερχίρ
ΕκβολέςΑτλαντικός Ωκεανός
Μήκος1 100 χιλιόμετρο

Ο Ντράα (βερβερικές γλώσσες: ⴰⵙⵉⴼ ⴻⵏ ⴷⵔⴰ, μαροκινά αραβικά: واد درعة) είναι ο μεγαλύτερος ποταμός του Μαρόκου, με μήκος 1.100 χιλιόμετρα. Σχηματίζεται από τη συμβολή των ποταμών Νταντές και του Ιμινί. Ρέει από τα όρη του Άτλαντα, αρχικά νοτιοανατολικά προς το Ταγκουνίτ, και από το Ταγκουνίτ κυρίως δυτικά προς την εκβολή του στον Ατλαντικό Ωκεανό βόρεια του Ταν-Ταν. Το 1971, κατασκευάστηκε το φράγμα (Ελ) Μανσούρ Ενταχαμπί για να εξυπηρετήσει την περιφερειακή πρωτεύουσα Ουαρζαζάτ και να ρυθμίσει τη ροή του Ντράα. Το μεγαλύτερο μέρος του χρόνου ο Ντράα μετά το Ταγκουνίτ είναι ξηρός.

Το νερό του Ντράα χρησιμοποιείται για την άρδευση φοινίκων και μικρών αγροκτημάτων κατά μήκος του ποταμού. Οι κάτοικοι του Ντράα ονομάζονται Ντραουά στα αραβικά και Ιντραουίν στα Σιλχά. Ο πιο γνωστός Ντραουί αναμφίβολα είναι ο σουλτάνος Μοχάμεντ ας-Σεΐχ (1490–1557). Εκτός της περιοχής του Ντράα η ονομασία αυτή χρησιμοποιείται ως επί το πλείστον για τους σκουρόχρωμους λαούς του Ντράα, οι οποίοι αποτελούν το μεγαλύτερο μέρος των κατοίκων της περιοχής.

Στο πρώτο μισό του 20ού αιώνα, το χαμηλότερο τμήμα του Ντράα σήμαινε τα σύνορα μεταξύ του γαλλικού προτεκτοράτου του Μαρόκου και της περιοχής υπό ισπανική κυριαρχία.

Περίπου 225.000 άνθρωποι ζουν στην κοιλάδα του Ντράα, η οποία καλύπτει 23.000 τετραγωνικά χιλιόμετρα. Η κοιλάδα αντιστοιχεί με την επαρχία Ζαγκορά, η οποία δημιουργήθηκε το 1997, στην περιοχή Σους-Μασά-Ντράα. Στην επαρχία υπάρχουν 23 χωριά και δύο πόλεις: η Ζαγκορά και η Αγκτζ. Το χωριό Ταμεγκρούτ, κοντά στη Ζαγκορά, είναι γνωστό για τους Ζαουία.

Η κοιλάδα περιέχει τους σχηματισμούς Φεζουατά, οι οποίοι είναι σχιστολιθικά κοιτάσματα τα οποία χρονολογούνται από την Ορδοβίκια περίοδο, καλύπτοντας ένα σημαντικό παράθυρο συντήρησης μεταξύ του κοινού καμβριακού Λάγκερστατε και της σχιστολιθικής γραμμής των τελών της Ορδοβικίου περιόδου.[1] Στην απολιθωμένη πανίδα υπήρχαν πολλοί οργανισμοί που προηγουμένως πιστεύονταν ότι είχαν εξαφανιστεί μετά τα μέσα της Κάμβριας περιόδου.[2]

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Προϊστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η προϊστορία της κοιλάδας του Ντράα χρονολογείται πριν από χιλιάδες χρόνια, όπως αποδεικνύεται από τις πολλές βραχογραφίες, χαρακτικά, ή πετρογλυφικά στο περιβάλλον και πάνω απ' όλα από την ανακάλυψη της Αφροδίτης του Ταν-Ταν. Αυτό το άγαλμα είναι πιθανώς το παλαιότερο ανθρώπινο ειδώλιο που βρέθηκε ποτέ. Χρονολογείται πάνω από τριακόσιες χιλιάδες χρόνια.[3] Έχουν βρεθεί βραχογραφίες και χαρακτικά από όλες τις κύριες περιόδους της προϊστορίας. Οι Φουμ Σενά (Τινζουλίν), Αΐτ Ουααζίκ (Ασγκίν Ταρνά, Ταζαρίν) και Τιουριρίν ε Τισγκινίν (Ζαγκορά) είναι από τις πιο γνωστές τοποθεσίες στην περιοχή του Ντράα. Στο Ιγκίρ Ν'τιντρί μεταξύ Ταγκουνίτ και Μχαμίντ αλ-Γκιζλάν βρίσκεται η νεκρόπολη του Φουμ Λαρζάμ. Η νεκρόπολη είναι η μεγαλύτερη της Βόρειας Αφρικής και αποτελείται από αρκετά χιλιόμετρα τύμβων και χρονολογείται από τους προϊστορικούς χρόνους.

Πριν το 1054[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι πρώτοι κάτοικοι της κοιλάδας του ποταμού Ντράα ήταν οι Χαρατίν, οι οποίοι ονομαζόταν επίσης ντράουι στο Μαρόκο, κατά τη διάρκεια της ρωμαϊκής κατάκτησης της Μαυριτανίας. Η βερβερική φυλή Γκοντάλα κατέφυγε στα νότια και υποδούλωσε τους αυτόχθονες Χαρατίν.[4][5][6].

Η πρώτη αναφορά στον ποταμό Ντράα κατά τους ιστορικούς χρόνους προέρχεται από τον Άννωνα, έναν θαλασσοπόρο από την Καρχηδόνα (που έζησε γύρω στο 550 π.Χ.), ο οποίος ξεκίνησε για μια αποστολή να ιδρύσει μια αποικία στη δυτική ακτή της Αφρικής. Το καρχηδονιακό κείμενο της καταγραφής αυτού του ταξιδιού (γνωστό ως Περίπλους) ήταν χαραγμένο στο Ναό του Χρόνου (Μπαάλ Χαμόν) στην Καρχηδόνα. Υπάρχει μόνο μια ελληνική εκδοχή, που χρονολογείται ίσως στον 3ο αιώνα π.Χ..

Ο ποταμός Ντράα ήταν επίσης γνωστός στους αρχαίους Ρωμαίους. Βρίσκεται στον πρώτο παγκόσμιο χάρτη της ιστορίας του Πτολεμαίου (90-168 μ.Χ.).

Όταν το 680 ο Ουκμπά ιμπν Ναφί, κυβερνήτης της Ιφρικίγια μετέβη στο Μαρόκο με τον αραβικό στρατό του, και πολέμησε τους Μασμουντά, φυλή των βουνών του Άτλαντα, αυτοί στη συνέχεια κατέφυγαν στην κοιλάδα του ποταμού Ντράα. Ο Ουκμπά τους κυνήγησε και πραγματοποίησε μια συντριπτική νίκη. Ο Ουκμπά συνέχισε την κατάκτησή του στον Ατλαντικό Ωκεανό, αλλά κατά την επιστροφή του στην Καϋραουάν, ηττήθηκε και σκοτώθηκε. Στη συνέχεια, μέρος της κοιλάδας του ποταμού Ντράα κατοικήθηκε από τη φυλή των Μανσουφά. Η πόλη τους σε αυτήν την περιοχή ονομάστηκε Τιγιουμετίν (σύγχρονο Ταγκουνίτ). Από αυτήν την περίοδο μέχρι σήμερα επιβεβαιώνεται και η παρουσία εβραϊκών ομάδων στην κοιλάδα του Ντράα. Τα Μπενί Σμπιχ και Μπενί Χαγιούν είναι χωριά με κατοίκους εβραϊκής καταγωγής.[7]

Αλμοραβίδες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο ποταμός Ντράα

Τέσσερις αιώνες αργότερα, το 1053/54, οι Αλμοραβίδες ξεκίνησαν την πορεία τους στο κεντρικό Μαρόκο. Η πρώτη τους εκστρατεία ήταν στην κοιλάδα του ποταμού Ντράα. Η εξουσία στην κοιλάδα βρισκόταν, όπως και στην πόλη Σιζιλμασά, για περίπου 50 χρόνια στα χέρια των Μαγκραουά (κλάδος των Ζενατά). Αφού οι Αλμοραβίδες είχαν κατακτήσει την περιοχή του Ντράα και τη Σιτζιλμασά, συνέχισαν να κατακτούν το Ανταγκουάστ στο νότιο άκρο της διασαχαριανής διαδρομής. Ο Γιουσούφ ιμπν Τασφίν ανέλαβε τη διοίκηση του Βόρειου Μαρόκου, ενώ ο Αμπού Μπακρ ιμπν Ουμάρ ήταν αρχηγός στη Σαχάρα, το Ταφιλάλτ και του Ντράα. Σήμερα τα ερείπια ενός φρουρίου των Αλμοραβιδών εξακολουθούν να φαίνονται στην κορυφή του λόφου της Ζαγκορά.[8] Υπάρχουν ακόμη πληθυσμιακές ομάδες στην κοιλάδα του Ντράα που ισχυρίζονται ότι είναι απόγονοι των Αλμοραβιδών. Αυτή η ενσωμάτωση στην αυτοκρατορία των Αλμοραβιδών ήταν επίσης η πρώτη ενσωμάτωση της κοιλάδας του Ντράα σε ολόκληρο το Μαρόκο.

Πολλές φορές, ωστόσο, η κοιλάδα του Ντράα ήταν λίκνο της επανάστασης και διαφωνίας. Το 1255 οι Μπενί Χασάν (Μακίλ Άραβες) εισέβαλαν στην κοιλάδα. Οι Μακίλ χρησιμοποιήθηκαν γρήγορα από τις κυρίαρχες βερβερικές δυναστείες. Στην ύπαιθρο, ωστόσο, υπήρχαν έντονες αναταραχές, προκαλώντας καταστροφή σε πολλούς καθιστικούς αγρότες. Η κυριαρχία του Μακίλ στο νότο διήρκεσε μέχρι τα μέσα του 14ου αιώνα, όταν ένα μεγάλο μέρος τους μετακινήθηκε πιο βόρεια και πολλοί Βέρβεροι κάτοικοι επέστρεψαν. Άλλοι όπως οι Ρόχα, Ουλαντ Γιαχία και Ουλέντ Μαλέκ (που εξακολουθούν να είναι μέρος του πληθυσμού), που έφτασαν αργότερα στην κοιλάδα του Ντράα, έμειναν εκεί και συνέχισαν τον αγώνα για την κυριαρχία της περιοχής. Τον 15ο αιώνα συνεχίστηκε η διαμάχη μεταξύ Αράβων και Βέρβερων.

Σααντί[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Την περίοδο αυτή, στην περιοχή κατοικούσαν πολλές σημαντικές θρησκευτικές μορφές και ζαουία. Ο Ντράα έγινε μέρος του κινήματος μαραμπού ενάντια στους Πορτογάλους που είχαν καταλάβει πολλές πόλεις στις ακτές του Ατλαντικού. Ο Ντράα αποτέλεσε σημαντική καμπή στην ιστορία του Μαρόκου με την άνοδο της δυναστείας των Σααντί ή Μπανί Ζαϊντάν όπως ήταν το αρχικό τους όνομα. Το λίκνο τους βρισκόταν στην κοιλάδα του Ντράα στο Ταγκμαντέρτ, στο σημερινό διαμέρισμα Φεζουατά μεταξύ Ζαγκορά και Ταμεγκρούτ. Αν και εξακολουθεί να υπάρχει ένα χωριό που με την ονομασία Τιμιντέρτ, ορισμένοι ιστορικοί πιστεύουν ότι το Ταγκμαντέρτ βρισκόταν στο σημερινό Αμεζρού, ένα χωριό δίπλα στη Ζαγκορά. Χάρη στη δυναστεία Σααντί, ο Ντράα έπαιξε σημαντικό ρόλο στην ιστορία του Μαρόκου και της Σαχάρας κατά τον 16ο αιώνα. Στα μέσα αυτού του αιώνα η δυναστεία των Σααντί βρισκόταν στην ακμή της εξουσίας της. Εκείνη την εποχή η ανάγκη για χρυσό αυξανόταν και ο σουλτάνος Αχμάντ αλ-Μανσούρ αποφάσισε να αναλάβει την κατάκτηση του Σουδάν το 1590. Σύμφωνα με ορισμένες πηγές, αυτή η κατάκτηση έγινε λόγω των γεγονότων του 1545, όταν υπό τη βασιλεία του Μοχάμεντ ας-Σεΐχ οι οπωρώνες των φοινίκων των Κτάουα στον Ντράα καταλήφθηκαν από τους Τουαρέγκ Ουλμιντέν, οι οποίοι στάλθηκαν από τον Ισάκ Α΄, βασιλιά του Σουδάν. Η εκστρατεία για την κατάκτηση του Σουδάν ξεκίνησε στην Κτάουα, στην κοιλάδα του Ντράα. Το 1591 τα στρατεύματα συγκεντρώθηκαν και συνέλεξαν τροφή για να διασχίσουν την έρημο. Μετά τις στρατιωτικές επιχειρήσεις φαίνεται ότι το διασαχαριανό εμπόριο με το Σουδάν εντάθηκε. Στις φυτείες χουορμάδων του Μ'Χαμίντ μεταξύ των κσαρ Μπουνύ και κσαρ Ταλχά. Στην περιοχή βρισκόταν το παλιό «τελωνείο» όπου έφτανε η σκόνη χρυσού από το Σουδάν. Εκεί κοβόταν τα χρυσά νομίσματα για να σταλούν στο Μαρακές. Με την παρακμή της δυναστείας Σααντί, ειδικά μετά τον θάνατο του Αχμάντ αλ-Μανσούρ το 1603, ο Ντράα επέστρεψε στην αναρχία.[9]

Αλαουίτες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Χάρτης του Νότιου Μαρόκου, 1705, από τον Νικολάς Σανσόν (Επαρχία Νταρχά/Ντράα με ροζ απεικόνιση στη μέση του χάρτη)

Κατά τη διάρκεια του 17ου αιώνα η δυναστεία των Αλαουιτών κατάφερε να εδραιώσει την εξουσία της στην κοιλάδα. Κατέκτησαν την κοιλάδα του Ντράα το 1642 όπου, όπως και οι προκάτοχοί τους, κατασκεύασαν πολλά κσουρ. Κυριάρχησαν με στρατιωτική ισχύ και η έδρα τους δε βρίσκεται πλέον στο Ταγκμαντέρτ, αλλά στο ντ'Αγκλάν, περίπου 20 χλμ. βόρεια της Ζαγκορά. Η Αμεζρού, ωστόσο, γίνεται έδρα του κυβερνήτη. Αργότερα τον 17ο αιώνα, ο Μουλάι Ισμαήλ Ιμπν Σαρίφ έστειλε τον γιο του να μείνει στους Μπενί Ζουλί και επίσης στους ζαουία Νασρίγια of Ταμεγκρούτ το 1675/76. Μια στρατιωτική εκστρατεία που έστειλε ο Μουλάι Ισμαήλ Ιμπν Σαρίφ για να καταστείλει μια εξέγερση στη Μχαμίντ Γκουζλάν, ηγήθηκε από έναν Άγγλο με το όνομα Τόμας Πέλοου, ο οποίος πέρασε 23 χρόνια στο Μαρόκο. Ο Πέλοου έγραψε βιβλίο με περιγραφή των εμπειριών του.[10]

Στους δύο επόμενους αιώνες ο Ντράα παρέμεινε το αντικείμενο των μαχών μεταξύ φιλοπόλεμων (νομαδικών) φυλών. Οι πηγές δεν ασχολήθηκαν με τον καθιστικό πληθυσμό για να δώσουν μια πλήρη εικόνα της ιστορίας και της εξέλιξής του. Οι αξιωματικοί των αποικιστών Γάλλων ενδιαφέρθηκαν σχεδόν αποκλειστικά για τη γειτονική αντιστασιακή φυλή των Αΐτ Αττά και παραμέλησαν τους Κτάουα του Ντράα. Είναι πιθανό, ωστόσο, ότι κατά τη διάρκεια αυτών των τελευταίων αιώνων οι νομαδικές φυλές στην κοιλάδα του Ντράα ενσωματώθηκαν με τις νομαδικές. Περίπου το 1800 η ασφάλεια αυτών των κσουρ απειλήθηκε από Άραβες νομάδες. Το κόστος που κατέβαλαν οι καθιστικές φυλές για την προστασία τους ήταν μέρος της γης τους. Αυτή η μέθοδος ήταν συνηθισμένη σε πολλά μέρη της κοιλάδας. Μεγάλο μέρος της ιστορίας της κοιλάδας του Ντράα χαρακτηρίζεται από τον πόλεμο μεταξύ διαφορετικών φυλών και κυρίως από τα εγκλήματα που διέπραξαν αυτές οι φυλές κατά του τοπικού πληθυσμού του Ντράα.

20ός αιώνας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Με την έλευση των Γκλάουα στις αρχές του 20ού αιώνα η κυριαρχία πολλών από τα κσούρ από τους νομάδες έφτασε στο τέλος της. Αργότερα τη δεκαετία του 1930 ο γαλλικός αποικισμός αργά, αλλά ολοκληρωτικά, έδωσε τέλος στη νομαδική επιρροή και οι κοινωνικές δομές άλλαξαν ριζικά.

Γεωργία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο ποταμός Ντράα υποστηρίζει ελαφριά γεωργία, συμπεριλαμβανομένης της καλλιέργειας ροδιών και χουορμαδιών.

Η κοιλάδα του Ντράα είναι διάσημη ως ο οπωρώνας χουρμάδων του Μαρόκου. Καλλιεργούνται περισσότερες από 18 ποικιλίες. Τα οπωροφόρα δέντρα και τα λαχανικά είναι οι κύριες καλλιέργειες, αλλά η χέννα είναι επίσης ένα πολύ γνωστό προϊόν της περιοχής. Οι σεγκιά (μικρά κανάλια) μεταφέρουν το νερό από τον ποταμό στα χωράφια. Όπως και μερικές άλλες αρχαίες βερβερικές οάσεις στη Βόρεια Αφρική (Σίβα, Κούφρα, Ουάργκλα), η κοιλάδα του Ντράα ήταν γνωστή για το κατάρα, ένα εξελιγμένο σύστημα υπόγειων αρδευτικών καναλιών.

Γλώσσα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Δύο γλώσσες ομιλούνται στην περιοχή: μια τοπική διάλεκτος της καθομιλουμένης αραβικής η οποία είναι στενά συνδεδεμένη με τη Χασανίγια και τη Σιλχά και η Τασελχίτ, μια βερβερική γλώσσα.

Εξερεύνηση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Ντράα έχει προσελκύσει την προσοχή ορισμένων σημαντικών εξερευνητών, συμπεριλαμβανομένου του Γάλλου Σαρλ ντε Φουκώ, ο οποίος ταξίδεψε σε όλο το Μαρόκο μεταμφιεσμένος ως Εβραίος έμπορος τη δεκαετία του 1800, του Τζέφρι Τέιλερ που έγραψε ένα βιβλίο για τις εμπειρίες του και πιο πρόσφατα της Σκωτσέζας τυχοδιώκτριας, Άλις Μόρισον η οποία έγινε η πρώτη γυναίκα που περπάτησε σε όλο το μήκος του Ντράα το 2019.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Van Roy, P.; Orr, P. J.; Botting, J. P.; Muir, L. A.; Vinther, J.; Lefebvre, B.; Hariri, K. E.; Briggs, D. E. G. (2010). «Ordovician faunas of Burgess Shale type». Nature 465 (7295): 215–8. doi:10.1038/nature09038. PMID 20463737. Bibcode2010Natur.465..215V. 
  2. Gill, Victoria (13 Μαΐου 2010). «BBC News - Fossil find resolves ancient extinction mystery». BBC Online. British Broadcasting Corporation. Ανακτήθηκε στις 15 Μαΐου 2020. 
  3. M.D, Deepak Chopra (2019). Metahuman: Unleashing Your Infinite Potential. New York: Potter/Ten Speed/Harmony/Rodale. σελ. 66. ISBN 978-1-5247-6298-8. 
  4. Ennaji, Mohammed (1999). Serving the Master: Slavery and Society in Nineteenth-century Morocco. Macmillan. σελ. 62. ISBN 978-0-333-75477-1. 
  5. Hsain Ilahiane (1998). The Power of the Dagger, the Seeds of the Koran, and the Sweat of the Ploughman: Ethnic Stratification and Agricultural Intensification in the Ziz Valley, Southeast Morocco. University of Arizona. σελ. 107. 
  6. Chouki El Hamel (27 Φεβρουαρίου 2014). Black Morocco: A History of Slavery, Race, and Islam. Cambridge University Press. σελίδες 111–112. ISBN 978-1-139-62004-8. 
  7. D. Jacques Meunié « Le Maroc Saharien des origines au XVIe siècle » Librairie Klincksieck, 1982, σσ. 175-187.
  8. Allain (Ch) & Meunie (J.), La fortress almoravide de Zagora, Hespéris, 1956, vol. xliii, fasc. 2, σσ. 305-325.
  9. Syed, Muzaffar Husain; Akhtar, Syed Saud (2011). Concise History of Islam. New Delhi: Vij Books India Pvt Ltd. σελ. 150. ISBN 978-93-82573-47-0. 
  10. Berzock, Kathleen Bickford (2019). Caravans of Gold, Fragments in Time: Art, Culture, and Exchange Across Medieval Saharan Africa. Princeton: Princeton University Press. σελ. 118. ISBN 978-0-691-18268-1. 

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Bahani, A., La nouba d'eau et son évolution dans les palmeraies du Draa Moyen du Maroc: CERES. Les oasis du Maghreb, Tunis: σσ. 107–126, 1994
  • Philip Curtin (επιμ.), African History, London: Longman, 1988
  • M. Elfasi (επιμ.), General History of Africa III, Africa from the Seventh to the 11th century, UNESCO, 1988
  • Charles de Foucauld, Reconnaissance au Maroc, 1888, 1 vol. in -4 and atlas
  • Hammoudi, A., Substance and Relation: Water Rights and Water Distribution in the Dra Valley. In: Mayer, A.E. (επιμ.), Property, Social Structure, and law in the Modern Middle East. New York: σσ. 27–57, 1985
  • Marmol Caravajal, Africa, 1667 3 vol. in 4
  • Thomas Pellow; Josephine Grieder, The History of the long captivity and adventures of Thomas Pellow, in South-Barbary (ISBN 0-8240-0583-X)
  • W.D. Seiwert (επιμ.), Maurische Chronik, München: Trickster Verlag, 1988
  • Jacques-Meunié, D., Le Maroc Saharien, des origines à 1670. Thèse d'État. 2 tomes, Librairie Klincksieck, Paris, 1982
  • G. Spillmann, Villes et Tribus du Maroc τόμ. IX, Tribus Berbères Tome II, Districts et Tribus de la Haute Vallée du Dra, Paris, 1931
  • Jeffrey Tayler, Valley of the Casbahs, 2004
  • Ahmed Zainabi, La Vallée du Dra: Développement Alternatif et Action Communautaire, 2001

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]