Ποτάμιες διαδρομές της Σιβηρίας

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Χάρτης με τις ποτάμιες διαδρομές της Σιβηρίας

Οι ποτάμιες διαδρομές της Σιβηρίας αποτελούσαν τους βασικούς δρόμους επικοινωνίας στη Ρωσική Σιβηρία πριν τη δεκαετία του 1730, οπόταν κι άρχισαν να χτίζονται δρόμοι. Οι ποταμοί ήταν επίσης πρωταρχικής σημασίας στη διαδικασία της Ρωσικής εξερεύνησης και του αποικισμού τεράστιων περιοχών της Σιβηρίας. Από τη στιγμή που και οι τρεις μεγάλοι ποταμοί της Σιβηρίας, Ομπ, Γενισέι και Λένας, εκβάλλουν βόρεια στον Αρκτικό ωκεανό, το πρόβλημα ήταν να βρεθούν κομμάτια ή κλάδοι αυτών των ποταμών που έρρεαν κάπως ανατολικά-δυτικά και σύντομες διαβάσεις μεταξύ τους για τη μεταφορά των βαρκών ή των προϊόντων τους από τον έναν κλάδο στον άλλο. Δεδομένου πως η Σιβηρία είναι σχετικά επίπεδη, αυτές οι διαβάσεις ήταν συνήθως σύντομες. Λόγω αυτού, και της αδυναμίας των φυλών της Σιβηρίας, οι Ρώσοι Κοζάκοι μπόρεσαν να επεκταθούν από τα Ουράλια μέχρι τον Ειρηνικό σε μόλις 57 χρόνια (1582-1639).

Νότια διαδρομή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι αποστάσεις είναι ευθείες γραμμές και κατά προσέγγιση μόνο, αφού οι ποταμοί της Σιβηρίας είναι αρκετά στραβοί. Οι ημερομηνίες συνήθως αναφέρονται στην ίδρυση του πρώτου Ρωσικού οικισμού.

Πάνω από τα Ουράλια: Η διαδρομή ξεκινούσε από τον ποταμό Βόλγα προς τα πάνω, στον ποταμό Κάμα, κι έφτανε στην πόλη Περμ (1472), ενώ έπειτα συνέχιζε προς τα πάνω στους ποταμούς Τσούσοβαγια ή Βισέρα (ποτάμιος δρόμος Τσερντίν). Σε αυτό το σημείο τα Ουράλια έχουν περίπου 350 μέτρα ύψος, περίπου 150 μέτρα πάνω από τον περιβάλλοντα κάμπο. Προς τα κάτω, είτε μέσω του ποταμού Τάβντα ή του ποταμού Τούρα κι ενός σύντομου περάσματος στον ποταμό Τομπόλ, έφταναν στη συμβολή με τον ποταμό Ιρτίς στην πόλη Τομπόλσκ (1582). Αυτή ήταν περίπου η διαδρομή που χρησιμοποιούσε ο Γερμάκ Τιμοφέγιεβιτς. Η Τομπόλσκ βρίσκεται περίπου 700 χιλιόμετρα ανατολικά της Περμ και 1800 χιλιόμετρα ανατολικά της Μόσχας.

Η διαδρομή Μπαμπίνοφ ήταν η πρώτη χερσαία διαδρομή κατά μήκος των Ουραλίων, η οποία καθιερώθηκε στα τέλη της δεκαετίας του 1590 από τον Αρτέμι Μπαμπίνοφ. Το 1598, κατά μήκος αυτής της διαδρομής, ιδρύθηκε η πόλη Βερχοτούριε ως πύλη προς τη Σιβηρία.

Ο δρόμος της Σιβηρίας, ένας δρόμος που ξεκίνησε να κατασκευάζεται τη δεκαετία του 1730, εκτεινόταν νοτιοανατολικά από την Περμ στην Κουνγκούρ, κι έπειτα συνέχιζε προς ένα άλλο χαμηλό πέρασμα στις πόλεις Γεκατερίνμπουργκ (1723) και Τομπόλσκ. Μέχρι το 1885 υπήρχε μία σιδηροδρομική γραμμή από την Περμ προς την Γεκατερίνμπουργκ. Ένας άλλος κλάδος του υπερσιβηρικού σιδηροδρόμου (1891) εκτείνεται νότια των Ουραλίων μέσω των πόλεων Τσελιάμπινσκ (1736), Ομσκ (1716) και Νοβοσιμπίρσκ (1893).

Λεκανοπέδιο Ομπ: Κοντά στην Τομπόλσκ βρισκόταν η πρωτεύουσα του Χανάτου της Σιβηρίας, το οποίο κατακτήθηκε το 1582. Η διαδρομή ξεκινούσε βόρεια προς τα κάτω του ποταμού Ιρτίς, έφτανε στη συμβολή με τον ποταμό Ομπ κι έπειτα συνέχιζε 750 χιλιόμετρα προς τα πάνω του Ομπ προς το χωριό Ναρίμ (1594) και προχωρούσε στον ποταμό Κετ (1602), περίπου 300 χιλιόμετρα προς την πηγή του. Εδώ, μία διάβαση οδηγούσε στον ποταμό Γενισέι και στην πόλη Γενισέισκ (1619). Η Γενισέισκ βρίσκεται περίπου 1400 χιλιόμετρα από την Τομπόλσκ και 3200 χιλιόμετρα από τη Μόσχα. Μία εναλλακτική διαδρομή αποτελούσε αυτή μέσω του ποταμού Βακ, η οποία ξεκινούσε περίπου 450 χιλιόμετρα προς πάνω του Ομπ, μετά τη συμβολή του με τον ποταμό Ιρτίς. Προχωρώντας 500 χιλιόμετρα προς τα πάνω του Βακ, έφτανες στη διάβαση του Σιμ και προχωρούσες προς τα κάτω προς τον Γενισέι, αντίθετα στο ρέμα προς τη Γενισέισκ.

Γενισέι και λεκανοπέδια Λένα: Η πόλη Γενισέισκ βρίσκεται πάνω στον ποταμό Γενισέι, μόλις βόρεια της συμβολής του με τον ποταμό Αγγαρά. Από τη Γενισέισκ, ανατολικά προς τα πάνω στον Αγγαρά με κατεύθυνση στον ποταμό Ιλίμ, αντίθετα στο ρεύμα, βρίσκεται η πόλη Ιλίμσκ (1630), η οποία αποτελεί διάβαση προς τον ποταμό Κούτα και σύντομο ταξίδι, ακολουθώντας το ρεύμα του ποταμού Λένα, προς την πόλη Ουστ-Κουτ (1631). Από εκεί, βορειοανατολικά κατεβαίνοντας τον Λένα περίπου 1400 χιλιόμετρα, είναι η πόλη Γιακούτσκ η οποία βρίσκεται 4900 χιλιόμετρα ανατολικά της Μόσχας. Η Γιακούτσκ αποτελεί μεγάλο σημείο στάσης για τους ταξιδιώτες και είναι επίσης διοικητικό κέντρο. Έπειτα, συνεχίζοντας 125 χιλιόμετρα προς τα κάτω του ποταμού Λένα βρίσκεται η συμβολή του με τον ποταμό Αλντάν, όπου ανεβαίνοντας τον Αλντάν έφτανες στο χωριό Ουστ-Μάγια. Από εκεί, είτε συνεχίζοντας το ανέβασμα στον Μάγια είτε μέσω του δεξιού του κλάδου, τον ποταμό Γιουντόμα, έφτανες στην Όχοτσκ.

Όχοτσκ: Η Όχοτσκ (ακτή 1639, πόλη 1647), στην οποία έφτανες μέσω των δύο προαναφερθέντων διαδρομών, βρίσκεται 800 χιλιόμετρα ανατολικά της Γιακούτσκ και 5600 χιλιόμετρα ανατολικά της Μόσχας. Εδώ χρησιμοποιούνταν ως ζώα μεταφοράς τα άλογα. Μετά το 1715, στην Όχοτσκ υπήρχαν εγκαταστάσεις ναυπηγικής βιομηχανίας, επιτρέποντας τα θαλάσσια ταξίδια προς τη χερσόνησο Καμτσάτκα, τα νησιά Κουρίλες και Αλεούτιες και την Αλάσκα.

Προς το Αμούρ: Από το 1643 μέχρι το 1689, οι Ρώσοι επιχείρησαν να διεισδύσουν από τον Λένα νότια προς την περιοχή του Αμούρ, αλλά απωθήθηκαν από τους Μαντσού (Ρωσο-Μαντσού συνοριακές συγκρούσεις). Από το 1689 μέχρι το 1859, τα Ρωσο-Κινεζικά σύνορα βρίσκονταν στον ποταμό Αργκούν και στην οροσειρά Στανοβόι. Το 1859, η Ρωσία προσάρτησε την περιοχή Αμούρ εισχωρώντας από τα δυτικά στις πόλεις Ουλάν Ουντέ (1666), Τσιτά (1653) και Νερτσίνσκ (1654), προς τον Αργκούν. Από το 1727, μεγάλο μέρος του Ρωσο-Κινεζικού εμπορίου μετατοπίστηκε στην πόλη Κιάτα, κοντά στο σημείο όπου ο ποταμός Σελένγκα διασχίζει τα σημερινά σύνορα Ρωσίας-Μογγολίας.

Βόρεια διαδρομή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Από τουλάχιστον τον 12ο αιώνα, οι Ρώσοι Πομόροι κυβέρνησαν τη Λευκή θάλασσα και τη θάλασσα Μπάρεντς. Κάποια στιγμή, εισήλθαν στον κόλπο του Ομπ ή μεταφέρθηκαν απέναντι διασχίζοντας τη χερσόνησο Γιαμάλ. Από τον κόλπο του Ομπ, ανεβαίνοντας στον κολπίσκο του Ταζ και τον ποταμό Ταζ, περνώντας τη Μανγκαζέγια (1901), έφταναν στη διάβαση προς το Γιάνοβ Σταν στον ποταμό Τουρουκάν. Αυτό οδηγούσε στην Τουρουσκάνσκ (1607), η οποία βρίσκεται πάνω στη συμβολή των ποταμών Γενισέι και Κάτω Τουνγκούσκα. Ανατολικά, ανεβαίνοντας τον Κάτω Τουνγκούσκα, στο σημείο όπου στρίβει νότια, μία διάβαση οδηγούσε στον ποταμό Χόνα, παραπόταμο του Βίλουι (η συμβολή αυτών των δύο ποταμών έχει σήμερα πλημμυρίσει, σχηματίζοντας τη λίμνη Βιλάισκου). Προχωρώντας ανατολικά του Βίλουι, έφτανες στον ποταμό Λένα, κι έπειτα ανεβαίνοντας τον Λένα, έφτανες στην πόλη Γιακούτσκ. Υπήρχε επίσης η δυνατότητα, αντί να κατέβεις προς τον Χόνα, να συνεχίσεις προς τα πάνω στον Κάτω Τουνγκούσκα για να φτάσεις κοντά στην πόλη Κίρενσκ (1630) (175 χιλιόμετρα βορειοανατολικά της Ουστ-Κουτ), και μέσω μίας σύντομης διάβασης να φτάσεις πάλι στον Λένα, όπου αυτή τη φορά κατεβαίνοντάς τον, να έφτανες πάλι στη Γιακούτσκ. Η Γιακούτσκ βρίσκεται περίπου 2400 χιλιόμετρα από την εκβολή του Ταζ. Μετά το 1700 περίπου, το μεγαλύτερο μέρος του εμπορίου μετατοπίστηκε νότια και έτσι η διαδρομή δυτικά της Τουρουσκάνσκ εγκαταλήφθηκε σε μεγάλο βαθμό.

Βορειοανατολικά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η βορειοανατολική διαδρομή ξεκινούσε από την εκβολή του ποταμού Λένα και προχωρούσε κατά μήκος της ακτής, προς την εκβολή του ποταμού Κολιμά. Από εκεί, ανεβαίνοντας τον ποταμό Μπολσόι Ανουί, έφτανες σε μία διάβαση που οδηγούσε στον ποταμό Άναντιρ, τον οποίο κατέβαινες προς τον οχυρωμένο οικισμό Αναντίρσκ (1650). Αν κάποιος το ήθελε, μπορούσε να συνεχίσει το κατέβασμα του Άναντιρ και να φτάσει στον Ειρηνικό, αλλά η περιοχή εκεί ήταν πολύ άγονη και δεν προσέλκυε ενδιαφέρον. Η περιοχή βορειοανατολικά αυτής της διαδρομής αποφευχόταν εξαιτίας της φιλοπόλεμης φυλής των Τσούκτσι που ζούσε εκεί. Περίπου 1700 Ρώσοι εισήλθαν από την Αναντίρσκ στη χερσόνησο Καμτσάτκα και αργότερα, έπλευσαν από εκεί προς την Όχοτσκ. Η απόσταση από τη Γιακούτσκ μέχρι τον Βερίγγειο πορθμό είναι 1800 χιλιόμετρα.

Νοτιοανατολικά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μετά την κατάκτηση της Άστραχαν το 1566, η Ρωσία επεκτάθηκε νοτιοανατολικά γύρω από τη νότια βάση των Ουράλιων. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα τον αυξανόμενο πολιτικό έλεγχο στις φυλές των Νογκάι, Καλμούκων και βόρειων Καζάχων και τον επακόλουθο, σε διάφορους βαθμούς, αποικισμό αγροτών. Μία άλλη διαδρομή ήταν προς τα νότια, ανεβαίνοντας τον ποταμό Ιρτίς προς την χώρα των Αλτάι (Σεμιπαλατίνσκ, 1718).

Σημασία των ποτάμιων διαδρομών[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εικόνα 1: Χάρτης που απεικονίζει τις ποτάμιες διαδρομές το 1773.

Η σημασία των ποτάμιων διαδρομών αποδεικνύεται από τον χάρτη στην Εικόνα 1, ο οποίος προέρχεται από έναν παγκόσμιο άτλαντα του 1773. Στον χάρτη εμφανίζεται μία συνεχής αλυσίδα κατοικημένων περιοχών (πιθανότατα μόνο χωριά, αλλά και η πόλη Ιλίμσκ) κατά μήκος των ποταμών Αγγαρά, Ιλίμ και Λένα. Αντίστοιχα, ένας σύγχρονος χάρτης θα απεικόνιζε μια αλυσίδα πόλεων κατά μήκος της πιο άμεσης σιδηροδρομικής διαδρομής από την πόλη Κρασνογιάρσκ προς την πόλη Ιρκούτσκ (όπου το 1773 δεν εμφανίζεται τίποτα), με μόνο μερικές πόλεις κοντά στον Αγγαρά, οι οποίες συνδέονται με σύγχρονα υδροηλεκτρικά φράγματα.

Εξασθένιση χρήσης ποτάμιων διαδρομών[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα νότια σύνορα της Σιβηρίας αντιστοιχούν στα όρια της δασικής στέπας. Η διείσδυση της Ρωσίας στην Ασία περιοριζόταν στη δασική ζώνη επειδή οι Κοζάκοι είχαν την ικανότητα να μετακινούνται μέσω των ποταμών και του δάσους, επειδή οι ιθαγενείς ήταν ελάχιστοι και αδύναμοι και επειδή η επέκτασή τους πληρώθηκε από το εμπόριο γούνας. Αντίθετα, στη στέπα υπήρξε μικρή προσπάθεια διείσδυσης. Η κατασκευή του δρόμου ξεκίνησε τη δεκαετία του 1730. Αν και πάντα υπήρχαν αγρότες στις περιοχές αυτές, ο μαζικός αποικισμός από αγρότες δεν ξεκίνησε μέχρι τη δεκαετία του 1860. Η κατασκευή του υπερσιβηρικού σιδηροδρόμου ξεκίνησε το 1891. Τον εικοστό αιώνα κατασκευάστηκαν υπερσιβηρικοί αυτοκινητόδρομοι, αλλά το κομμάτι της έκτασης βόρεια του Αμούρ δεν έχει ακόμα ολοκληρωθεί, καθώς όλη αυτή η ανάπτυξη πραγματοποιήθηκε όσο το δυνατόν πιο νότια. Ως αποτέλεσμα, οι Ρώσοι δημιούργησαν ένα σχέδιο μιας μακριάς στενής ζώνης κατά μήκος των νότιων συνόρων τους με μερικές επεκτάσεις προς τα βόρεια, κυρίως σε περιοχές όπου υπάρχουν ορυκτά. Οι ποταμοί εξακολουθούν να χρησιμοποιούνται, αλλά κυρίως για βόρειο-νότιες μεταφορές από και προς τον υπερσιβηρικό σιδηρόδρομο.

Δείτε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]