Πονς της Τρίπολης

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Πονς, κόμης της Τρίπολης
POns.jpg
Γενικές πληροφορίες
Γέννηση1096
Θάνατος25  Μαρτίου 1137
Αιτία θανάτουΈπεσε στο καθήκον
Πληροφορίες ασχολίας
Ιδιότητααριστοκράτης
Οικογένεια
ΣύζυγοςΣεσίλια της Γαλλίας (1112–1137)
ΤέκναΡαϋμόνδος Β΄ της Τρίπολης
Raimond II de Toulouse, Count of Tripoli[1]
ΓονείςΜπερτράν, κόμης της Τουλούζης και Χελίε της Βουργουνδίας
ΑδέλφιαGuy II of Ponthieu (ετεροθαλής αδελφός από μητέρα)
John I, Count of Alençon (ετεροθαλής αδελφός από μητέρα)
ΟικογένειαΟίκος της Τουλούζης
Commons page Σχετικά πολυμέσα

Ο Πονς της Τρίπολης, (Γαλλ. Pons, περί το 1098 - 25 Μαρτίου 1137) μέλος του Οίκου της Τουλούζης ήταν Κόμης της Τρίπολης (1112 - 1137). Ο Πονς ήταν γιος του Βερτράνδου της Τουλούζης και της Χελίε της Βουργουνδίας κόρης του Εύδη Α΄ της Βουργουνδίας. Την εποχή που πέθανε ο πατέρας του ήταν ακόμα ανήλικος (1112), έδωσε αμέσως όρκο υποτέλειας στον Βυζαντινό αυτοκράτορα Αλέξιο Α΄ Κομνηνό παρουσία Βυζαντινής αντιπροσωπείας. Οι σύμβουλοι του αυτοκράτορα τον έστειλαν να εκπαιδευτεί στην Αντιόχεια στην αυλή του πρίγκιπα Ταγκρέδου της Γαλιλαίας τερματίζοντας τις διαφορές ανάμεσα στα δύο Σταυροφορικά κράτη. Ο Ταγκρέδος παραχώρησε στον Πονς τέσσερα μεγάλα κάστρα στο Πριγκιπάτο της Αντιόχειας, οι δωρεές έδωσαν μεγαλύτερη αυτονομία στην Κομητεία της Τρίπολης. Ο Ταγκρέδος τακτοποίησε στο νεκροκρέβατο του τον γάμο ανάμεσα στον Πονς και την Σεσίλ της Γαλλίας κόρη του Φιλίππου Α΄ της Γαλλίας.

Ο διάδοχος του Ταγκρέδου Ρογήρος του Σαλέρνο και ο Πονς συμμάχησαν στα τέλη της δεκαετίας του 1110 εναντίον των Μουσουλμάνων. Ο Πονς αρνήθηκε στις αρχές του 1122 την υποταγή στον Βαλδουίνο Β΄ της Ιερουσαλήμ αλλά σύντομα μεσολάβησαν οι οπαδοί τους και έκλεισαν ειρήνη, ο Πονς ήταν ένας από τους αρχηγούς στην επιτυχή πολιορκία της Τύρου (1224). Στα τέλη του 1132 υποστήριξε την χήρα πριγκίπισσα Αλίκη της Αντιόχειας εναντίον του γαμπρού της Φούλκων της Ιερουσαλήμ αλλά ο Φούλκων απέκτησε τον έλεγχο στην Αντιόχεια. Την επόμενη χρονιά ο Πονς υπερασπίστηκε επιτυχώς την κομητεία από τον Ατάμπεη της Μοσούλης Ιμαντεντίν Ζενγκί με την υποστήριξη του Φούλκωνα. Ο Μαμελούκος Εμίρης της Δαμασκού επιτέθηκε τον Μάρτιο του 1137 στην Τρίπολη, ο Πονς δραπέτευσε στα βουνά αλλά οι ίδιοι οι χριστιανοί τον συνέλαβαν και τον παρέδωσαν στον Εμίρη που τον εκτέλεσε. Η Κομητεία της Τρίπολης γνώρισε σημαντική ανάπτυξη την εποχή που την κυβέρνησε ο Πονς.

Πρώτα χρόνια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Α΄ Σταυροφορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο πατέρας του Πονς Βερτράνδος ήταν μεγαλύτερος γιος του Ραϋμόνδου Δ΄ της Τουλούζης, η νομιμότητα του Βερτράνδου αμφισβητείται επειδή οι γονείς του ήταν στενοί συγγενείς.[2][3] Η ταυτότητα της μητέρας του ήταν αβέβαιη, ο Άγγλος Όρντερικ Βιτάλις καταγράφει ότι μητέρα του ήταν η Χελιέ κόρη του Εύδη Α΄ της Βουργουνδίας.[4] Ο Ουίλιαμ όφα Μαλμεσμπέρι (1080 - 1143) γράφει ότι μητέρα του Πονς ήταν μία ανώνυμη ανιψιά της πανίσχυρης Ματθίλδης της Κανόσας.[5] Η χρονιά που γεννήθηκε ο Πονς αμφισβητείται, ένας Μουσουλμάνος ιστορικός σημειώνει ότι ήταν "μικρό παιδί" όταν πέθανε ο πατέρας του (1112).[6] Ο Ουίλιαμ όφα Μαλμεσμπέρι και ο Γουλιέλμος της Τύρου γράφουν ότι διαδέχθηκε τον πατέρα του "έφηβος" αλλά ο πιο αξιόπιστος ιστορικός Κέβιν Τζέιμς Λιούις τοποθετεί την γέννηση του γύρω στο 1098.[7]

Ο παππούς του Ραϋμόνδος Δ΄ ήταν ένας από τους σημαντικότερους ευγενείς που συμμετείχαν στην Α΄ Σταυροφορία (1095).[8] Οι προσπάθειες του ωστόσο να αναλάβει την αρχηγία απέτυχαν, δεν κυβέρνησε ούτε να αναλάβει τα κάστρα που κατέκτησε στην βόρεια Συρία (1098).[9][10] Την ίδια εποχή δημιουργήθηκε στην βόρεια Συρία ένα σημαντικό χριστιανικό κράτος το Πριγκιπάτο της Αντιόχειας, ηγεμόνες του ήταν οι Νορμανδοί αντίπαλοι του Ραϋμόνδου Δ΄ Βοημούνδος Α΄ της Αντιόχειας και Ταγκρέδος.[11] Ο Ραϋμόνδος Δ΄ έδωσε όρκο υποτέλειας στον Βυζαντινό αυτοκράτορα Αλέξιο Κομνηνό σε αντίθεση με τον Βοημούνδο και τον Ταγκρέδο, οι Βυζαντινοί δεν μπόρεσαν όμως να τους διώξουν από την Συρία.[12][13] Οι Σταυροφόροι κατέκτησαν την Ιερουσαλήμ αλλά ο Ραϋμόνδος Δ΄ αρνήθηκε να κυβερνήσει την Αγία Πόλη. Αμέσως μετά αναδείχτηκε στην Παλαιστίνη το κορυφαίο Σταυροφορικό κράτος το Βασίλειο της Ιερουσαλήμ, κυβερνήτες του ήταν δύο αδέλφια από την Κάτω Λοθαριγγία, ο Γοδεφρείδος του Μπουιγιόν και ο Βαλδουίνος Α΄ της Ιερουσαλήμ.[14]

Κατάκτηση της Τρίπολης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Ραϋμόνδος Δ΄ πολιόρκησε τον Μάιο του 1103 την Τρίπολη ένα σημαντικό οικονομικό και πολιτιστικό κέντρο στο Χαλιφάτο των Φατιμιδών με την βοήθεια των Βυζαντινών.[15][16] Δημιούργησε τον τίτλο του Κόμη της Τρίπολης, ανέλαβε τον έλεγχο σε όλα τα γειτονικά χωριά αλλά πέθανε χωρίς να κατακτήσει την Τρίπολη (28 Φεβρουαρίου 1105).[17] Τα στρατεύματα του Ραϋμόνδου συνέχισαν την πολιορκία της Τρίπολης αλλά ο Αλφόνσος Ιορδάνης επέστρεψε στην Κομητεία της Τουλούζης.[18] Ο πατέρας του Πονς Βερτράνδος για άγνωστους λόγους παραιτήθηκε το καλοκαίρι του 1108 από την Τουλούζη για χάρη του Αλφόνσου Ιορδάνη.[19][20] Απέπλευσε στην Συρία για να διεκδικήσει τα εδάφη που είχε κατακτήσει ο πατέρας του γύρω από την Τρίπολη.[21][22] Ορκίστηκε υποτέλεια στον Βαλδουίνο Α΄ της Ιερουσαλήμ για να κερδίσει την υποστήριξη του, οι στρατοί τους κατέκτησαν την Τρίπολη (12 Ιουλίου 1109).[23][24] Ο Πονς συνόδευσε τον πατέρα του από την Συρία στην Τρίπολη και υπέγραψε ένα από τα διατάγματα του(1110).[25]

Κηδεμονία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Πονς ήταν ανήλικος όταν πέθανε ο πατέρας του (3 Φεβρουαρίου 1112).[26][27] Η Άννα Κομνηνή έγραψε ότι ο επίσκοπος Αλβέρτος της Τρίπολης ήθελε να κρατήσει τα χρήματα που είχαν καταθέσει οι Βυζαντινοί μαζί με τον πατέρα του Πονς και τον ίδιο.[28] Ο Λιούις αναφέρει ότι ο επίσκοπος είχε μεγάλη εξουσία την εποχή που ο Πονς ήταν ανήλικος.[29] Τα χρήματα αναγκάστηκε να τα επιστρέψει μόνο όταν τον απείλησαν οι Βυζαντινοί ότι θα αποκλείσουν την Τρίπολη.[30][31] Ο Πονς κράτησε τον χρυσό και διάφορα άλλα πολύτιμα αντικείμενα που είχαν υποσχεθεί σαν προσωπικό δώρο στον πατέρα του.[32] Οι Βυζαντινοί πίεσαν τον Πονς να δώσει όρκο υποτέλειας στον αυτοκράτορα όπως είχε κάνει ο πατέρας του και ο παππούς του.[33][34] Οι "Κηδεμόνες και οι λόρδοι" σύμφωνα με έναν Άραβα ιστορικό έκλεισαν συμφωνία με τον Ταγκρέδο της Αντιόχειας, ο Πονς πήρε τον τίτλο "ένας από τους ιππότες του Ταγκρέδου".[35] Ο ιστορικός Ζαν Ρίτσαρντ ερμηνεύει την φράση "Κηδεμόνες και οι λόρδοι" με τους ευγενείς που είχαν την εξουσία στην Τρίπολη όταν ο κόμης ήταν ανήλικος.[36] Η πρόθεση τους ήταν να συμφιλιωθούν οι Νορμανδοί της Αντιόχειας με τους Σταυροφόρους της Τρίπολης από την Οξιτανία που απέτυχαν στην "πολιορκία της Αντιόχειας".[37][38] Η σύγκρουση με τους Βυζαντινούς προσέγγισε το Πριγκιπάτο της Αντιόχειας με την Κομητεία της Τρίπολης.[39]

Ο Ταγκρέδος έδωσε σαν φέουδα στον Πονς διάφορες πόλεις που διεκδικήθηκαν από την Κομητεία της Τρίπολης όπως η Ταρτούς, τα εδάφη αυτά βοήθησαν σημαντικά να εξελιχτεί η Κομητεία σε ανεξάρτητο Σταυροφορικό κράτος.[40][41][42] Ο Μαμφρέδος πέθανε τον Δεκέμβριο του 1112, στο νεκροκρέβατο του τακτοποίησε τον γάμο ανάμεσα στον γιο του Πονς και την Σεσίλ της Γαλλίας.[43][44] Ο Ουίλιαμ όφα Μαλμεσμπέρι (1080 - 1143) γράφει ότι ο ετοιμοθάνατος πρίγκιπας αποφάσισε τον γάμο μόνο όταν βεβαιώθηκε για τις στρατιωτικές ικανότητες του γιου του.[45] Ο Πονς παρέμεινε στην Αντιόχεια τους πρώτους μήνες που κυβέρνησε ο διάδοχος του Ταγκρέδου Ρογήρος του Σαλέρνο.[46] Ο Βαλδουίνος Α΄ της Ιερουσαλήμ έστειλε απεσταλμένους στην Αντιόχεια στα τέλη Ιουνίου 1113 και ζήτησε υποστήριξη από τον Ρογήρο και τον Πονς απέναντι στον Σελτζούκο Ατάμπεη της Μοσούλης που επιτέθηκε στο Βασίλειο της Ιερουσαλήμ.[47] Ο Βαλδουίνος Α΄ δεν περίμενε την άφιξη των ενισχύσεων, επιτέθηκε στους εισβολείς στην Τιβεριάδα αλλά γνώρισε την συντριβή (28 Ιουνίου 1113).[48][49] Ο Πονς συνόδευσε τον Ρογήρο στην εκστρατεία του και κατήγγειλε σκληρά τον Βαλδουίνο Α΄ για την βιασύνη του να επιτεθεί.[50]

Κόμης της Τρίπολης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Συμμαχίες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Νόμισμα του Πονς της Τριπόλεως.

Ο ιστορικός Ουόλτερ Δε Τσάνσελορ που έγραψε ένα χρονικό για το Πριγκιπάτο αλλά δεν αναφέρει ποτέ την παρουσία του Πονς στην Αντιόχεια, επέστρεψε στην Τρίπολη όταν ενηλικιώθηκε (29 Νοεμβρίου 1114).[51] Ο Πονς βρισκόταν στην Τρίπολη την εποχή που ο Εμίρης του Χαμαντάν Μπουρσούκ επιτέθηκε στην Αντιόχεια (1115), ο Ρογήρος του Σαλέρνο έστειλε απεσταλμένους στην Τρίπολη αναζητώντας βοήθεια.[52] Ο Ουόλτερ Δε Τσάνσελορ γράφει ότι ο Πονς βάδισε βόρεια για να βοηθήσει τον Ρογήρο μόνο όταν του το ζήτησε ο Βαλδουίνος Β΄ της Ιερουσαλήμ, αυτό δείχνει ότι ήταν ακόμα υποτελής του βασιλιά της Ιερουσαλήμ.[53] Όταν οι στρατοί έφτασαν στην Απάμεια ο Μπουρσούκ έλυσε την πολιορκία στο "κάστρο του Καφαρτάμπ" και υποχώρησε χωρίς να δώσει μάχη.[54] Ο Βαλδουίνος και ο Πονς επέστρεψαν στα κράτη τους, ο Μπουρσούκ βρήκε την ευκαιρία και κατέλαβε το "κάστρο του Καφαρτάμπ".[55] Ο Ρογήρος του Σαλέρνο επιτέθηκε στους εισβολείς πριν επιστρέψουν ο Βαλδουίνος και ο Πονς και νίκησε τον Μπουρσούκ (14 Σεπτεμβρίου 1114).[56][57]

Ο Ορτοκίδης κυβερνήτης του Μαρντίν Νατζ αντ-Ντιν Ιλγκαζί ιμπν Αρτούκ επιτέθηκε στην Αντιόχεια στα τέλη του Μαίου 1119.[58] Ο Λατίνος πατριάρχης της Αντιόχειας Βερνάρδος έπεισε τον Ρογήρο να αναζητήσει βοήθεια από τον Βαλδουίνο Β΄ της Ιερουσαλήμ και τον Πονς.[59][60] Ο Ρογήρος δεν μπορούσε να περιμένει, έκανε μία μεγάλη επίθεση εναντίον του Ιλγκαζί με όλο τον στρατό του πριγκιπάτου αλλά γνώρισε τεράστια συντριβή (28 Ιουνίου 1119), ο ίδιος έπεσε στην μάχη και ο στρατός του εξοντώθηκε.[61][62] Ο Ιλγκαζί μπήκε στην πόλη χωρίς αντίσταση και προσπάθησε να εμποδίσει τον Βαλδουίνο Β΄ και τον Πονς να φτάσουν στην Τρίπολη, ο Πονς έφτασε την επόμενη μέρα και κατόρθωσε να διώξει τον Ιλγκαζί στα τέλη Αυγούστου.[63] Ο Βαλδουίνος Β΄ της Ιερουσαλήμ ορίστηκε κυβερνήτης της Αντιόχειας μέχρι όταν ο Βοημούνδος Β΄ της Αντιόχειας ενηλικιωθεί.[64][65]

Κατάκτηση της Τύρου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η αναγνώριση της εξουσίας του Βαλδουίνου Β΄ στην Αντιόχεια έκανε τον βασιλιά τον Ιεροσολύμων πανίσχυρο, αυτό ενόχλησε έντονα τον Πονς. Ο Πονς και οι επίσκοποι της Τρίπολης απείχαν στην Συνέλευση που συγκάλεσε ο Βαλδουίνος Β΄ στην Ναμπλούς (23 Ιανουαρίου 1120) αν και ήταν παρόντες όλοι οι ευγενείς, αρνήθηκε να δηλώσει την υποταγή του στον βασιλιά.[66][67][68] Ο Βαλδουίνος Β΄ συγκέντρωσε τον στρατό του, πήρε μαζί του τον Τίμιο Σταυρό και προχώρησε στην κατάληψη της Τρίπολης.[69] Ο Φύλτσερ του Σάρτρ γράφει ότι οι ευγενείς από τα δύο κράτη πίεσαν έντονα τους κυβερνήτες να κλείσουν ειρήνη πριν γίνει μάχη, ο Βαλδουίνος και ο Πονς συμφιλιώθηκαν, από τότε καραγράφονται σαν "φίλοι".[70] Ο Ορτοκίδης κυβερνήτης της Χαρράν Βαλάκ συνέλαβε τον Βαλδουίνο Β΄ την ώρα που κυνηγούσε σε ένα δάσος κοντά στον Ευφράτη (18 Απριλίου 1123).[71][72] Την περίοδο αιχμαλωσίας του ένας στόλος από την Δημοκρατία της Βενετίας υπό την ηγεσία του Δόγη Ντομένικο Μικιέλ έφτασε στην Άκρα.[73][74] Με πλεονέκτημα την παρουσία ενός τεράστιου χριστιανικού στρατού από την Ευρώπη οι λόρδοι του βασιλείου της Ιερουσαλήμ αποφάσισαν να κυριεύσουν την Τύρο ένα από τα δύο μεγάλα λιμάνια από το Χαλιφάτο των Φατιμιδών στην δυτική Μεσόγειο.[75][76] Η πολιορκία της Τύρου ξεκίνησε στις 16 Φεβρουαρίου 1124.[77]

Οι ευγενείς της Ιερουσαλήμ έστειλαν απεσταλμένους στον Πονς και του ζήτησαν να έρθει στην πολιορκία.[78] Ο Πονς πήγε με μία μεγάλη φρουρά, όπως περιγράφει ο Γουλιέλμος της Τύρου έριξε σημαντικά το ηθικό των αμυνόμενων.[79][80] Ο Φύλτσερ του Σάρτρ και ο Γουλιέλμος της Τύρου γράφουν ότι ο Πονς "παρέμεινε πάντοτε υποτακτικός" στον Πατριάρχη της Ιερουσαλήμ και στους βαρόνους, η αφήγηση τους ωστόσο έδειχνε ότι ήταν ένας από τους κορυφαίους αρχηγούς των Σταυροφόρων.[81] Ο Πονς επιτέθηκε στον Εμίρη της Δαμασκού που προσπάθησε να βοηθήσει τους αμυνόμενους στην Τύρο.[82] Έδωσε τον τίτλο του ιππότη στον αγγελιοφόρο του Ζοσλέν Α΄ της Έδεσσας που έφερε στους Σταυροφόρους την κεφαλή του Βαλάκ.[83] Μετά την κατάκτηση της Τύρου (7 Ιουλίου 1124) τα σύμβολα του Πονς τοποθετήθηκαν σε μία από τις τρεις σημαίες πάνω στους πύργους της πόλης.[84] Ο συγγενής του Μπαλάκ Τιμουρτάς απελευθέρωσε τον Βαλδουίνο Β΄ με αντάλλαγμα 80.000 δηνάρια και κάστρα στην Αντιόχεια (29 Ιουλίου 1124) αλλά οι λόρδοι της Αντιόχειας δεν τον άφησαν να του δώσει τα κάστρα τους.[85] Δεν υπάρχουν πληροφορίες για τις δραστηριότητες του Πονς στα τέλη της δεκαετίας του 1120.[86] Υποστήριξε τον Βαλδουίνο Β΄ από τον Μπουρσούκ που κατέλαβε τον Μάιο του 1125 το "κάστρο του Καφαρτάμπ".[87][88] Οι δυνάμεις των Ιεροσολύμων, της Αντιόχειας, της Τρίπολης και της Έδεσσας νίκησαν τον Μπουρσούκ στην Ζαρντάνα (11 Ιουνίου 1125) και τον ανάγκασαν να διακόψει την πολιορκία του κάστρου.[89][90] Τα επόμενα χρόνια ζήτησε από τον βασιλιά βοήθεια να επιτεθεί στην Ραφάνεια, ένα σημαντικό κάστρο που κατείχε ο παππούς του αλλά το κατέλαβε ο Τογκτεκίν (1115).[91][92] Η πολιορκία κράτησε 18 μέρες μέχρι την κατάληψη του (31 Μαρτίου 1126).[93][94] Ο Πονς συμμετείχε επίσης σε μία ανεπιτυχή εκστρατεία εναντίον της Δαμασκού τον Νοέμβριο του 1129.[95]

Σύγκρουση με τον Φούλκωνα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το "κάστρο της Σαφίτα" που παραχωρήθηκε στον Πονς από τον Ταγκρέδο.

Οι σχέσεις ανάμεσα στα Σταυροφορικά κράτη εντάθηκαν όταν πέθανε ο Βαλδουίνος Β΄ της Ιερουσαλήμ (21 Αυγούστου 1131).[96] Ο διάδοχος του Φούλκων της Ιερουσαλήμ κατέλαβε τα εδάφη από τους λόρδους των Ιεροσολύμων και της Αντιόχειας και τα παρέδωσε στους οπαδούς του.[97] Η κουνιάδα του Αλίκη της Αντιόχειας που ήθελε να ελέγξει το Πριγκιπάτο της Αντιόχειας συμμάχησε το καλοκαίρι του 1132 με τον Πονς και τον Ζοσλέν Β΄ της Έδεσσας.[98][99] Ο Γουλιέλμος της Τύρου γράφει ότι η ίδια η Αλίκη ζήτησε την συμμαχία του Πονς.[100] Οι λόρδοι της Αντιόχειας που αντιτάχθηκαν στην Αλίκη ζήτησαν βοήθεια από το Φούλκων αλλά ο Πονς του απαγόρευσε να περάσει από τα εδάφη του στην Τρίπολη. Ο Φούλκων εγκατέλειψε την κομητεία από την θάλασσα και κατέφυγε στο λιμάνι του Σαιν-Σιμεόν.[101][102] Ο Πονς προχώρησε σε εκστρατεία στην Αντιόχεια εναντίον του Φούλκωνα και των συμμάχων του, κατέλαβε το κάστρο του Σαλαμαγιάχ αλλά ο Φούλκων έκανε αντεπίθεση στα τέλη του 1132.[103][104] Ο Πονς συνετρίβη, οι περισσότεροι οπαδοί του συνελήφθησαν αλλά ο ίδιος δραπέτευσε, οι στρατιώτες μεταφέρθηκαν αλυσοδεμένοι στην Αντιόχεια και οι περισσότεροι εκτελέστηκαν.[105][106] Ο Πονς έχασε τα κάστρα αλλά ο Φούλκων δεν κατέλαβε ολόκληρη την Κομητεία της Τρίπολης.[107]

Τελευταία χρόνια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Πονς απαρνήθηκε τα δικαιώματα του Λε Πουί στην Γαλλία για χάρη του τοπικού επισκόπου (1132).[108] Ο Πονς εκτέλεσε στην συνέχεια έναν ντόπιο στρατηγό στην Τρίπολη για άγνωστους λόγους (1133), η πράξη αυτή ήταν κάτι το πρωτοφανές, ο Λιούις το χρεώνει στις αναταραχές που είχαν ξεσπάσει στον τοπικό πληθυσμό.[109] Οι Νιζαρίτες επεκτάθηκαν σημαντικά την δεκαετία του 1130 σε ορεινές περιοχές στα βόρεια σύνορα της κομητείας.[110] Ο Ατάμπεης της Μοσούλης Ιμαντεντίν Ζενγκί επιτέθηκε στην Κομητεία της Τρίπολης, λεηλάτησε την πρωτεύουσα και τις γειτονικές περιοχές (1133), ο Πονς προσπάθησε να σταματήσει τους εισβολείς κοντά στην Ραφανίγια αλλά συνετρίβη.[111] Μετά την καταστροφική ήττα δραπέτευσε στο Μοντφέραντ και στην συνέχεια στην Τρίπολη ενώ ο Ζενγκί ξεκίνησε να πολιορκεί το "κάστρο του Μοντφέραντ".[112] Ο Πονς ζήτησε την βοήθεια του Φούλκωνα, τα στρατεύματα των Ιεροσολύμων έφτασαν και ανάγκασαν τον Ζενγκί να διακόψει την πολιορκία και να φύγει.[113][114] Ο Μαμελούκος Εμίρης της Δαμασκού επιτέθηκε στην Τρίπολη, ο Πονς πήγε να τον αντιμετωπίσει αλλά γνώρισε άλλη μία συντριβή και δραπέτευσε στα γειτονικά βουνά.[115] Ο Λιούις γράφει ότι χριστιανοί από τις γειτονικές περιοχές πιθανότατα Ιακωβίτες ή Νεστοριανοί τον συνέλαβαν, τον παρέδωσαν στον Εμίρη και τον εκτέλεσε (25 Μαρτίου 1137).[116][117] Ο γιος του Ραϋμόνδος Β΄ της Τρίπολης που τον διαδέχτηκε συνέλαβε τους προδότες χριστιανούς και τους εκτέλεσε για να εκδικηθεί τον θάνατο του πατέρα του.[118]

Οικογένεια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Πονς της Τρίπολης παντρεύτηκε το καλοκαίρι του 1115 σύμφωνα με τον Αλβέρτο του Αίξ την χήρα του Ταγκρέδου Σεσίλ της Γαλλίας κόρη του Φιλίππου Α΄ της Γαλλίας και της Βερτράδης του Μονφόρ.[119][120] Η Σεσίλ ήταν ετεροθαλής αδελφή του Φούλκωνος των Ιεροσολύμων μέσω της μητέρας τους, στον γάμο παραβρέθηκε ο Βαλδουίνος Α΄ της Ιερουσαλήμ.[121] Ο γάμος αυτός ενίσχυσε την θέση του ίδιου και των απογόνων του για πολλές δεκαετίες.[122] Ο μεγαλύτερος γιος τους Ραϋμόνδος Β΄ της Τρίπολης γεννήθηκε στα τέλη της δεκαετίας του 1110 επειδή αναφέρεται ως "ανήλικος" την χρονιά που διαδέχθηκε τον πατέρα του (1137).[123] Ο μικρότερος γιος τους Φίλιππος αναφέρεται για τελευταία φορά την δεκαετία του 1140 αλλά οι λεπτομέρειες σχετικά με την ζωή του είναι άγνωστες.[124] Η μοναδική τους κόρη Αγνή παντρεύτηκε τον Ραινάλδο Β΄ Μασουάρ έναν επιφανή ευγενή από την Αντιόχεια.[125]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Darryl Roger Lundy: The Peerage.
  2. Lewis 2017, σσ. 26, 28, 73.
  3. Runciman 1989, σ. 61.
  4. Lewis 2017, σ. 73.
  5. Lewis 2017, σ. 73.
  6. Lewis 2017, σ. 76.
  7. Lewis 2017, σ. 76.
  8. Lock 2006, σ. 20.
  9. Lewis 2017, σ. 18.
  10. Lilie 1993, σσ. 66–67.
  11. Lewis 2017, σ. 18.
  12. Lewis 2017, σ. 19.
  13. Lilie 1993, σ. 68.
  14. Barber 2012, σσ. 18–19, 64–66.
  15. Lock 2006, σ. 27.
  16. Lewis 2017, σσ. 21–23.
  17. Lewis 2017, σσ. 22, 25.
  18. Lewis 2017, σ. 26.
  19. Runciman 1989, σ. 65.
  20. Lewis 2017, σ. 34.
  21. Runciman 1989, σ. 65.
  22. Lewis 2017, σσ. 35, 37.
  23. Lewis 2017, σσ. 49–50.
  24. Barber 2012, σσ. 91–19.
  25. Lewis 2017, σ. 76.
  26. Lewis 2017, σσ. 72, 76.
  27. Lock 2006, σ. 31.
  28. Lilie 1993, σσ. 87–88.
  29. Lewis 2017, σ. 78.
  30. Lewis 2017, σ. 78.
  31. Lilie 1993, σ. 88.
  32. Runciman 1989, σσ. 137–138.
  33. Lewis 2017, σ. 81.
  34. Lilie 1993, σσ. 68, 88.
  35. Lewis 2017, σ. 76.
  36. Lewis 2017, σσ. 77–78.
  37. Runciman 1989, σσ. 124–125.
  38. Lewis 2017, σσ. 80–81.
  39. Lewis 2017, σ. 81.
  40. Barber 2012, σ. 102.
  41. Lewis 2017, σ. 82.
  42. Lewis 2017, σσ. 82–83.
  43. Lewis 2017, σ. 82.
  44. Runciman 1989, σ. 125.
  45. Lewis 2017, σ. 82.
  46. Lewis 2017, σ. 77.
  47. Lewis 2017, σσ. 76–77.
  48. Lewis 2017, σ. 76.
  49. Lock 2006, σ. 32.
  50. Lewis 2017, σ. 76.
  51. Lewis 2017, σ. 77.
  52. Lewis 2017, σ. 77.
  53. Lewis 2017, σ. 84.
  54. Runciman 1989, σ. 131.
  55. Runciman 1989, σ. 132.
  56. Runciman 1989, σσ. 132–133.
  57. Lock 2006, σ. 33.
  58. Runciman 1989, σ. 148.
  59. Runciman 1989, σ. 148.
  60. Barber 2012, σ. 122.
  61. Runciman 1989, σσ. 149–150.
  62. Barber 2012, σ. 123.
  63. Runciman 1989, σ. 152.
  64. Barber 2012, σ. 125.
  65. Lock 2006, σ. 34.
  66. Lewis 2017, σσ. 92–93.
  67. Lewis 2017, σ. 93.
  68. Runciman 1989, σ. 160.
  69. Lewis 2017, σ. 93.
  70. Lewis 2017, σσ. 93, 96.
  71. Runciman 1989, σσ. 161–162.
  72. Lewis 2017, σ. 97.
  73. Runciman 1989, σσ. 166–167.
  74. Lock 2006, σ. 37.
  75. Lewis 2017, σ. 97
  76. Runciman 1989, σσ. 167–168.
  77. Lock 2006, σ. 37.
  78. Lewis 2017, σ. 98.
  79. Lewis 2017, σ. 98.
  80. Barber 2012, σ. 141.
  81. Lewis 2017, σ. 98.
  82. Lewis 2017, σ. 98.
  83. Lewis 2017, σ. 98.
  84. Lewis 2017, σ. 96.
  85. Lock 2006, σ. 37.
  86. Lewis 2017, σ. 100.
  87. Lewis 2017, σ. 100.
  88. Barber 2012, σ. 142.
  89. Lewis 2017, σ. 100.
  90. Barber 2012, σ. 143.
  91. Lewis 2017, σσ. 100–101.
  92. Runciman 1989, σ. 174.
  93. Lewis 2017, σ. 101.
  94. Lock 2006, σ. 38.
  95. Lewis 2017, σσ. 101–102.
  96. Lewis 2017, σσ. 102–103.
  97. Lewis 2017, σ. 102.
  98. Lewis 2017, σ. 103.
  99. Barber 2012, σ. 152.
  100. Lewis 2017, σ. 104.
  101. Lewis 2017, σσ. 105–106.
  102. Barber 2012, σσ. 152–153.
  103. Lewis 2017, σσ. 107–108.
  104. Lewis 2017, σ. 108.
  105. Lewis 2017, σ. 108.
  106. Lock 2006, σ. 41.
  107. Lewis 2017, σσ. 108, 112.
  108. Lewis 2017, σσ. 79–80, 117.
  109. Lewis 2017, σ. 116.
  110. Lewis 2017, σσ. 114–115.
  111. Lewis 2017, σ. 112.
  112. Lewis 2017, σσ. 112–113.
  113. Lock 2006, σ. 41.
  114. Lewis 2017, σ. 113.
  115. Lewis 2017, σ. 117.
  116. Lewis 2006, σσ. 43, 134.
  117. Runciman 1989, σ. 202.
  118. Lewis 2006, σ. 134.
  119. Lewis 2017, σ. 82.
  120. Barber 2012, σ. 103.
  121. Runciman 1989, σ. 113.
  122. Lewis 2017, σ. 82.
  123. Lewis 2017, σ. 130.
  124. Lewis 2017, σσ. 109, 183.
  125. Lewis 2017, σ. 109.

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Barber, Malcolm (2012). The Crusader States. Yale University Press.
  • Lewis, Kevin James (2017). The Counts of Tripoli and Lebanon in the Twelfth Century: Sons of Saint-Gilles. Routledge.
  • Lilie, Ralph-Johannes (1993). Byzantium and the Crusader States 1096-1204. Oxford University Press.
  • Lock, Peter (2006). The Routledge Companion to the Crusades. Routledge.
  • Runciman, Steven (1989). A History of the Crusades, Volume II: The Kingdom of Jerusalem and the Frankish East, 1100-1187. Cambridge University Press.
  • Asbridge, Thomas (2000). The Creation of the Principality of Antioch, 1098–1130. The Boydell Press.
  • Richard, Jean (1945). Le comté de Tripoli sous la dynastie toulousaine (1102-1187) [The County of Tripoli under the Dynastie of Toulouse] (in French). P. Geuthner.
Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Pons, Count of Tripoli της Αγγλικής Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).
Πονς της Τρίπολης
Γέννηση: περί το 1098 Θάνατος: 25 Μαρτίου 1137
Προκάτοχος
Βερτράνδος της Τουλούζης
Κόμης της Τρίπολης
Armoiries Tripoli.svg

1112 - 1137
Διάδοχος
Ραϋμόνδος Β΄