Πολύτιμες

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Η Μαντλέν ντε Σκυντερί, μια από τις πιο δραστήριες Περισπούδαστες

Οι Πολύτιμες (γαλλικά: Les Précieuses), στα ελληνικά έχουν αποδοθεί και ως Περισπούδαστες, δημιούργησαν μια γαλλική λογοτεχνική μόδα και κοινωνικό και πολιτιστικό ρεύμα της μπαρόκ εποχής κυρίως στο Παρίσι, στο πρώτο μισό του 17ου αιώνα που είχε στόχο την εκλέπτυνση των γαλλικών ηθών και της γαλλικής γλώσσας.[1]

Ήταν ένα ευρωπαϊκό φιλολογικό κίνημα από γυναίκες αριστοκρατικής καταγωγής που ήθελαν να συμμετέχουν ενεργά στην πολιτιστική ζωή της εποχής τους και διεκδικούσαν το δικαίωμα να κρίνουν λογοτεχνικά έργα, και ενδεχομένως να τα γράφουν.[2] [3]

Γενικά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μαντάμ ντε Ραμπουιγιέ,κυρίαρχη μορφή των Περισπούδαστων

Ο γαλλικός λογοτεχνικός κύκλος των Περισπούδαστων προέκυψε τον 17ο αιώνα, μεταξύ 1626 και 1662 και ιδιαίτερα στη δεκαετία 1650-60 οπότε έφθασε στο αποκορύφωμά του στη Γαλλία, από τις ζωηρές συζητήσεις και τα λογοπαίγνια διανοούμενων, πνευματωδών και μορφωμένων γυναικών που σύχναζαν σε λογοτεχνικά σαλόνια με κυρίαρχο το σαλόνι της Κατρίν ντε Βιβόν, μαρκησίας ντε Ραμπουιγιέ. Το «Μπλε δωμάτιο» του μεγάρου της συγκέντρωνε αριστοκράτες αλλά και τον κόσμο των γραμμάτων και ήταν ένα παρισινό καταφύγιο από τις επικίνδυνες πολιτικές ίντριγκες και το κακό γούστο και την έλλειψη λεπτότητας της βασιλικής αυλής κατά τη διάρκεια της αντιβασιλείας της Μαρίας των Μεδίκων, μητέρας του ανήλικου Λουδοβίκου ΙΔ΄.

Συζητούσαν για τη γαλλική γλώσσα, τη λογοτεχνία, έγραφαν, διάβαζαν ποιήματα ή αποσπάσματα από μυθιστορήματα, σχεδόν όλα με θέμα τον έρωτα. [4] Τα «ερωτικά ερωτήματα» που συζητούνταν στα σαλόνια των Περισπούδαστων αντανακλούσαν τα «ερωτικά δικαστήρια» (φανταστικά δικαστήρια που έκριναν τη συμπεριφορά των εραστών) που ήταν χαρακτηριστικό της μεσαιωνικής αυλικής αγάπης.

Κεντρικές φιγούρες αυτού του αριστοκρατικού αισθητικού κύκλου των Περισπούδαστων ήταν η Μαντλέν ντε Σκυντερί, η Μαντάμ ντε Λαφαγιέτ, η μαρκησία ντε Σεβινιέ, οι οποίες στα έργα τους ενσάρκωναν τις εκλεπτυσμένες προδιαγραφές της γυναικείας κομψότητας, της εθιμοτυπίας και του ευγενικού πλατωνικού έρωτα που ήταν πολύ δημοφιλείς στο γυναικείο κοινό και επηρέασαν την εξέλιξη της γαλλικής λογοτεχνίας.[5] Στα σαλόνια αυτά σύχναζαν και άνδρες όπως μεταξύ άλλων οι Ζαν-Λουί Γκεζ ντε Μπαλζάκ, Φρανσουά Τριστάν Λ'Ερμίτ, Βενσάν Βουατύρ. Συμμετείχαν επίσης εκπρόσωποι του γαλλικού κλασικισμού: ο Φρανσουά ντε Λα Ροσφουκώ, o Ρακίνας, ο Ζαν ντε λα Μπρυγιέρ κ.ά.[6]

Η μόδα των των Περισπούδαστων (μεταξύ 1626 και 1662) εξέλιπε, αλλά το κοινωνικό φαινόμενο των γυναικείων λογοτεχνικών σαλονιών όπου άνθησε, διατηρήθηκε στο χρόνο, αποτελώντας όχι μόνο εκδήλωση του γαλλικού πολιτισμού αλλά και γενικότερα ένα κεφάλαιο του φεμινιστικού κινήματος.[7]

Λογοτεχνικά είδη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στις συγκεντρώσεις τους διάβαζαν κείμενα και οι συμμετέχοντες έπρεπε να είναι σε θέση να γράψουν ή καλύτερα να αυτοσχεδιάσουν μικρά λογοτεχνικά είδη: τραγούδια, σονέτα, επιγράμματα, μαντριγκάλια, γρίφους, επιστολές, ποιήματα, πορτρέτα, αινίγματα. Ένα παιχνίδι στα λογοτεχνικά σαλόνια ήταν η εξιστόρηση αυτοσχέδιων παραμυθιών (αν και τα παραμύθια ήταν στην πραγματικότητα προσεκτικά προετοιμασμένα) και είχε εξαιρετικά αποτελέσματα. Αυτή η μόδα για τα παραμύθια είχε αξιοσημείωτη επιρροή στον Σαρλ Περώ, τη Μαρί-Ζαν Λ'Εριτιέ ντε Βιλαντόν, τη Μαρί-Κατρίν ντ'Ωλνουά και άλλους συγγραφείς. Οι ιστορίες έτειναν να διαφέρουν από τη λαϊκή παράδοση, για παράδειγμα οι χαρακτήρες είχαν ευγενική καταγωγή. Ενώ οι ήρωες και οι ηρωίδες των παραμυθιών εμφανίζονταν συχνά ως βοσκοί και βοσκοπούλες και σε ποιμενικές συνθήκες, ήταν συχνά κρυφά βασιλιάδες ή ευγενείς.

Οι υπερβολές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Από εικονογράφηση του έργου του Μολιέρου Γελοίες Κομψευόμενες

Η μόδα των Περισπούδαστων, μεταξύ 1626 και 1662, είχε ως στόχο να τροποποιήσει και να εξωραΐσει τα ήθη και τη γαλλική γλώσσα. Η επιθυμία τους για διάκριση, η κομψότητα στη συνομιλία, η αναζήτηση καθαρότητας στο λεξιλόγιο, με την κατάργηση εκφράσεων των διαλέκτων, των αρχαϊσμών, της λαϊκής γλώσσας, και η επινόηση νέων όρων, μεταφορών ή περιφράσεων σε αντικατάσταση ονομάτων αντικειμένων που θεωρούνταν ταπεινά ή απλά συνηθισμένα οδήγησαν σε καταχρήσεις. Μερικές περιφράσεις:

  • το συμπλήρωμα ήλιου (το κερί)
  • ο σύμβουλος των χαρίτων (ο καθρέφτης)
  • οι θρόνοι της σεμνότητας (τα μάγουλα)
  • οι ευκολίες της συνομιλίας (η πολυθρόνα)
  • τα κλειδιά του εγκεφάλου (η μύτη)
  • να υποστούν τις επιπτώσεις των νόμιμων απολαύσεων (να γεννήσουν)
  • η επίπλωση του στόματος (τα δόντια)

Θέλοντας να εναρμονίσουν τα λόγια τους με τη λεπτότητα των σκέψεών τους, οι Περισπούδαστες δημιούργησαν μια ιδιαίτερη γλώσσα για χρήση στους κύκλους που σύχναζαν. Ο επικριτής τους Αντουάν Μπωντώ ντε Σομαίζ στο Μεγάλο λεξικό των Περισπούδαστων, έργο που περιλαμβάνει κυρίως καταλόγους περιφράσεων που αποσκοπούσαν στην αποφυγή της χρήσης όρων που θεωρούνταν τετριμμένοι, το 1660 αναφέρει:[1]

«Εξακολουθούν να είναι απόλυτα πεπεισμένες ότι μια σκέψη δεν αξίζει τίποτα όταν γίνεται κατανοητή από όλους και ένα από τα αξιώματά τους είναι να λένε ότι είναι απαραίτητο να μιλούν διαφορετικά από τους ανθρώπους, έτσι ώστε οι σκέψεις της να γίνονται αντιληπτές μόνο από εκείνους που βρίσκονται πάνω από το χυδαίο.»>

Σάτιρα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι υπερβολές τους έγιναν στόχος σάτιρας από τον Μολιέρο στις Γελοίες Κομψευόμενες, στον Μισάνθρωπο (Le Misanthrope, 1666) και άλλα έργα του, από τον Ζαν ντε Λα Φονταίν στην Κόρη (La Fille) και άλλους Γάλλους συγγραφείς του 17ου αιώνα.[8][9]

Παρόλα αυτά, και αν και αυτό το κίνημα είχε τις αδυναμίες του, ωφέλησε ωστόσο διαδίδοντας την αγάπη για το διάβασμα και βελτιώνοντας τη γαλλική γλώσσα.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]