Πολυκατοικία Χέυδεν 1

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Είσοδος πολυκατοικίας

Η πολυκατοικία επί της οδού Χέυδεν 1 αποτελεί σπουδαίο δείγμα της πρώιμης μεταπολεμικής αρχιτεκτονικής στην Αθήνα. Βρίσκεται στη περιοχή της Πλατείας Βικτωρίας.

Πολυκατοικία Χέυδεν 1
Άλλες ονομασίεςΠολυκατοικία ανωνύμου Τ.Ε. ΛΑΣΚΟ
Γενικές πληροφορίες
ΑρχιτεκτονικήΠρώιμος κλασικίζων μοντερνισμός
ΤοποθεσίαΠλατεία Βικτωρίας
ΧώραΕλλάδα
Έναρξη κατασκευής1949
Ολοκλήρωση1950
Ανακαίνιση2019
ΧρήσηΚατοικίες, γραφεία
Σχεδιασμός και κατασκευή
ΔημιουργόςΑ.Τ.Ε. ΛΑΣΚΟ

Σύντομο ιστορικό[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η συνοικία της πλατείας Βικτωρίας[1] αναπτύχθηκε ραγδαία στις αρχές του 20ου αιώνα, ευρισκόμενη πέριξ του δημοφιλούς περιπάτου των παλαιών Αθηναίων, της οδού Πατησίων[2] Το 1890 εμφανίστηκαν τα πρώτα ιδιωτικά μέγαρα, ένα εξ αυτών η κατοικία του δημάρχου Αθηναίων Παναγή Κυριακού. Η δημιουργία του υπογείου σταθμού του Ηλεκτρικού στη πλατεία ,ενίσχυσε τον αστικό χαρακτήρα της περιοχής. Σπουδαίοι αρχιτέκτονες όπως ο Κωνσταντίνος Κιτσίκης, έδρασαν πολεοδομικά στη γειτονιά(Jugendstil πολυκατοικία Παπαλεονάρδου, οικία Μαρίας Κάλλας)[3]. Τις δεκαετίες του 20’ και 30’ έκαναν την εμφάνιση τους οι πρώτες μοντερνιστικές κατοικίες, αρχικά διπλοκατοικίες και εν συνεχεία πολυκατοικίες. Με τη λήξη του Β’ παγκοσμίου πολέμου ο υπάρχων μοντερνισμός τροποποιήθηκε, παίρνοντας μια πιο συντηρητική μορφή, ο λεγόμενος «κλασικίζων μοντερνισμός».

Το κτίριο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στη θέση του σημερινού κτίσματος βρισκόταν επί σειρά ετών το κηποθέατρο της Μαρίκας Κοτοπούλη, σε σχέδια του Δημήτρη Πικιώνη[4]. Το 1948 κατεδαφίζεται το θέατρο και το οικόπεδο της γωνίας Μαυρομματαίων 19 και Χέυδεν 1 χωρίζεται σε 2 αυτοτελή τμήματα. Η γαλλική ανώνυμος τεχνική εταιρεία «ΛΑΣΚΟ» αναλαμβάνει την υλοποίηση του έργου, η οποία προβλέπει τη κατασκευή ενός πολυτελούς κτιρίου κατοικιών ευρωπαϊκών προδιαγραφών. Στο ενεργητικό της ΛΑΣΚΟ εντάσσεται εκτός άλλων και η κατασκευή του σιδηροδρομικού σταθμού Πειραιώς.

Οι εργασίες ξεκινούν το 1949 και ολοκληρώνονται το 1950. Το κτίριο διαθέτει ποικίλες καινοτομίες για την εποχή: άρτια διαρρυθμισμένοι κοινόχρηστοι χώροι, 2 κλιμακοστάσια(κύριο ενοίκων και υπηρεσίας), 2 ανελκυστήρες(ενοίκων και αντικειμένων), σύγχρονα κοινόχρηστα πλυντήρια, ξεχωριστή είσοδος υπηρεσίας επί της προσόψεως της οικοδομής, διαμέρισμα θυρωρού στο ισόγειο τμήμα του κτιρίου κοκ. Από τεχνολογικής πλευράς άξιοι αναφοράς είναι οι υπερσύγχρονοι καυστήρες θερμού ύδατος και το πλήρως ανεπτυγμένο δίκτυο κεντρικής θερμάνσεως.

Η είσοδος της πολυκατοικίας αποτελείται από προθάλαμο ο οποίος διαθέτει θύρες aller-retour για την αποφυγή εισχώρησης κρύων ανέμων κατά τους χειμερινούς μήνες και κύρια είσοδο, με το χαρακτηριστικό ασανσέρ της αυστριακής εταιρείας Wertheim, το οποίο βρίσκεται εν μέσω του κεντρικού κλιμακοστασίου. Στους κοινόχρηστους χώρους χρησιμοποιήθηκαν πεντελικά μάρμαρα πρώτης ποιότητας και ξύλα καρυδιάς για το θυρωρείο. Τόσο η κεντρική εξώθυρα, όσο και τα κιγκλιδώματα των πορτών του ασανσέρ είναι χειροποίητα και ίδιας τεχνοτροπίας.

Τα διαμερίσματα της οικοδομής είναι άνετα, διαθέτουν άριστη διαρρύθμιση και ακριβά υλικά. Κάθε ιδιοκτησία διαθέτει ξεχωριστή είσοδο υπηρεσίας και δωμάτιο υπηρεσίας. Τα δάπεδα είναι δρυς Ελλάδος και Αμερικής. Επίσης υπάρχουν μεγάλης καλλιτεχνικής αξίας μωσαϊκά δάπεδα σε όλο το κτίριο.

Ευρισκόμενη στη πλέον μεγαλοαστική περιοχή του αθηναϊκού κέντρου και πέριξ του Πεδίου του Άρεως και της οδού Μαυρομματαίων[5], κατοικήθηκε από επιφανείς Αθηναίους της εποχής. Αποτελεί ένα από τα λίγα άριστα διατηρημένα κτίρια αυτού του αρχιτεκτονικού ρεύματος στην πόλη.

Σύνδεσμοι και πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]