Μετάβαση στο περιεχόμενο

Πολιορκία της Αθήνας και του Πειραιά (87-86 π.Χ.)

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πολιορκία της Αθήνας και του Πειραιά (87-86 π.Χ.)
Commons page Σχετικά πολυμέσα

Η πολιορκία της Αθήνας και του Πειραιά ήταν πολιορκία του Α' Μιθριδατικού Πολέμου, που έλαβε χώρα από το φθινόπωρο του 87 π.Χ. έως την άνοιξη του 86 π.Χ.[1] Η μάχη διεξήχθη μεταξύ των δυνάμεων της Ρωμαϊκής Δημοκρατίας, με διοικητή τον Λεύκιο Κορνήλιο Σύλλα από τη μία πλευρά, και των δυνάμεων του βασιλείου του Πόντου και της Αθηναϊκής Πόλης-Κράτους από την άλλη. Οι ελληνικές και Ποντιακές δυνάμεις διοικούνταν από τον Αριστίωνα και τον Αρχέλαο.[2]

Η Μικρά Ασία λίγο πριν τον Α΄ Μιθριδατικό Πόλεμο.

Η εισβολή του Μιθριδάτη ΣΤ΄, βασιλιά του Πόντου, στο βασίλειο της Βιθυνίας, συμμάχου της Ρώμης, σε συνδυασμό με τη δολοφονία Ρωμαίων πολιτών στον Ασιατικό Εσπερινό, προκάλεσε πόλεμο μεταξύ Ρώμης και Πόντου. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς, μέχρι και 80.000 Ρωμαίοι πολίτες σφαγιάστηκαν.[2][3] Στη συνέχεια, η ρωμαϊκή επαρχία της Ασίας καταλήφθηκε από τις δυνάμεις του Μιθριδάτη ΣΤ' υπό τη διοίκηση του Αρχέλαου, και σε λίγο ο Μιθριδάτης ΣΤ' είχε κερδίσει όλες τις ελληνικές πόλεις-κράτη, που προηγουμένως βρίσκονταν υπό ρωμαϊκή κυριαρχία. Την άνοιξη του 87 π.Χ. Ρωμαϊκές δυνάμεις υπό τον Λ. Κ. Σύλλα αποβιβάστηκαν στο Δυρράχιο της Ιλλυρίας. Ο πρώτος στόχος του Σύλλα ήταν η Αθήνα, την οποία κυβερνούσε ένα ανδρείκελο του Μιθριδάτη ΣΤ΄: ο τύραννος Αριστίων. Ο Σύλλας κινήθηκε νοτιοανατολικά, μαζεύοντας προμήθειες και ενισχύσεις, καθώς πήγαινε. Ο αρχηγός του επιτελείου του Σύλλα ήταν ο Λεύκιος Λικίνιος Λούκουλλος, ο οποίος προχώρησε μπροστά του για να εντοπίσει τον δρόμο και να διαπραγματευτεί με τον Βρούτιο Σούρα, τον υπάρχοντα Ρωμαίο διοικητή στην Ελλάδα. Αφού μίλησε με τον Λούκουλλο, ο Σούρα παρέδωσε τη διοίκηση των στρατευμάτων του στον Σύλλα. Στη Χαιρώνεια, πρεσβευτές από όλες τις μεγάλες πόλεις της Ελλάδας (εκτός από την Αθήνα) συναντήθηκαν με τον Σύλλα, ο οποίος τους διακήρυξε την αποφασιστικότητα της Ρώμης να διώξει τον Μιθριδάτη ΣΤ΄ από την Ελλάδα και την επαρχία της Ασίας. Στη συνέχεια ο Σύλλας προχώρησε στην Αθήνα.

Η τελική φάση της πολιορκίας.

Ο Σύλλας βάδισε προς την Αθήνα  και κατά την άφιξή του αντιμετώπισε το πρώτο του πρόβλημα. Το κύριο εξωτερικό τείχος που περιέβαλλε την πόλη, που συνέδεε την κύρια πόλη με το λιμάνι της στον Πειραιά, ήταν ερειπωμένο. Ως εκ τούτου, ο Σύλλας αναγκάστηκε να πραγματοποιήσει δύο ξεχωριστές πολιορκίες, προκαλώντας πολιορκητικά έργα γύρω από την Αθήνα και το λιμάνι του Πειραιά ξεχωριστά. Μία δύναμη με διοικητή τον Αρχέλαο υπερασπίστηκε τον Πειραιά, ενώ μία άλλη με διοικητή τον Αριστίωνα ανέλαβε την κύρια άμυνα της Αθήνας. Η θαλάσσια άμυνα ήταν πολύ πιο εύκολη, καθώς ένας Ποντιακός στόλος κυριαρχούσε στην κοντινή θάλασσα, διευκολύνοντας την ενίσχυση και την αναπλήρωση, όποτε χρειαζόταν. Επιπλέον ο Πειραιάς είχε ήδη άφθονες προμήθειες από την αρχή, ενώ η Αθήνα όχι.

Ο Σύλλας αποφάσισε να επικεντρώσει πρώτα τις επιθέσεις του στον Πειραιά, καθώς χωρίς το λιμάνι της δεν υπήρχε περίπτωση να ανεφοδιαστεί η Αθήνα. Έστειλε τον Λ. Λ. Λούκουλλο να συγκεντρώσει στόλο από τους εναπομείναντες Ρωμαίους συμμάχους στην ανατολική Μεσόγειο, για να αντιμετωπίσει το ναυτικό του Πόντου. Η πρώτη επίθεση στην πόλη αποκρούστηκε πλήρως, οπότε ο Σύλλας αποφάσισε να κατασκευάσει τεράστια χωματουργικά έργα. Χρειαζόταν επίσης ξύλο, οπότε έκοψε τα πάντα, συμπεριλαμβανομένων των ιερών άλσεων της Ελλάδας, μέχρι και 100 μίλια από την πρωτεύουσα της Αθήνας. Όταν χρειάζονταν περισσότερα χρήματα, «δανείστηκε» από ναούς και από Σίβυλλες επίσης. Το νόμισμα που κόπηκε από αυτόν τον θησαυρό επρόκειτο να παραμείνει σε κυκλοφορία για αιώνες, και να εκτιμάται για την ποιότητά του. Κατασκευάστηκαν πολιορκητικά έργα για να διευκολυνθεί η επόμενη επίθεση, που τελικά επέτυχε με την κατάληψη του εξωτερικού τείχους του Πειραιά.

Μόλις καταλήφθηκε το εξωτερικό τείχος, ο Σύλλας ανακάλυψε ότι ο Αρχέλαος είχε κτίσει περισσότερα τείχη μέσα στην πόλη. Παρά την πλήρη περικύκλωση της Αθήνας και του λιμανιού της και τις πολλές προσπάθειες του Αρχέλαου να άρει την πολιορκία, δημιουργήθηκε ένα αδιέξοδο. Η Ρωμαϊκή προσοχή μετατοπίστηκε προσωρινά προς την Αθήνα, η οποία λιμοκτονούσε. Μέσα στην πόλη, ο πληθυσμός περιορίστηκε στο να τρώει δέρμα παπουτσιών και γρασίδι. Μία αντιπροσωπεία από την Αθήνα στάλθηκε για συνεννόηση με τον Σύλλα, αλλά αντί για σοβαρές διαπραγματεύσεις, εξήγησαν τη δόξα της πόλης τους. Ο Σύλλας τους έστειλε λέγοντας: «Με έστειλαν στην Αθήνα, όχι για να κάνω μαθήματα, αλλά για να μεταστρέψω τους επαναστάτες σε υπακοή».

Σύντομα το στρατόπεδο του Σύλλα επρόκειτο να γεμίσει με πρόσφυγες από τη Ρώμη, οι οποίοι έφευγαν από τις σφαγές του Μάριου και του Κίννα. Σε αυτά περιλαμβάνονταν επίσης η γυναίκα και τα παιδιά του, καθώς και εκείνοι της μερίδας των Αρίστων (Optimates), που δεν είχαν σκοτωθεί. Με τους πολιτικούς του εχθρούς να έχουν πάρει την εξουσία στη Ρώμη, ο Σύλλας συνειδητοποίησε ότι τα χρήματα και οι ενισχύσεις, που πίστευε ότι έρχονταν για να ενισχύσουν τις δυνάμεις του, δεν μπορούσαν πλέον να υπολογίζονται. Έτσι ο Σύλλας διέταξε την λεηλασία κάθε ναού και θρησκευτικού χώρου στην περιοχή. Τα χρονικά αναφέρουν ότι, ένας από τους ανθρώπους που στάλθηκαν σε μία τέτοια αποστολή λεηλασίας, φοβήθηκε λόγω δυσοίωνων φωνών που ακούστηκαν κατά την είσοδό του στον ναό. Αποφασίζοντας να μην συνεχίσει τη λεηλασία του ναού, ο στρατιώτης επέστρεψε στον Σύλλα, ο οποίος τον διέταξε πίσω, δηλώνοντας ότι είχε ακούσει γέλια, διότι οι θεοί θα ήταν ευχαριστημένοι με τη νίκη του.

Με την Αθήνα στα πρόθυρα της πείνας, ο Aριστίων γινόταν λιγότερο δημοφιλής ημέρα με την ημέρα. Έλληνες λιποτάκτες ενημέρωσαν τον Σύλλα, ότι ο Αριστίων παραμελούσε το Επτάχαλκο (τμήμα του τείχους της πόλης). Ο Σύλλας έστειλε αμέσως ξιφομάχους να υπονομεύσουν το τείχος. Εννιακόσια πόδια τείχος γκρεμίστηκε μεταξύ της Ιεράς και της Πειραϊκής πύλης στη νοτιοδυτική πλευρά της πόλης.

Την 1η Μαρτίου 86 π.Χ., μετά από πέντε μήνες πολιορκίας, άρχισε η μεταμεσονύκτια λεηλασία της Αθήνας. Μετά τις κοροϊδίες του Αριστίωνα, ο Σύλλας δεν είχε καμία διάθεση να είναι μεγαλόψυχος: λέγεται ότι το αίμα κυριολεκτικά κύλησε στους δρόμους. Μόνο μετά από τις παρακλήσεις μερικών Ελλήνων φίλων του (Μιδία και Καλλίφωνου) και τις εκκλήσεις των Ρωμαίων συγκλητικών στο στρατόπεδό του, ο Σύλλας αποφάσισε ότι ήταν αρκετά. Αφού έβαλαν φωτιά σε μεγάλα τμήματα της πόλης, ο Αριστίωνας και οι δυνάμεις του κατέφυγαν στην Ακρόπολη, όπου είχαν συγκεντρώσει μία αποθήκη προμηθειών τις προηγούμενες εβδομάδες.

Την ίδια περίοδο ο Αρχέλαος εγκατέλειψε την πόλη του Πειραιά, και συγκέντρωσε τις δυνάμεις του στην ακρόπολη της πόλης. Ο Σύλλας, σε μία προσπάθεια να σταματήσει μία απόδραση του Αρχέλαου, ο οποίος σίγουρα θα συμμετείχε στον στρατό ενίσχυσης που έστειλε ο Μιθριδάτης ΣΤ' αλλού στην Ελλάδα, άφησε την κατάληψη της Ακρόπολης στον Γάιο Σκριβώνιο Κουρίωνα Βουρβούλιο. Σε κάθε περίπτωση, ο Σύλλας, μη έχοντας ναυτικό, ήταν ανίσχυρος να σταματήσει τη φυγή του Αρχέλαου, ο οποίος μπόρεσε να επανενταχθεί στον στρατό ανακούφισής του. Στη συνέχεια ο Σύλλας προχώρησε στη Βοιωτία για να αντιμετωπίσει τους στρατούς του Αρχέλαου, και να τους απομακρύνει από την Ελλάδα. Πριν φύγει όμως από την περιοχή, έκαψε ολοσχερώς την πόλη του Πειραιά.

Ενώ ο Αριστίωνας και η μερίδα του κατάφεραν να αποτρέψουν τους Ρωμαίους επιτιθέμενους για κάποιο χρονικό διάστημα, τελικά παραδόθηκαν, αφού το νερό τους τελείωσε, και είχαν ακούσει για την ήττα των Ποντίων στη μάχη της Χαιρώνειας. Όλοι τους εκτελέστηκαν λίγο μετά την παράδοσή τους.[4]

Μετά την καταστροφή του Ποντιακού στρατού στη μάχη της Χαιρώνειας, ο Σύλλας είχε άλλη μια νίκη, στη μάχη του Ορχομενού τον επόμενο χρόνο. Ο Σύλλας και ο Μιθριδάτης ΣΤ' του Πόντου συναντήθηκαν τελικά το 85 π.Χ., για να υπογράψουν τη συνθήκη της Δαρδάνου, ολοκληρώνοντας τον Α' Μιθριδατικό Πόλεμο.

Ο στρατός του Σύλλα κατέλαβε την Αθήνα στις Καλένδες του Μαρτίου [5], στην υπατεία του Μάριου και του Κίννα, 12 Φεβρουαρίου 86 π.Χ. Η πολιορκία της Αθήνας ήταν μία μακρά και βάναυση εκστρατεία, όπου η σκληρή μάχη του Σύλλα σκληραγώγησε τις λεγεώνες: οι βετεράνοι του Συμμαχικού Πολέμου κατέστρεψαν ολοσχερώς την πόλη. Η Αθήνα είχε επιλέξει τη λάθος πλευρά σε αυτόν τον αγώνα, που απεικονιζόταν ως πόλεμος της ελληνικής ελευθερίας ενάντια στη ρωμαϊκή κυριαρχία.

Τιμωρήθηκε αυστηρά: μία επίδειξη εκδίκησης, που εξασφάλιζε ότι η Ελλάδα θα παρέμενε υπάκουη στους μετέπειτα εμφυλίους και τους Μιθριδατικούς Πολέμους.[4]

  1. Plutarchus, Lucius Mestrius. The Life of Sulla. Book 12. σελ. 1.
  2. 1 2 Appianus Alexandrinus. The Mithridatic War. Rome. σελ. 22. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 16 Νοεμβρίου 2015. Ανακτήθηκε στις 26 Μαρτίου 2020. More than one of |archivedate= και |archive-date= specified (βοήθεια)
  3. Livius Patavinus, Titus. Periochae Ab Urbe Condita Libri, 78.1 (στα Λατινικά). Rome.
  4. 1 2 Plutarchus, Lucius Mestrius. The Life of Sulla. Book 14. σελ. 7.
  5. Plutarchus, Lucius Mestrius. The Life of Sulla. Book 14. σελ. 6.
  • Antonelli, Giuseppe (1992). Mitridate, il nemico mortale di Roma (στα Ιταλικά). in Il Giornale - Biblioteca storica. Milan. σελ. 49. 
  • Brizzi, Giovanni (1997). Storia di Roma. 1. Dalle origini ad Azio (στα Ιταλικά). Bologna. 
  • Dowling, M.B. (2000). «The Clemency of Sulla». Historia 49 (3): 303–340. 
  • Eckert, A. (2016). Lucius Cornelius Sulla in der antiken Erinnerung. Jener Mörder, der sich Felix nannte. Berlin/New York. 
  • Hoff, M.C. (1997). «Laceratae Athenae. Sulla's Siege of Athens in 87/6 B.C. and its Aftermath». Στο: Hoff, M.C., επιμ. The Romanization of Athens. Oxford. σελίδες 33–51. 
  • Kuin, Inger N.I. (2018). «Sulla and the Invention of Roman Athens». Mnemosyne 71 (4): 616–639. doi:10.1163/1568525X-12342370. https://research.rug.nl/en/publications/7a79d010-850d-4aae-bafa-8ad26b07a939. 
  • Piganiol, André (1927). La conquête romaine (στα Γαλλικά). 
  • Ruggeri, C. (2006). «Silla e la conquista di Atene nell' 86 a.C.». Στο: Amann, P., επιμ. Italo-Tusco-Romana. Festschrift für Luciana Aigner-Foresti zum 70. Geburtstag am 30. Juli 2006. Vienna. σελίδες 315–324. 
  • Santangelo, F. (2007). Sulla, the Elites and the Empire. A Study of Roman Policies in Italy and the Greek East. Leiden. 
  • Thein, A. (2014). «Reflecting on Sulla's Clemency». Historia 63 (2): 166–186. doi:10.25162/historia-2014-0009. 

Εξωτερικοί σύνδεσμοι

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]