Πολιορκία της Άκρας (1799)

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Πολιορκία της Άκρας
Πόλεμοι της Γαλλικής Επανάστασης
حصار-عكا.jpg
Η Πολιορκία της Άκρας, έργο άγνωστου καλλιτέχνη
Χρονολογία 20 Μαρτίου - 21 Μαΐου 1799
Τόπος Άκρα, Βιλαέτι Σιδώνας της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας
Έκβαση Νίκη Οθωμανών και Βρεταννών
Αντιμαχόμενοι
Ηγετικά πρόσωπα
Δυνάμεις
30.000 στρατιώτες,
επιπλέον 12.000 στρατιώτες (ενισχύσεις) στις 7 Μαΐου, πλοία HMS Theseus και HMS Tigre
9.000 στρατιώτες
Απώλειες
άγνωστες
2.300 νεκροί,
2.200 τραυματίες ή άρρωστοι

Η Πολιορκία της Άκρας (αγγλικά: Siege of Acre (1799)) το έτος 1799 ήταν μια ανεπιτυχής πολιορκία της οθωμανικής οχυρωμένης πόλης Άκρας από τις γαλλικές δυνάμεις, και αποτέλεσε κομβικό σημείο της εισβολής του Ναπολέοντα στην Αίγυπτο και τη Συρία. Υπήρξε δε μία από τις λίγες ήττες στην καριέρα του μεγάλου Γάλλου στρατηλάτη.

Υπόβαθρο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Άκρα (πόλη της ευρύτερης περιοχής της Συρίας τότε) ήταν πόλη σημαντικής στρατηγικής σημασίας, εξαιτίας της δεσπόζουσας θέσης της στο δρόμο Συρίας-Αιγύπτου. Ο Βοναπάρτης ήθελε να την καταλάβει μετά την εισβολή του στην Αίγυπτο. Ήλπιζε να προκαλέσει εξέγερση των Σύρων εναντίον των Οθωμανών και ν' απειλήσει τη βρεταννική εξουσία στην Ινδία. Μετά την πολιορκία της Γιάφας, που ακολουθήθηκε από δύο μερόνυχτα σφαγών και βιασμών από τις γαλλικές δυνάμεις, οι υπερασπιστές της ακρόπολης της Άκρας ήταν ακόμη πιο φανατισμένοι ν' αγωνιστούν απέναντι στους Γάλλους.

Η πολιορκία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι Γάλλοι επιχείρησαν να ξεκινήσουν την πολιορκία στις 20 Μαρτίου 1799 χρησιμοποιώντας μόνο το πεζικό τους. Ο Ναπολέων πίστευε ότι η πόλη θα συνθηκολογούσε γρήγορα. Συμφωνώντας με την εκτίμηση ενός από τους υφιστάμενους αξιωματικούς του, διακήρυξε την πεποίθησή του ότι περίπου δύο εβδομάδες θα ήταν αρκετές για την κατάληψη του συνδετικού κρίκου, όπως θεωρούσε την Άκρα, της εκστρατείας του κατάληψης των Αγίων Τόπων, πριν προχωρήσει στην Ιερουσαλήμ.

Παρ' όλα αυτά, τα στρατεύματα του ικανού Οθωμανού διοικητή, Τζεζζάρ Αχμέτ Πασά (Jazzar Pasha, τουρκικά: Cezzar Ahmet Paşa) αρνήθηκαν να παραδοθούν, και αντιστάθηκαν στην πολιορκία για ενάμιση μήνα. Ο Χαΐμ Φαρχί (Haim Farhi), ο Εβραίος σύμβουλος του Τζεζζάρ και δεξί του χέρι, έπαιξε ρόλο κλειδί στην άμυνα της πόλης, επιβλέποντας απευθείας τη μάχη εναντίον των πολιορκητών. Κατά την κατάκτηση της πόλης της Γιάφας από τον Ναπολέοντα, που είχε προηγηθεί, τα γαλλικά στρατεύματα είχαν ανελέητα λεηλατήσει την κατακτημένη πόλη, και χιλιάδες Αλβανοί αιχμάλωτοι πολέμου, στρατιώτες των Οθωμανών, είχαν σφαγιαστεί στην ακτή, πριν οι Γάλλοι κινηθούν βορειότερα. Τα γεγονότα αυτά ήταν πολύ γνωστά στους κατοίκους της Άκρας και τα στρατεύματα που την υπερασπίζονταν, πολλοί εξ αυτών Αλβανοί, με αποτέλεσμα να σκληρύνει η αντίστασή τους.

Ένας στολίσκος του Βρεταννικού Βασιλικού Ναυτικού υπό τον αρχιπλοίαρχο Ουίλλιαμ Σίντνεϋ Σμιθ (William Sidney Smith) βοήθησε στην ενίσχυση της οθωμανικής άμυνας και προμήθευσε την πόλη με επιπλέον κανόνια που τα χειρίζονταν Βρεταννοί ναύτες και πεζοναύτες. Ο Σμιθ χρησιμοποίησε την κυριαρχία του στη θάλασσα για να αιχμαλωτίσει το γαλλικό πυροβολικό πολιορκίας που είχε σταλεί με ένα στολίσκο κανονιοφόρων από την Αίγυπτο, καθώς και να βομβαρδίσει τον παράκτιο δρόμο από τη Γιάφα. Ένας ειδικός του Πυροβολικού, ο Γάλλος αποστάτης Αντουάν Λε Πικάρ ντε Φελιππώ (Antoine Le Picard de Phélippeaux), ανέπτυξε στη συνέχεια ενάντια στις δυνάμεις του Ναπολέοντα τα κανόνια που είχαν αιχμαλωτίσει οι Βρεταννοί. Ο Φελιππώ υπήρξε συμμαθητής του Ναπολέοντα στη Στρατιωτική Σχολή του Παρισιού (γαλλικά: École Militaire de Paris), φιλοβασιλικός, και εχθρός του Γάλλου στρατηλάτη.

Ο Σμιθ αγκυροβόλησε τα πολεμικά πλοία της γραμμής HMS Tigre (γαλλικό πολεμικό παλαιότερα, το οποίο είχαν αιχμαλωτίσει οι Βρεταννοί αφήνοντας ίδιο το όνομά του) και HMS Theseus με τέτοιο τρόπο ώστε τα πλευρά τους να βοηθήσουν στην άμυνα της πόλης. Οι δε κανονιοφόροι του, που είχαν πιο ρηχή καρίνα, μπορούσαν να πλησιάσουν κοντύτερα, και μαζί με τα πλοία της γραμμής βοήθησαν ν' αναχαιτιστούν οι επανειλημμένες γαλλικές επιθέσεις.

Στις 16 Απριλίου, μια τουρκική δύναμη ενίσχυσης από τη Δαμασκό που πλησίαζε στην Άκρα, δέχθηκε επίθεση από γαλλική δύναμη υπό τον στρατηγό Ζαν-Μπατίστ Κλεμπέρ (Jean-Baptiste Kléber) και ακολούθησε η μάχη στο Όρος Ταμπόρ στην περιοχή της Κάτω Γαλιλαίας, στην οποία νίκησαν οι Γάλλοι. Έως δε τις αρχές Μαΐου, είχε φτάσει μέσω ξηράς νέο πολιορκητικό πυροβολικό στους Γάλλους, και τελικώς επιτεύχθηκε στο αποκορύφωμα της μαζικής επίθεσης που εξαπολύθηκε, ρήγμα στις αμυντικές οχυρώσεις.

Παρ' όλα αυτά, αφού είχαν υποστεί πολλές απώλειες για να επιφέρουν το ρήγμα στις οχυρώσεις, οι στρατιώτες του Ναπολέοντα ανακάλυψαν ότι, στο μεταξύ, ο Φαρχί και ο Φελιππώ είχαν ανεγείρει ένα δεύτερο τείχος, αρκετά μέτρα βαθύτερα στην πόλη, εκεί όπου βρισκόταν ο κήπος του Τζεζζάρ Πασά. Η ανακάλυψη της νέας αυτής κατασκευής έπεισε τον Ναπολέοντα και τους άνδρες του ότι η πιθανότητα να καταλάβουν την πόλη ήταν μηδαμινή. Επιπλέον, μετά την αναχαίτιση και της νέας γαλλικής επίθεσης που εξαπολύθηκε, οι τουρκικές ενισχύσεις από τη Ρόδο μπορούσαν ν' αποβιβαστούν.

Έχοντας υποτιμήσει την πείσμονα συμπεριφορά των αμυνόμενων δυνάμεων, σε συνδυασμό με ένα βρεταννικό ναυτικό αποκλεισμό στα γαλλικά λιμάνια εφοδιασμού, καθώς και τις τραχείς καιρικές συνθήκες, οι δυνάμεις του Ναπολέοντα απόμειναν πεινασμένες, μέσα στο κρύο και την υγρασία. Σύντομα ξέσπασε επιδημία στο γαλλικό στρατόπεδο ως αποτέλεσμα της απελπιστικής κατάστασης των ανδρών, η οποία οδήγησε στο θάνατο περίπου 2.000 στρατιωτών.

Καθ' όλη τη διάρκεια της πολιορκίας, τόσο ο Ναπολέων όσο και ο Τζεζζάρ Πασάς αναζητούσαν ματαίως τη βοήθεια του ηγεμόνα Μπασίρ Σιχάμπ (Bashir Shihab II), ο οποίος κυβερνούσε το μεγαλύτερο τμήμα του σημερινού Λιβάνου. Ο Μπασίρ, παρά τις συνεχείς οχλήσεις, παρέμεινε ουδέτερος. Όπως αποδείχθηκε, εκείνοι που ζημιώθηκαν περισσότερο από την ουδετερότητα του Μπασίρ ήταν οι Γάλλοι, καθώς η πιθανή συμμετοχή του στο πλευρό τους θα μπορούσε ν' αλλάξει τις ισορροπίες.

Τελικώς, η πολιορκία, μετά και από μία τελευταία αποτυχημένη γαλλική επίθεση στις 10 Μαΐου, έπαυσε στις 21 του ίδιου μήνα, και ο Ναπολέοντας αποσύρθηκε πίσω στην Αίγυπτο.