Ποινική δίκη

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Ποινική δίκη, σε αντιδιαστολή της αστικής δίκης, είναι η διαδικασία που ακολουθείται από τα αρμόδια όργανα της Πολιτείας για τον καταλογισμό της προσήκουσας ποινικής κύρωσης σε βάρος ενός κατηγορούμενου για την τέλεση μιας αξιόποινης πράξης.
Την διαδικασία αυτής διέπει η Ποινική Δικονομία. Οι ποινικές δίκες διενεργούνται από τα Ποινικά Δικαστήρια.

Αρχές ποινικής δίκης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σύμφωνα με τις σύγχρονες θεωρίες της ποινικής επιστήμης στη ποινική δίκη διακρίνονται οι ακόλουθες επτά γενικές αρχές (σε περίληψη):

  1. Αρχή της ιδιωτικής κατηγορίας. Η αρχή αυτή αναφέρεται με τη στενή έννοια του όρου, στη περίπτωση που ο κατήγορος είναι ο παθών, ή της λαϊκής κατηγορίας που ο κατήγορος είναι οποιοσδήποτε πολίτης.
  2. Αρχή της δημόσιας αυτεπάγγελτης δίωξης. Η αρχή αυτή ισχύει στις περιπτώσεις που την ποινική δίωξη ασκεί και την κατηγορία εκπροσωπεί όργανο της Πολιτείας.
  3. Αρχή της εξεταστικής μορφής της ποινικής δίωξης>. Η αρχή αυτή υφίσταται στη περίπτωση που το όργανο τη Πολιτείας που ασκεί τη δίωξη το ίδιο και δικάζει.
  4. Αρχή της κατηγορητικής μορφής της ποινικής δίωξης. Αυτή ισχύει στη περίπτωση που άλλο όργανο της Πολιτείας ασκεί τη δίωξη και άλλο δικάζει, (αντίθετο της προηγουμένης αρχής).
  5. Αρχή της σκοπιμότητας. Αυτή ισχύει στη περίπτωση που το επιτετραμμένο όργανο που ασκεί τη δίωξη έχει τη διακριτική ευχέρεια να την ασκήσει ή όχι.
  6. Αρχή της νομιμότητας. Αυτή ισχύει στις περιπτώσεις που το επιτετραμμένο όργανο για τη δίωξη έχει υπηρεσιακό καθήκον εφόσον κρίνει ότι υφίστανται στοιχεία διάπραξης αξιόποινης πράξης, να ασκήσει τη δίωξη.
  7. Αρχή της αναζήτησης της ουσιαστικής αλήθειας. Η αρχή αυτή αναφέρεται στο γεγονός ότι στη ποινική δίκη ερευνάται η πραγματική αλήθεια της διάπραξης αξιόποινης πράξης προκειμένου να υποστεί τις συνέπειες ο πραγματικός ένοχος και όχι απλά ο όποιος κατηγορούμενος. Έτσι η αρχή αυτή εξετάζει επί της ουσιαστικής αλήθειας. Εξ αυτής της αρχής και η ομολογία ακόμα του κατηγορουμένου δεν αποτελεί δέσμευση για τον δικαστή.

Από την τελευταία εγείρονται ειδικότερα τέσσερις επιμέρους αρχές ιδιαίτερα σημαντικές:

  1. Αρχή της ανάκρισης. Βάσει της οποίας η απόδειξη είναι έργο του δικαστή.
  2. Αρχή χρήσης παντός αποδεικτικού μέσου, βάσει της οποίας επιτρέπεται η χρήση οποιουδήποτε αποδεικτικού μέσου,(κατά κανόνα).
  3. Αρχή της ελεύθερης εκτίμησης, που αναφέρεται στην εκτίμηση των αποδείξεων, και
  4. Αρχή μη ενοχής, επί αμφιβολίας. Σύμφωνα μ΄ αυτή αν υπάρξουν αμφιβολίες περί της ενοχής κατηγορουμένου / κατηγορουμένων ο δικαστής πρέπει να τον/τους αθωώσει.
  • Στην Ελλάδα ισχύει η αρχή της δημόσιας αυτεπάγγελτης δίωξης, υπό την κατηγορητική μορφή, και την αρχή της νομιμότητας.

Μέρη - στάδια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σε γενικές γραμμές παγκοσμίως, κατά τη ποινική επιστήμη, αναγνωρίζεται ότι η ποινική δίκη διακρίνεται βασικά σε δύο μέρη, ή στάδια, στη προδικασία και στη κυρία ή επ΄ ακροατηρίω διαδικασία, ενώ κατ΄ άλλους σε τέσσερα στάδια, συμπεριλαμβανομένων την άσκηση ένδικων μέσων και τη διαδικασία εκτέλεσης των αποφάσεων.

1. Η προδικασία, τόσο από επιστημονικής όσο και από πρακτικής σκοπιάς διακρίνεται επιμέρους
α) στην κυρία προδικασία που περιλαμβάνει ι) την προανάκριση (ή προειαγωγική ανάκριση) και ιι) την κυρία ή τακτική ανάκριση, και
β) την ενδιάμεση ανάκριση, που γίνεται ενώπιον δικαστικών συμβουλίων (Συμβούλιο Πλημμελειοδικών ή Εφετών).
2. Η κυρία διαδικασία, ή επ΄ ακροατηρίω διακρίνεται και αυτή σε δύο επιμέρους στάδια:
α) την προπαρασκευαστική διαδικασία (που αφορά κλητεύσεις - επιδόσεις, προσαγωγές) και
β) την κυρία διαδικασία (της ποινικής δίκης) που είναι η διαδικασία - εξέταση που γίνεται εντός του δικαστηρίου. Πρόκειται για το σημαντικότερο στάδιο, όπου και αποφασίζεται η αθώωση ή η ενοχή του κατηγορουμένου.
3. Η άσκηση ένδικων μέσων που αφορούν προβαλλόμενες αντιρρήσεις εναντίον απόφασης ή βουλεύματος με σκοπό την εξαφάνιση, ή την μεταρρύθμιση, ή την ακύρωση. (Σημειώνεται ότι τα ένδικα μέσα είναι η έφεση και η αίτηση αναίρεσης). Και τέλος
4. Η εκτέλεση απόφασης, που αποτελεί και το τελικό στάδιο όπου κατ΄ αυτό η μεν αθωωτική απόφαση εκτελείται αμέσως μόλις απαγγελθεί, ενώ η καταδικαστική απόφαση όπως και κάθε διάταξη του δικαστή ή εισαγγελέα μόλις γίνει αμετάκλητη. Αρμόδιος για την εκτέλεση της απόφασης είναι ο εισαγγελέας.

Σημειώσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Η διάκριση της προδικασίας σε προανάκριση και τακτική ανάκριση βασίζεται στην ιδιότητα εκείνου που την διενεργεί, όπου στη μεν πρώτη περίπτωση μπορεί να είναι ο ίδιος ο εισαγγελέας ή υπό την διεύθυνση και κατά παραγγελία αυτού οι καλούμενοι ανακριτικοί υπάλληλοι (γενικοί ή ειδικοί), στη δε δεύτερη περίπτωση μόνο τακτικός δικαστής, ο ανακριτής.
  • Στην άσκηση ένδικων μέσων υφίστανται και άλλες έκτακτες διαδικασίες που στρέφονται κατά αποφάσεων που έχουν ισχύ δεδικασμένου, όπως είναι η επανάληψη δίκης, αναψηλάφηση, η αποκατάσταση και αποζημείωση των αδίκως καταδικασθέντων ή προσωρινά κρατηθέντων.

Πρόσωπα Ποινικής Δίκης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα πρόσωπα που λαμβάνουν μέρος σε μία ποινική δίκη διακρίνονται σε βασικά, πρόσθετα και βοηθητικά.
Βασικά πρόσωπα θεωρούνται ο Εισαγγελέας, ο Δικαστής , στην έννοια του οποίου περιλαμβάνονται και οι Ένορκοι και ο κατηγορούμενος.
Πρόσθετα πρόσωπα της ποινικής δίκης είναι ο πολιτικός ενάγων και ο αστικός υπεύθυνος.
Βοηθητικά πρόσωπα ποινικής δίκης θεωρούνται ο γραμματέας, ο συνήγορος, ο επιμελητής ανηλίκων, πραγματογνώμονες και οι αρμόδιοι αστυνομικοί υπάλληλοι.

Αποδεικτικά μέσα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αποδεικτικά μέσα της πονικής δίκης είναι:

  1. οι ενδείξεις,
  2. η αυτοψία,
  3. η πραγματογνωμοσύνη,
  4. η ομολογία του κατηγορουμένου,
  5. οι μάρτυρες και
  6. τα έγραφα.

Δείτε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Δ. Ντζιώρας "Σύστημα Ελληνικής Ποινικής Δικονομία" τομ.1ος σελ.5 - Αθήναι 1973
  • Φ. Βηλαράς "Ποινικόν Δίκαιον Γενικό μέρος" σελ.6 κ.ε. - Αθήναι 1969