Περσικές επιστολές

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Περσικές επιστολές
Lpersanesmarteau.jpg
Εξώφυλλο έκδοσης του 1754
ΣυγγραφέαςΜοντεσκιέ
ΤίτλοςLettres persanes
ΓλώσσαΓαλλικά
Ημερομηνία δημιουργίας1720
Ημερομηνία δημοσίευσης1721
Είδοςσάτιρα
επιστολικό μυθιστόρημα
Commons page Σχετικά πολυμέσα

Οι Περσικές επιστολές (γαλλικός τίτλος: Lettres persanes) είναι επιστολικό μυθιστόρημα του Μοντεσκιέ που εκδόθηκε το 1721 και αποτελείται από 161 επιστολές. Αφηγείται με σατιρική διάθεση τις εμπειρίες δύο φανταστικών Περσών ευγενών αξιωματούχων, που πέρασαν αρκετά χρόνια στη Γαλλία την εποχή του Λουδοβίκου ΙΔ' και της Αντιβασιλείας και παρουσιάζει τη γαλλική κοινωνία αλλά και την πατρίδα τους με την τεχνική των «εγκιβωτισμένων» αφηγήσεων.[1]

Το μυθιστόρημα εκδόθηκε την άνοιξη του 1721 στο Άμστερνταμ ανώνυμα και ο Μοντεσκιέ, από σύνεση, κάτι που του επέτρεψε να ασκήσει κριτική στην τότε γαλλική κοινωνία και εξουσία χωρίς να διακινδυνεύει τη λογοκρισία.

Οι Περσικές Επιστολές είναι ένα ειρωνικό βιβλίο, σύντομο αλλά βαθύ σε περιεχόμενο, στα πλαίσια του πνεύματος του Διαφωτισμού. Μέσα από την «έκπληκτη και αφελή ματιά» των ξένων προς τα δυτικά έθιμα πρωταγωνιστών, συχνά καταφεύγει στο μαύρο χιούμορ και γελοιοποιεί συνεχώς τη γαλλική αυλή.[2]

Δημοσίευση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η πρώτη έκδοση του μυθιστορήματος, που περιλάμβανε 150 γράμματα, εμφανίστηκε τον Μάιο του 1721 στο Άμστερνταμ ανώνυμα. Μια δεύτερη έκδοση αργότερα το ίδιο έτος, περιελάμβανε 3 νέες επιστολές αλλά παρέλειπε 13 από τις αρχικές. Μια μεταθανάτια έκδοση το 1758, που εξέδωσε ο γιος του Μοντεσκιέ, περιελάμβανε 8 νέες επιστολές – ανεβάζοντας το σύνολο σε 161 – και ένα σύντομο κείμενο του συγγραφέα με τίτλο Μερικοί στοχασμοί σχετικά με τις Περσικές επιστολές. Αυτή η έκδοση ήταν η πηγή όλων των επόμενων εκδόσεων πριν από τον τόμο I των Απάντων του Μοντεσκιέ το 2004, όπου επανέρχεται το κείμενο της αρχικής έκδοσης, αλλά περιλαμβάνει τα πρόσθετα γράμματα που επισημαίνονται ως «συμπληρωματικά».[3]

Το έργο γνώρισε τεράστια επιτυχία, σύντομα όμως απαγορεύτηκε από τον πρωθυπουργό του Λουδοβίκου ΙΕ΄, τον καρδινάλιο Ντυμπουά, και τελικά η Αγία Έδρα το 1762 το συμπεριέλαβε στον Κατάλογο Απαγορευμένων Βιβλίων. Παρόλα αυτά, επανεκδόθηκε πολλές φορές κατά τη διάρκεια του 18ου αιώνα.

Υπόθεση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εικονογράφηση από γερμανική έκδοση του 1759

Το 1711 ο Ουζμπέκ φεύγει από το Ισφαχάν και ταξίδεψε στη Γαλλία, συνοδευόμενος από τον νεαρό φίλο του Ρίκα. Αφήνει πίσω του στο σεράι πέντε συζύγους στη φροντίδα αρκετών ευνούχων. Κατά τη διάρκεια του ταξιδιού και της μακροχρόνιας παραμονής τους στο Παρίσι (1712 έως 1720), σχολιάζουν, σε επιστολές που ανταλλάσσουν με φίλους και οικείους τους, πολλές πτυχές της δυτικής, χριστιανικής κοινωνίας, ιδιαίτερα της γαλλικής πολιτικής και των τρόπων, μεταξύ των οποίων τα καταστροφικά αποτελέσματα και την κερδοσκοπία του οικονομικού συστήματος του Τζων Λω. Η έκπληξη των δύο Περσών περιηγητών αποτελεί το πρόσχημα για την κριτική της εποχής του τέλους της βασιλείας του Λουδοβίκου ΙΔ΄.[4]

Με την πάροδο του χρόνου, μια στάση εμφανίζεται πίσω στο σεράι και, ξεκινώντας από το 1717, η κατάσταση παίρνει δραματικές εξελίξεις. Ο Ουζμπέκ διατάζει τον ευνούχο του κεφαλιού να πατάξει την εξέγερση των γυναικών του, αλλά το μήνυμά του δεν φτάνει εγκαίρως και οι ταραχές επιφέρουν τον θάνατο των συζύγων του και των περισσότερων ευνούχων και την αυτοκτονία της αγαπημένης του Ρωξάνης.

Το Χρονολόγιο μπορεί να συνοψιστεί ως εξής:

  • Επιστολές 1–23: Το ταξίδι από το Ισφαχάν στη Γαλλία, διαρκεί σχεδόν 14 μήνες (από 19 Μαρτίου 1711 έως 4 Μαΐου 1712).
  • Επιστολές 24–92: Παρίσι επί της βασιλείας του Λουδοβίκου ΙΔ΄, 3 χρόνια συνολικά (από τον Μάιο του 1712 έως τον Σεπτέμβριο του 1715).
  • Επιστολές 93–143 συν η συμπληρωματική επιστολή 8 : η Αντιβασιλεία του Φιλίππου της Ορλεάνης, που καλύπτει 5 χρόνια (από τον Σεπτέμβριο του 1715 έως τον Νοέμβριο του 1720).
  • Επιστολές 146–161: η κατάρρευση του σεραγιού στο Ισφαχάν, περίπου 3 χρόνια (1717–1720).

Κοινωνικός σχολιασμός[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στο Παρίσι, οι δύο Πέρσες περιηγητές εκφράζονται και καταγράφουν τις απόψεις άλλων για μια μεγάλη ποικιλία θεμάτων, από κυβερνητικά ιδρύματα μέχρι τα σαλόνια. Η διαφορά ιδιοσυγκρασίας των δύο φίλων είναι αξιοσημείωτη, ο Ουζμπέκ ενδιαφέρεται περισσότερο για την πολιτική, τη θρησκεία, τους θεσμούς, ενώ ο Ρίκα αναφέρεται κυρίως σε πτυχές της καθημερινής γαλλικής ζωής. Και οι δύο διατηρούν τον πλούσιο σατιρικό τόνο του Μοντεσκιέ που στοχεύει στην κοινωνική και πολιτική κριτική.

Τα γεγονότα αναφέρονται στην εποχή λίγο πριν το θάνατο του Λουδοβίκου ΙΔ΄, το Μέγαρο των Απομάχων μόλις ολοκληρώνεται και τα καφέ και τα θέατρα πολλαπλασιάζονται. Οι Πέρσες παρατηρούν τη λειτουργία του κοινοβουλίου, των δικαστηρίων, των θρησκευτικών ταγμάτων (Καπουτσίνοι, Ιησουίτες, κ.λπ.), των δημόσιων χώρων συνάθροισης των πολιτών (τον κήπο του Κεραμεικού, το Παλαί Ρουαγιάλ), τα κρατικά ιδρύματα κλ. Τα καφενεία – όπου γίνονται οι συζητήσεις – έχουν καθιερωθεί ως δημόσιος θεσμός, όπως και τα θέατρα και η όπερα. Υπάρχουν ακόμη κάποιοι που εξακολουθούν να ψάχνουν για τη φιλοσοφική λίθο. Ο Τύπος αρχίζει να διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στην καθημερινή ζωή. Τα πάντα, από ιδρύματα (Πανεπιστήμια, Γαλλική Ακαδημία, Επιστήμες) κοινωνικές ομάδες μέχρι μεμονωμένα άτομα (οι τραγουδιστές της όπερας, οι απόστρατοι κλ) απασχολούν τους ανήσυχους ταξιδιώτες.[5]

Ο Ουσμπέκ προβληματίζεται επίσης για τις θρησκευτικές αντιθέσεις. Αν και δεν σκέφτηκε ποτέ να αποκηρύξει το Ισλάμ, ορισμένες πτυχές του Χριστιανισμού, όπως η Αγία Τριάδα ή η Θεία κοινωνία τον προβλημάτισαν, και έγραψε στις Αρχές για να ρωτήσει, για παράδειγμα, γιατί ορισμένα τρόφιμα θεωρούνταν ακάθαρτα. Συγκρίνει τις δύο θρησκείες και μάλιστα όλες τις θρησκείες όσον αφορά την κοινωνική τους χρησιμότητα. Πολλές σκέψεις του μυθιστορήματος θα αναπτυχθούν αργότερα στο έργο Το πνεύμα των νόμων για πολλά θέματα όπως τα είδη των εξουσιών, η επιρροή του κλίματος και η κριτική του αποικισμού.

Κοινωνική και πολιτική κριτική[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο αναγνώστης του 18ου αιώνα που διάβαζε αυτό το επιστολικό μυθιστόρημα, αρχικά διασκέδαζε με τους Πέρσες και την αφέλειά τους απέναντι στα δυτικά έθιμα. Αλλά σύντομα συνειδητοπούσε ότι ο διακωμωδούμενος ήταν ο ίδιος. Διότι ο Μοντεσκιέ επικρίνει τα έθιμα και τους τρόπους συμπεριφοράς και ενδυμασίας των Γάλλων, ιδιαίτερα των Παριζιάνων, χρησιμοποιώντας υπερβολές, αντιθέσεις, μεταφορές, συσσωρεύσεις παραδειγμάτων... Αλλά η μόδα δεν ενδιαφέρει καθόλου τον συγγραφέα. Αν διαβάσουμε ανάμεσα από τις γραμμές, ο Μοντεσκιέ επικρίνει ξεκάθαρα σιωπηρά το μοναρχικό σύστημα, το «φονικό όπλο» που δημιούργησε ο Ρισελιέ με τη συγκέντρωση των τριών εξουσιών (νομοθετική, δικαστική και εκτελεστική) υπό την εξουσία ενός και του αυτού προσώπου: του βασιλιά. [6]

Η περιγραφή του δεσποτικού τρόπου διακυβέρνησης της Περσίας και των περσικών εθίμων είναι το τέλειο εργαλείο για την καταγγελία των γαλλικών ηθών και τον αυταρχισμό της γαλλικής εξουσίας. Η οπτική γωνία είναι διπλή και διασταυρούμενη: είναι αυτή δύο Περσών περιηγητών, που μέσα από τα έκπληκτα, διασκεδαστικά ή επικριτικά μάτια τους παρουσιάζεται η βασιλική αυλή της Γαλλίας και η γαλλική κοινωνία αλλά και του Ευρωπαίου αναγνώστη που γνωρίζει το κλειστό σύμπαν του σεραγιού, το περιβάλλον του οποίου είναι ταυτόχρονα ένας «τόπος ηδονών και απολαύσεων» και μια χρυσή φυλακή όπου παραβιάζονται οι ελευθερίες των γυναικών και όπου ασκείται ο δεσποτισμός του σουλτάνου. Συγχρόνως, η γαλλική πραγματικότητα μπορεί να μεταφερθεί στην Περσία και οι ενέργειες των ευνούχων θυμίζουν τις δολοπλοκίες των υπουργών και των αυλικών έναντι του βασιλιά. [7]

Μετάφραση στα ελληνικά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Περσικές επιστολές, μετάφραση: Νίκη Μολφέτα, εκδόσεις Καστανιώτης, 1998[8]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]