Περί της Φύσεως των Θεών

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Περί της Φύσεως των Θεών
Cicero, De natura deorum, BAV, Urb. lat. 319.jpg
Χειρόγραφο του 15ου αιώνος, Βατικανό
Συγγραφέας Κικέρων
Τίτλος De natura deorum
Γλώσσα Κλασσικά Λατινικά
Είδος θεολογία, φιλοσοφοία
Θέμα Ρωμαϊκή θρησκεία, Αρχαία Ελληνική Θρησκεία
Προηγούμενο Τουσκουλανές Διατριβές
Επόμενο Περί Μαντικής
Dewey Decimal 292.07

Το De Natura Deorum (Περί της Φύσεως των Θεών) είναι ένας φιλοσοφικός διάλογος γραμμένος από τον Ρωμαίο ρήτoρα Κικέρωνα το 45 ΠΚΕ. Είναι χωρισμένος σε τρία βιβλία, το καθένα από τα οποία πραγματεύεται την θεολογία διαφόρων Ρωμαίων και Ελλήνων φιλοσόφων. Ο διάλογος χρησιμοποιεί την συζήτηση των Επικούρειων, Στωικών και σκεπτικιστικών (Πλατωνιστικών) θεωριών με σκοπό να εξετάσει θεμελιώδη ερωτήματα της θεολογίας.

Έργο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το Περί της Φύσεως των Θεών ανήκει στην κατηγορία των φιλοσοφικών έργων που έγραψε ο Κικέρωνας δύο χρόνια πριν τον θάνατό του.[1] Κοντά στην εισαγωγή του έργου αναφέρει ότι έγραψε αυτό το βιβλίο τόσο σαν μια ανακούφιση από την πολιτική του αδράνεια στην οποία περιορίστηκε λόγω της επικράτησης του Ιουλίου Καίσαρα, όσο και σαν μια απόσπαση από την θλίψη που του προκάλεσε ο θάνατος της κόρης του Τουλλίας.[1]

Ο διάλογος φέρεται να πραγματοποιήθηκε στη Ρώμη στο σπίτι του Γάιου Αυρηλίου Κόττα.[2] Στον διάλογο εμφανίζεται σαν αρχιερέας, αλλά όχι σαν ύπατος. Έγινε αρχιερέας λίγο μετά το 82 ΠΚΕ και ύπατος το 75 ΠΚΕ, και ενώ ο Κικέρων, ο οποίος ήταν παρών στον διάλογο σαν ακροατής, δεν επέστρεψε στην Αθήνα μέχρι το 77 ΠΚΕ, ο δραματικός χρόνος μπορεί να οριστεί μεταξύ 77 και 75 ΠΚΕ, όταν ο Κικέρων ήταν 30 ετών και ο Κόττα περίπου 48.

Το βιβλίο περιέχει διάφορες ασάφειες και αντιφάσεις που δείχνουν ότι πιθανόν να μην αναθεωρήθηκε ποτέ από τον Κικέρωνα και να μην δημοσιεύτηκε πριν από τον θάνατό του. Για το περιεχόμενο, ο Κικέρων στηρίχθηκε κατά κύριο λόγο σε προγενέστερες ελληνικές πηγές. Παρόλ' αυτά, η βιαστική παράταξη από τον Κικέρωνα θεωριών από αυθεντίες που έγραψαν ανεξάρτητα η μία από την άλλη δείχνει ότι το έργο στερείται συνοχής και τα επιχειρήματα που εκθέτει ο ένας ομιλητής μερικές φορές δεν ανταποδίδονται από τους επόμενους ομιλητές.

Περιεχόμενα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο ίδιος ο Κικέρωνας διηγείται εξ ολοκλήρου τον διάλογο, παρόλο που δεν διαδραματίζει ενεργό ρόλο στη συζήτηση. O Γάιος Βέλλειος εκπροσωπεί την επικούρεια σχολή, ο Κουίντος Λουκίλιος Βάλβος την στωική και ο Γάιος Κόττα τον ακαδημεικό σκεπτικισμό του ίδιου του Κικέρωνα. Το πρώτο βιβλίο του διαλόγου περιλαμβάνει τη εισαγωγή του Κικέρωνα,την επιχειρηματολογία του Βέλλειου για την Επικούρεια θεολογία και την κριτική του Κόττα για τον Επικουρειανισμό . Το δεύτερο βιβλίο εστιάζει στην εξήγηση του Βάλβου και την υπεράσπιση της Στωικής θεολογίας. Το τρίτο βιβλίο αναλύει την κριτική του Κόττα στους ισχυρισμούς του Βάλβου . Τα συμπεράσματα του Κικέρωνα είναι διχασμένα και σιωπηλά, "μια στρατηγική πολιτισμένης δεκτικότητας"· συμπεραίνει, ωστόσο, ότι οι ισχυρισμοί του Βάλβου πλησιάζουν πιο κοντά την αλήθεια.

Bιβλίο 1[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στο πρώτο βιβλίο ο Κικέρων επισκέπτεται το σπίτι του Κόττα τον Μέγιστο Αρχιερέα, οπού βρίσκει τον Κόττα με τον Βέλλειο - Γερουσιαστή και Επικούρειο, και τον Βάλβο υποστηρικτή των Στωικών. Ο ίδιος ο Κόττα είναι ακαδημεικός και ενημερώνει τον Κικέρωνα ότι συζητούσαν για την φύση των Θεών. Ο Βέλλειος παραθέτει τη γνώμη του Επικούρου για το συγκεκριμένο θέμα.[3] Ο Βέλλειος ζητά να παρουσιάσουν τα επιχειρήματά τους αφού ανακεφαλαιώσει αυτά που είχε ήδη πει.[3] Η ομιλία του Βέλλειου αποτελείται από τρία μέρη: μια γενικευμένη επίθεση στην πλατωνική και στην στωική κοσμολογία· μια ιστορική ανακεφαλαίωση των προγενεστέρων φιλοσόφων· και μια παρουσίαση της επικούρειας θεολογίας.[4] Ο Βέλλειος αυξάνει την δυσκολία υποθέτοντας ότι η δημιουργία του σύμπαντος πραγματοποιήθηκε σε συγκεκριμένη χρονική περίοδο, και αμφισβητεί το πιθανό κίνητρο του Θεού να αναλάβει αυτό το έργο.[5] To ιστορικό τμήμα (10-15) είναι γεμάτο από ανακρίβειες και εσφαλμένες δηλώσεις, οι οποίες δείχνουν ότι πιθανόν ο Κικέρων είχε άγνοια, μέχρι που o Kόττα εγκωμίασε αυτή την καταγραφή .[6] Ο σκοπός ,παρ' όλα αυτά, του Βέλλιου είναι να δείξει ότι η επικούρεια άποψη για τον Θεό σαν ένα αγαθό, αιώνιο ον, που κατέχει την λογική, και σε ανθρώπινη μορφή, είναι η μόνη βάσιμη, και όλες οι άλλες διαφορετικές απόψεις θεωρούνται απόδειξη της έλλειψης αξίας τους .[6] Στο υπόλοιπο του βιβλίου, ο Κόττα επιτίθεται στις θέσεις του Βέλλειου αναφορικά με την μορφή των Θεών, και την απαλλαγή τους από την δημιουργία και την πρόνοια .[7]

Bιβλίο 2[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στο δεύτερο βιβλίο, ο Βάλβος παρουσιάζει την τοποθέτηση των Στωικών στο θέμα για τους Θεούς[7]. Υπαινίσσεται την λαμπρότητα του κόσμου, και την κυριαρχία της πίστης, και αναφέρεται στην συχνή εμφάνιση των ίδιων των Θεών στην ιστορία.[7] Μετά από την αναφορά του στην άσκηση της μαντικής, ο Βάλβος συνεχίζει με τα "τέσσερα αίτια" του Κλεάνθη για το πώς η ιδέα για τους Θεούς έχει εμφυτευτεί στα μυαλά των ανθρώπων: (1) μια προ-γνώση για τα μελλοντικά γεγονότα (2) τα σπουδαία πλεονεκτήματα που απολαμβάνουμε από την φύση (3) o τρόμος με τον οποίον κάθε νους επηρέαζεται από κεραυνούς, καταιγίδες, και άλλα παρόμοια (4) και η τάξη και η κανονικότητα του σύμπαντος. Ο Βάλβος υποστηρίζει επιπλέον ότι ο κόσμος, ή το σύμπαν, και τα μέρη του, κατέχονται από λογική και σοφία.[8] Τέλος συζητάει για την δημιουργία του κόσμου, την πρόνεια των Θεών, και απορρίπτει "ότι ένας κόσμος, τόσο όμορφα στολισμένος,θα μπορούσε να δημιουργηθεί τυχαία, ή από μια τυχαία συνένωση ατόμων."[8] Το πρόβλημα για το πώς δικαιολογείται η παρουσία της δυστυχίας και της καταστροφής σε έναν κόσμο που κυβερνιέται με πρόνοια θίγεται ελάχιστα στο τέλος του βιβλίου .[9]

Bιβλίο 3[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στο τρίτο βιβλίο, ο Κόττα αντικρούει τις θεωρίες του Βάλβου.[10] Ένα μεγάλο κομμάτι του κειμένου, πιθανόν περίσσοτερο από το ένα τρίτο, έχει χαθεί.[9] O Κόττα παρουσιάζει τις εμφανίσεις των Θεών σαν ανούσιες ιστορίες.[11] Εδώ ακολουθεί ένα κενό στο κείμενο, συνεχίζοντας με τον Κόττα να επιτίθεται στα τέσσερα αίτια του Κλεάνθη.[11] Ο Κόττα αντικρούει τις Στωικές απόψεις για την λογική που αποδίδεται στο σύμπαν και στα μέρη του.[12] Δέκα κεφάλαια (16-25) είναι αφιερωμένα στην δυσανάλογα μακρά συζήτηση για την μυθολογία, με παραδείγματα που επαναλαμβάνονται σε μια υπέρμετρη έκταση.[13] Εδώ ακολουθεί ένα μεγάλο κενό στο κείμενο, στο τέλος του οποίου ο Κόττα φαίνεται να επιτίθεται στην θεωρία της προνοιακής φροντίδας για τους ανθρώπους.[12][13] Ο Κικέρων αναφέρει "Η συζήτηση τέλειωσε εδώ, και αποχωρίσαμε. Ο Βέλλειος έκρινε ότι τα επιχειρήματα του Κόττα ήταν τα αληθέστερα, αλλά εκείνα του Βάλβου μου φαίνονται να έχουν την μεγαλύτερη πιθανότητα."[12]

Επιρροές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι Χριστιανοί συγγραφείς Τερτουλλιανός,Μινούκιος Φήλιξ, Λακτάνιος και Αυγουστίνος γνώριζαν αυτό το έργο και τα επιχειρήματά τους εναντίον του πολυθεϊσμού είχαν σε μεγάλο βαθμό δανειστεί απ' αυτό.[14]

Αυτό το έργο, μαζί με το Περί Καθηκόντων και Περί Μαντικής έχει επηρέασει σημαντικά τις φιλοσοφίες του 18ου αιώνος. Ο Ντέιβιντ Χιούμ γνώριζε και αυτός το έργο και το χρησιμοποίησε για να συγγράψει το δικό του Διάλογοι για τη φυσική θρησκεία .[15] Ο Βολταίρος περιέγραψε το Περί της Φύσεως των Θεών και το Τουσκουλανές Διατριβές σαν "δύο από τα ομορφότερα βιβλία που έχουν παραχθεί από την σοφία της ανθρωπότητας".[16]

Το 1811, ένα τέταρτο βιβλίο "ανακαλύφθηκε" και δημοσιεύτηκε από έναν "Π. Σεραφίνους" στην Μπολόνια[17] Σ' αυτή την πλαστογράφηση ο Κικέρων παρουσιάζει σημεία που είναι συμβατά με το χριστιανικό δόγμα και επιχειρηματολογεί υπέρ μιας αρχής αντίστοιχης του Παπισμού.[17]

Απόψεις για το έργο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αυτό το έργο, αν και δεν έχει γραφτεί από ορθόδοξο Επικούρειο ή Στωικό, είναι σημαντικό επειδή συμπληρώνει τα ελάχιστα αρχικά κείμενα που απομένουν από τους Επικούρειους και τους Στωικούς που συζητούν τις απόψεις τους για τη θρησκεία και τη θεολογία. Συγκεκριμένα, η θερμή επιστημονική συζήτηση επικεντρώθηκε στη συζήτηση αυτού του κειμένου στο 1,43-44 για το πώς μπορεί να ειπωθεί ότι οι Θεοί των Επικούρειων "υπάρχουν". Ο Ντέιβιντ Σέντλει, για παράδειγμα, θεωρεί ότι οι Επικούρειοι, έτσι όπως παρουσιάζονται σε αυτό το κείμενο και αλλού, πιστεύουν ότι «οι Θεοί είναι η δική μας γραφική εξιδανίκευση της ζωής στην οποία προσβλέπουμε» [18] ενώ ο Ντέιβιντ Κονστάν υποστηρίζει ότι «οι Θεοί των Επικούρειων είναι πραγματικοί , με την έννοια ότι υπάρχουν ως ατομικές ενώσεις και διαθέτουν τις ιδιότητες που σχετίζονται με την ιδέα, ή πρόληψις, ότι οι άνθρωποι έχουν στοιχεία από αυτούς. " [19]

Κείμενο στα αγλικά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πρωτότυπο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μεταφράσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]


  1. 1,0 1,1 Brooks 1896
  2. Brooks 1896
  3. 3,0 3,1 Dunlop 1827
  4. Rackham, H.. Cicero: De Natura Deorum; Academica. Loeb Classical Library, σελ. xvi. 
  5. Brooks 1896
  6. 6,0 6,1 Brooks 1896
  7. 7,0 7,1 7,2 Dunlop 1827
  8. 8,0 8,1 Dunlop 1827
  9. 9,0 9,1 Brooks 1896
  10. Dunlop 1827
  11. 11,0 11,1 Dunlop 1827
  12. 12,0 12,1 12,2 Dunlop 1827
  13. 13,0 13,1 Brooks 1896
  14. Brooks 1896
  15. Holden, Thomas (2010). Spectres of Fasle Divinity: Hume's Moral Atheism. Oxford Universoty Press, σελ. 28. 
  16. 'Les deux plus beaux ouvrages qu’ait jamais écrits la sagesse qui n’est qu’humaine' [Voltaire, "Cicéron", Dictionnaire philosophique (1764); Œuvres complètes (Garnier) 18:181]
  17. 17,0 17,1 Farrer, James Anson (1907). Literary Forgeries. Longmans, Green & Co., σελ. 10-12. 
  18. Ο David Sedley , Θεολογικός Ιννατισμός του Epicurus.
  19. Ο David Konstan , ο Επίκουρος στους Θεούς .