Περί αιωνιότητας και χρόνου (Πλωτίνος)

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Η πραγματεία Περί αιωνιότητας και χρόνου (αρχαιοελληνικά: Περὶ αἰῶνος καὶ χρόνου) του Πλωτίνου, ενταγμένη στις Εννεάδες με αρίθμηση ΙΙΙ 7 (45), είναι ένα θεμελιώδες κείμενο αρχαίας Ελληνικής φιλοσοφίας, που άνοιξε τον δρόμο τόσο στην αντίστοιχη μελέτη του Αυγουστίνου (Εξομολογήσεις, βιβλίο 11) όσο και στις κατοπινές προσπάθειες διερεύνησης της έννοιας «χρόνος» (π.χ. του Immanuel Kant, του Henri Bergson και του Martin Heidegger).

Βασικοί φιλόσοφοι, τους οποίους λαμβάνει υπόψη του ο Πλωτίνος, είναι ο Πλάτων (Τίμαιος 37b-e), ο Αριστοτέλης (Φυσικά Δ 10-14), οι Στωικοί και ο Επίκουρος. Ο Πλωτίνος τους σχολιάζει κριτικά και καταλήγει σε μια πρωτότυπη και ριζοσπαστική σύλληψη του θέματος.

Δομή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η πλωτινική πραγματεία αποτελείται από 13 Κεφάλαια.

Αφού στο Κεφάλαιο 1 διακρίνει τις δύο έννοιες λέγοντας ότι η αιωνιότητα είναι μια άφθαρτη και άχρονη πραγματικότητα, ενώ ο χρόνος ανήκει στη σφαίρα του γίγνεσθαι και του αισθητού σύμπαντος, ο Πλωτίνος δικαιολογεί την απόφασή του να ξεκινήσει από την αιωνιότητα, στα Κεφάλαια 2-6, για να επεξεργαστεί στη συνέχεια τον χρόνο, στα Κεφάλαια 7-13.

Περιεχόμενα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Κεφάλαιο 1:

Από πού θα ξεκινήσει και προς τα πού θα πορευτεί η έρευνα

Η αιωνιότητα και ο χρόνος ανήκουν σε διαφορετικές περιοχές και δεν πρέπει να τις συγχέουμε ή να τις προσπερνάμε επιπόλαια. Η αιωνιότητα είναι κάτι άφθαρτο και άχρονο, ενώ ο χρόνος αφορά τις μεταβολές και τα αισθητά.

Η μέθοδός μας: Θα στραφούμε προς όσους μελέτησαν αυτές τις έννοιες και θα εξετάσουμε τι σωστό έχει ειπωθεί γι’ αυτές. Θα ξεκινήσουμε όμως από το πρότυπο που είναι η αιωνιότητα, για να συνεχίσουμε με την εικόνα της που είναι ο χρόνος. Αυτή η επιλογή στηρίζεται στην Πλατωνική πεποίθηση ότι η αιωνιότητα προηγείται του χρόνου.

  • Κεφάλαιο 2:

Η αιωνιότητα ανήκει στα νοητά αλλά και στο Ένα

Η αιωνιότητα ανήκει στα νοητά (= ιδεατά) όντα αλλά δεν ταυτίζεται με αυτά. Διαφέρει κατά το ότι ενώ αυτά είναι εντελώς ακίνητα, η αιωνιότητα συμπεριλαμβάνει κίνηση: μέσα της υπάρχει πυρετώδης ενέργεια και ζωντάνια. Αφετέρου η αιωνιότητα παραμένει στο Ένα (Πλάτωνος: Τίμαιος 37d), άρα συμμετέχει στην ακινησία, χωρίς να ταυτίζεται με αυτήν.

  • Κεφάλαιο 3:

Η αιωνιότητα είναι ενότητα πολλών ως ζωή που κατέχει όλο το παρόν. Πρώτος ορισμός.

Ενώ η αιωνιότητα είναι μία, συμπεριλαμβάνει πολλά και μάλιστα τις πέντε γενικότατες έννοιες που ανακάλυψε ο Πλάτων: το Είναι, την κίνηση, την ακινησία, την ταυτότητα και την ετερότητα.

Έτσι συγκροτούνται όσα συναποτελούν την αιωνιότητα: α) η ζωντάνια, β) η μόνιμη παραμονή εντός της ταυτότητας, και γ) η κατοχή ολόκληρου του παρόντος.

Δεν υπάρχει κάτι αιώνιο που θα γίνει ύστερα (στη διάσταση του μέλλοντος) και που δεν είναι ήδη. Ούτε υπήρξε (στη διάσταση του παρελθόντος) κάτι αιώνιο που δεν είναι τώρα. Η αιωνιότητα συνεπώς ούτε ήταν ούτε θα είναι, αλλά μόνο είναι.

Ένας πρώτος ορισμός έχει ως εξής (στ. 36-38): «Αιωνιότητα είναι η ζωή που πραγματώνεται περί τα όντα μέσα στο Είναι, η οποία είναι συνάμα ολόκληρη και πλήρης κι εντελώς αδιαίρετη-αδιάστατη» (= ἡ περὶ τὸ ὂν ἐν τῷ εἶναι ζωὴ ὁμοῦ πᾶσα καὶ πλήρης ἀδιάστατος πανταχῇ).

  • Κεφάλαιο 4:

Η σχέση της αιωνιότητας προς τον νοητό κόσμο

Η αιωνιότητα είναι ουσιώδες γνώρισμα του νοητού κόσμου και όχι συμπτωματικό: προέρχεται από τον νοητό κόσμο και συμπίπτει με αυτόν. Συνυπάρχει με το ωραίο και την αλήθεια.

Μέσα στον νοητό κόσμο η αιωνιότητα είναι μια πραγματική ολότητα, με το νόημα ότι δεν της λείπει τίποτα και δεν είναι ένα άθροισμα από πολλά. Ούτε μπορεί να προστεθεί κάτι σ’ αυτήν ούτε ν’ αφαιρεθεί από αυτήν.

Αν από όσα γεννιούνται αφαιρέσεις το «θα γίνουν και θα είναι», αυτά παύουν να είναι, διότι τα γεννώμενα δεν έχουν το Είναι σύμφυτο και χρειάζονται να γεννηθούν, να έχουν γεννηθεί και να υπάρχουν αργότερα.

Αντίθετα η αιωνιότητα είναι ήδη εξαρχής το όλον και έχει τη ζωή σε πληρότητα και τελειότητα. Όσα περιλαμβάνει, έχουν υπάρξει εξαρχής και δεν μπορούν να μην έχουν υπάρξει. Η λέξη «αἰὼν» προέρχεται δα από το «ἀεὶ ὢν» = αυτός που είναι πάντα.

  • Κεφάλαιο 5:

Η σχέση της αιωνιότητας προς τη ζωή

Για να κατανοηθεί το πώς είναι η αιωνιότητα ως αιώνια ζωή, πρέπει να βιωθεί ενορατικά ως κάτι που ζει χωρίς να προστίθεται σ’ αυτό κάτι. Δεν αρκεί λοιπόν να δει κάποιος μόνο για μια στιγμή την αιωνιότητα, αλλά χρειάζεται να παραμείνει αιώνια όμοιος με αυτήν, αμετακίνητος και μη προσλαμβάνοντας (στ. 14-15: οὐ προσλαβὸν οὐδὲ προσλαμβάνον ἢ προσληψόμενον).

Έτσι είναι ο Θεός. Πρόκειται λοιπόν για μια θεϊκή ζωή και ύπαρξη που προκύπτει αφ’ εαυτής και εντός εαυτής, ένας Θεός που φανερώνεται και καθιστά τον εαυτό του προφανή. Επιπλέον αυτή η ζωή έχει μια απέραντη δύναμη, διότι δεν της λείπει τίποτα και δεν χάνει τίποτα από όσα είναι ήδη.

Να λοιπόν ένας ακόμα ορισμός της αιωνιότητας: Η αιωνιότητα είναι «απέραντη ζωή όντας ήδη ολόκληρη, και δεν καταναλώνει τίποτα από τον εαυτό της, μιας και τίποτα από μέσα της δεν έχει παρέλθει ούτε μέλλει να έλθει» (στ. 26-27: ζωὴ ἄπειρος ἤδη τῷ πᾶσαν εἶναι καὶ μηδὲν ἀναλίσκειν αὐτῆς τῷ μὴ παρεληλυθέναι μηδ’ αὖ μέλλειν).

  • Κεφάλαιο 6:

Η σχέση της αιωνιότητας προς το Ένα

Σύμφωνα με τον Πλάτωνα η αιωνιότητα «μένει μέσα στο Ένα» (Τίμαιος 37d). Αυτό σημαίνει ότι το περιβάλλει σαν ένας κύκλος που προέρχεται από αυτό και πηγαίνει προς αυτό· δεν βγαίνει από αυτό, αλλά μένει κοντά του και μέσα του ζώντας σύμφωνα με αυτό.

Παραμένοντας λοιπόν ως αυτή τούτη και καθώς αυτή είναι, και η ίδια η παραμονή, που είναι ἐνέργεια ζωῆς προσηλωμένη στο Ένα και μέσα στο Ένα, μη παραποιώντας ούτε το είναι ούτε το ζην – αυτό είναι η αιωνιότητα (στ. 9-12).

Δεν είναι πρώτα έτσι και ύστερα αλλιώς, ούτε μπορεί να διασπάται, να προεκτείνεται, να προχωρεί ή να επεκτείνεται από ένα πριν σε ένα μετά.

Η αιωνιότητα απλώς «είναι» και αυτό το ρήμα εκφράζει πλήρως την ουσία της· προσθέτουμε όμως το «πάντοτε», για να ξέρουμε το πώς είναι· θα μπορούσαμε επίσης να πούμε: ἀληθῶς είναι.

Η ύπαρξή της δεν εξαρτάται από κάποιο ποσοτικό μέγεθος, διότι προηγείται κάθε ποσοτικού μεγέθους. Δεν εκτείνεται χρονικά-ποσοτικά επ’ άπειρο ούτε διαιρείται επ’ άπειρο. Ο νοητός κόσμος δεν έχει ούτε κάποιο χρονικό ξεκίνημα ούτε κάποια άλλη αιτία της ύπαρξής του.

  • Κεφάλαιο 7:

Η μετάβαση από την αιωνιότητα στον χρόνο είναι μια κάθοδος από τη σφαίρα του νου στη σφαίρα της ψυχής. Οι αρχαίες αντιλήψεις περί χρόνου συνοψίζονται σε τρεις.

Όσα είπαμε για την αιωνιότητα δηλώνουν ότι έχουμε κάποια εμπειρία της, μολονότι ζούμε μέσα στον χρόνο.

Για ν’ ασχοληθούμε τώρα με τον χρόνο, οφείλουμε να κατεβούμε από τον νοητό κόσμο της αιωνιότητας, όχι όμως εντελώς, αλλά έως εκεί όπου βρίσκεται ο χρόνος: στη σφαίρα της ψυχής.

Οι αρχαίες θεωρίες για τον χρόνο είναι τριών ειδών: α) ο χρόνος είναι κίνηση, β) ο χρόνος είναι κάτι κινητό, γ) ο χρόνος ανήκει στην κίνηση [π.χ. ως μέτρο της].

Όσον αφορά το α΄: Άλλοι εννοούν κάθε κίνηση και άλλοι την κίνηση του σύμπαντος. Όσον αφορά το β΄: Ταυτίζουν τον χρόνο με την κίνηση του σύμπαντος. Όσον αφορά το γ΄: Άλλοι εννοούν ως χρόνο το διάστημα μιας κίνησης, άλλοι το μέτρο της και άλλοι ένα παρακολούθημά της.

  • Κεφάλαιο 8:

Αναίρεση των αρχαίων αντιλήψεων περί χρόνου

Ο Πλωτίνος αντικρούει εδώ και τις τρεις παραδοσιακές θεωρίες περί χρόνου:

Α) Ο χρόνος δεν είναι κίνηση, διότι κάθε κίνηση είναι μέσα στον χρόνο, και αν κάποια κίνηση δεν είναι μέσα του, απέχει από αυτόν. Άλλωστε μια κίνηση μπορεί να διακοπεί, όχι όμως και ο χρόνος. Ακόμα και αν ως χρόνος νοείται η περιφορά του του ουρανού που είναι αδιάκοπη, αυτή η περιφορά διεξάγεται σε χρόνο διαφορετικό από τον απαιτούμενο (δηλ. άλλοτε ταχύτερα και άλλοτε βραδύτερα).

Β) Ο χρόνος δεν είναι ούτε κάτι κινητό (όπως υπέθεσαν όσοι ταύτισαν τον χρόνο με το κινούμενο σύμπαν). Διότι αφού αποκλείσαμε τη δυνατότητα να είναι χρόνος η κίνηση της ουράνιας σφαίρας, αποκλείστηκε και η εικασία ότι είναι η ίδια η ουράνια σφαίρα.

Γ) Ο χρόνος δεν ανήκει στην κίνηση, αν με αυτή την έκφραση εννοούμε (όπως οι Στωικοί) ότι ο χρόνος είναι το διάστημα που διανύει κάθε κίνηση. Αφενός διότι όλες οι κινήσεις δεν διανύουν το ίδιο διάστημα: π.χ. οι κατά τόπον κινήσεις είναι άλλοτε βραδύτερες και άλλοτε ταχύτερες. Υπάρχουν λοιπόν πάρα πολλά διαστήματα, ενώ ο χρόνος είναι ένας. Ούτε επιτρέπεται να συγχέουμε τον χρόνο με τον χώρο που διανύεται κάθε φορά ή με το υλικό σώμα που υπό-κείτεται μετατοπιζόμενο ή αυξανόμενο ή μειωνόμενο. Ακόμα λιγότερο επιτρέπεται να συγχέουμε τον χρόνο με τη διάρκεια κάθε κίνησης, αφού η διάρκεια είναι μέσα στον χρόνο χωρίς να ταυτίζεται με αυτόν. Και προπάντων αυτό φανερώνεται στην περίπτωση της ακινησίας (ἠρεμίας), οπότε μοιάζει σαν να μην κυλά πια ο χρόνος. Τι είναι λοιπόν η διάρκεια;

  • Κεφάλαιο 9:

Αναίρεση της Αριστοτελικής αντίληψης περί χρόνου

Ο Πλωτίνος αναλαμβάνει τώρα να αντικρούσει την Αριστοτελική πεποίθηση ότι ο χρόνος είναι αριθμός κινήσεως όσον αφορά το πριν και το μετά (Φυσικά 219b 1-2).

Μια πρώτη κριτική παρατήρηση αφορά τον «αριθμό». Είναι πιο σωστό να μιλάμε για μέτρο της κίνησης, αφού παραδεχόμαστε ότι η κίνηση είναι συνεχής και το μέτρο υπηρετεί τη συνοχή της χρονικής διαδρομής από το πριν στο μετά, ενώ ο αριθμός φαίνεται να την διακόπτει.

Αλλά μπορούμε καν να μετράμε εξίσου εύλογα την ανώμαλη και άτακτη κίνηση όσο και την ομαλή, εξίσου εύλογα τη γρήγορη κίνηση όσο και την αργή; Μήπως μιλώντας για «δέκα ώρες» έχουμε το ίδιο μέτρο και για μια δεκάδα από βόδια ή άλογα; Αν λέμε ότι ο χρόνος είναι μέτρο, τότε αναφερόμαστε σε κάποιες μετρούμενες κινήσεις, αλλά δεν λέμε τι είναι ο ίδιος ο χρόνος.

Αν ο χρόνος ήταν αριθμός, δεν θα διέφερε από έναν οποιονδήποτε άλλο αφηρημένο αριθμό, π.χ. το δέκα. Και αν ήταν μέτρο κάθε κίνησης, θα ήταν κάτι εξωτερικό και χωριστό από τη μετρούμενη κίνηση.

Αν δεν είναι η κίνηση ομαλή και ενιαία, δεν μπορεί ο χρόνος να αποτελεί μέτρο της. Και είναι άξιο απορίας, πώς μπορεί να μετρήσει ένας αφηρημένος αριθμός.

Άλλο λοιπόν είναι ο χρόνος και άλλο ο «τόσος χρόνος».

Αλλά και η σχέση του Αριστοτελικού χρόνου προς τα «πριν» και «μετά» είναι προβληματική, διότι άλλος είναι ο χρόνος που λήγει στο «τώρα» και άλλος εκείνος που αρχίζει από το «τώρα». Και γιατί δεν υπάρχει χρόνος ήδη στα «πριν» και «μετά» παρά μόνο αν υπάρξει αριθμός; Μήπως δεν υπάρχουν τα μεγέθη άσχετα από το αν κάποιος τα μετρά ή όχι;

Και γιατί να μην προϋπάρχει ο χρόνος της ψυχής που τον μετρά; Έστω και αν κάποια ατομική ψυχή μετρά, αυτό δεν σχετίζεται με την ίδια την έννοια του χρόνου.

Με αυτή την κριτική ο Πλωτίνος υπερβαίνει την έννοια μιας ατομικής και έγχρονης ψυχής ως αριθμούσας και οδηγείται στην ψυχή του κόσμου (= κοσμική ψυχή· ο Πλωτίνος στηρίζεται στην αρχαιοελληνική πεποίθηση ότι ακόμα και τα αστέρια είναι έμψυχα) που είναι ανώτερη και δεν χρειάζεται καν να μετρά.

  • Κεφάλαιο 10:

Αναίρεση της Επικούρειας αντίληψης περί χρόνου

Ο Πλωτίνος αντικρούει τώρα τη θεωρία περί χρόνου του Επίκουρου, έτσι όπως αυτή διατυπώθηκε στην «Επιστολή προς Ηρόδοτον», §§ 72-73.

Ο Επίκουρος αντιλαμβάνεται τον χρόνο ως ένα «σύμπτωμα» ή «παρακολούθημα» των κινήσεων και μεταβολών. Το διασυνδέει με τις ημέρες, τις νύχτες και τις υποδιαιρέσεις τους, με τα συναισθήματά μας και την απουσία συναισθημάτων, με τις κινήσεις και τις ακινησίες. Ο χρόνος γίνεται για τον Επίκουρο ένα εμπειρικό και συμπτωματικό γεγονός χωρίς καμιά νοητική ή λογική λειτουργία.

Ο Πλωτίνος επικρίνει αυτή την αντίληψη επισημαίνοντας την ασάφειά της: Δεν μας εξηγεί τι είναι αυτό το παρακολούθημα, ούτε αν είναι κάτι μεταγενέστερο, σύγχρονο ή προγενέστερο των κινήσεων. Αλλά όπως και αν το εννοεί ο ηδονιστής φιλόσοφος, ως ένα σύμπτωμα είναι κάτι μέσα στον χρόνο και όχι ο ίδιος ο χρόνος.

Εμείς πάντως αναζητούμε –λέει τελικά ο Πλωτίνος– όχι τι δεν είναι ο χρόνος, αλλά τι είναι.

  • Κεφάλαιο 11:

Η Πλωτινική θεωρία περί χρόνου

Εδώ ο Πλωτίνος καταθέτει τη δική του αντίληψη περί χρόνου, η οποία είναι κατά ένα μέρος επηρεασμένη από τον Πλάτωνα αλλά περιέχει και αξιοπρόσεχτη πρωτοτυπία. Όπως ο Πλάτων αφηγείται ένα μύθο για τη δημιουργία του χρόνου, φτιάχνει και ο Πλωτίνος έναν αντίστοιχο μύθο:

Αρχικά, προτού υπάρξει το «πριν» και το «μετά», ο χρόνος αναπαυόταν μέσα στο Ένα της αιωνιότητας. Τότε υπήρχε μόνο το αιώνιο παρόν. Αλλά μια «πολυπράγμων» δύναμη, η κοσμική ψυχή, θέλησε να αποκτήσει περισσότερη εξουσία από όση διέθετε, ανακινήθηκε, και μαζί της κινήθηκε ο χρόνος από το «πριν» στο «μετά», από την ταυτότητα στην ετερότητα. Έτσι ο χρόνος «ξέπεσε» από την περιοχή της νόησης και εισήλθε στον αισθητό κόσμο, τον οποίο έπλασε η κοσμική ψυχή, αφού πρώτα η ίδια «χρονώθηκε» (στ. 29-30: ἑαυτὴν ἐχρόνωσεν).

Έκτοτε ο χρόνος κινείται μέσα στην κοσμική ψυχή, και καθώς αυτή δημιουργεί τη διαδοχή από τη μία ενέργεια στην άλλη, γίνεται και η ζωή διαρκώς άλλη.

Βάσει τούτων συγκροτείται ο ορισμός του χρόνου: πρόκειται για «ζωή της ψυχής, που διεξάγεται μέσα σε μια κίνηση μεταβατική από έναν τρόπο ύπαρξης σε έναν άλλο» (στ. 43-45: ψυχῆς ἐν κινήσει μεταβατικῇ ἐξ ἄλλου εἰς ἄλλον βίον ζωὴν εἶναι).

Υπάρχει λοιπόν μια άλλη ζωή, ομώνυμη με τη ζωή της αιωνιότητας, που είναι η ζωή της ψυχής· αυτή χαρακτηρίζεται από το ότι συνεχώς διαφοροποιείται μεταβαίνοντας από μια ενέργεια σε μιαν άλλη. Έτσι συγκροτείται μια ολότητα των μερών που δεν είναι ταυτόχρονη, αλλά προχωρεί πάντοτε προς το μέλλον (στ. 55-56).

Δεν πρέπει συνεπώς να εκλαμβάνουμε τον χρόνο σαν κάτι που βρίσκεται έξω από την ψυχή, γιατί αυτός ενυπάρχει μέσα της και συνυπάρχει μαζί της, όπως η αιωνιότητα μέσα στον νοητό κόσμο.

  • Κεφάλαιο 12:

Η δικαίωση και τα επακόλουθα της Πλωτινικής θεωρίας περί χρόνου

Εδώ γίνεται η προσπάθεια να δικαιωθεί η θεωρία περί χρόνου που αναπτύχθηκε στο προηγούμενο Κεφάλαιο. Ο Πλωτίνος διατυπώνει την εικασία, ότι η κοσμική ψυχή εγκαταλείπει τις συνεχείς ενέργειές της κι επιστρέφει στον Νου και στην αιωνιότητά του. Τι θα επακολουθούσε; Θα έπαυε να υπάρχει το «πριν» και το «μετά», άρα θα εξαφανιζόταν το παρελθόν, το μέλλον και ο ίδιος ο χρόνος.

Έτσι συμπεραίνεται ότι ο χρόνος πράγματι ξεκίνησε, αφ’ ότου η κοσμική ψυχή άρχισε να κινείται προς τα αισθητά και τότε γέννησε τον χρόνο μαζί με τον αισθητό κόσμο.

Επειδή ούτε η ψυχή ούτε οι άνθρωποι μπορούσαν αρχικά να μετράνε τον χρόνο, ο θεϊκός Δημιουργός –κατά τον Πλάτωνα– έπλασε τα άστρα [π.χ. τον ήλιο και τη σελήνη] κι έφτιαξε την ημέρα και τη νύχτα, και χάρη σ’ αυτά οι άνθρωποι άρχισαν να μετρούν τον χρόνο παίρνοντας ως σταθερό διάστημα την απόσταση από τη μία ανατολή έως την άλλη.

Ο ίδιος ο χρόνος δεν είναι λοιπόν μέτρο, αλλά το σταθερό διάστημα «συνέβη» να χρησιμοποιηθεί ως μέτρο του χρόνου. Διότι ο χρόνος είναι μόνο κατά συμβεβηκός μέτρο των κινήσεων και όχι κατ’ ουσίαν. Η περιφορά των άστρων δεν γεννά τον χρόνο αλλά μόνο τον καθιστά φανερό. Ως μετρούμενος ο χρόνος είναι μόνο κατά συμβεβηκός (στ. 55), ενώ για να υπάρξει δεν χρειάζεται να τον μετράμε.

Έτσι ο Πλωτίνος κατοχυρώνει την πεποίθησή του ότι ο χρόνος είναι ποιότητα, ζωή, και όχι ποσότητα (ωρών ή ημερών ή ετών).

  • Κεφάλαιο 13:

Αντιπαράθεση με τον Αριστοτέλη και τον Πλάτωνα, για να καταφανεί ότι ο χρόνος είναι η ζωή της ψυχής

Ο Πλωτίνος αντιπαραθέτει τη θεωρία του αρχικά προς τον Αριστοτελικό χρόνο ως αριθμό κινήσεως. Ουσιαστικά ο χρόνος δεν παρακολουθεί την κίνηση σαν αριθμός, διότι πρώτα είναι αυτός που είναι κι έπειτα αριθμεί· κι επειδή η κίνηση είναι στους ανθρώπους πιο εύκολα αντιληπτή από την ακινησία, συμβαίνει να του την αποδίδουμε. Εσφαλμένα λοιπόν ειπώθηκε ότι ο χρόνος είναι μέτρο της κίνησης, αντί να ειπωθεί ότι μετριέται κατά συμβεβηκός χάρη στην κίνηση, και να προστεθεί τι είναι κατ’ ουσίαν αυτό που μετριέται.

Αντίθετα ο Πλάτων ασχολήθηκε με την ουσία του χρόνου, όταν διαβεβαίωνε ότι ο χρόνος γεννήθηκε μαζί με τον ουρανό κατά το πρότυπο της αιωνιότητας. Με αυτό υποδήλωσε ότι εάν η ψυχή (που χρονώθηκε κι έφτιαξε τον χρόνο για να ζει μέσα του) επέστρεφε στην αιωνιότητα απ’ όπου ξέπεσε, ο χρόνος μέσα στη διαφοροποίησή του σε «πριν» και «μετά» θα εξαφανιζόταν. Οι κινήσεις του χρόνου είναι κινήσεις της ζωντανής ψυχής, η οποία πάντα θα νοσταλγεί τη ζωή μέσα στην αιωνιότητα.

Το ότι ο χρόνος βρίσκεται παντού, εξηγείται από το ότι η κοσμική ψυχή δεν λείπει από κανένα μέρος του κόσμου, όπως και η ατομική ψυχή δεν λείπει από κανένα μέρος του σώματός μας.

Ο Πλωτίνος ολοκληρώνει την πραγματεία του συσχετίζοντας την κοσμική με την ατομική ψυχή. Διαπιστώνει ότι σε όλες τις εξωτερικές κι εσωτερικές κινήσεις μια ψυχή είναι η κινητήρια δύναμη. Υπάρχει συνεπώς κι ένας εσωτερικός χρόνος (στ. 66: ἐν ἡμῖν χρόνος), και μάλιστα ομοιόμορφος με κάθε άλλον.

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Κωστόπουλος, Βασίλης: "Πλωτίνου, Εννεάδα ΙΙΙ, 7: Περί αιώνος και χρόνου. Ο χρόνος ως ενέργεια της ζωής". Θρησκειολογία - Ιερά/Βέβηλα 6-7 (2005), 59-66.
  • Μπαδογιαννάκις, Γιάννης: Χρόνος. Οδοιπορικό χωρίς τέλος. Εκδόσεις Πορεία, Αθήνα 2000 (σελ. 96-99: περί Πλωτίνου). ISBN 960-7043-48-0
  • Περδικούρη, Ελένη: «Χρόνος και αιωνιότητα στον Πλωτίνο». Διαδικτυακά μαθήματα[1].
  • Πλωτίνος: Περί αιωνιότητος και χρόνου, ΙΙΙ 7 (45). Μετάφραση Στέλιος Ράμφος. Ερουρέμ 4 (1996), 8-43.
  • Πλωτίνος: Περί αιώνος και χρόνου. Ερμηνευτική απόδοση Γιάννης Σταματέλλος. Εκδόσεις Γεωργιάδης, Αθήνα 1999.
  • Πλωτίνος: Εννεάς τρίτη. Επιμέλεια - Μετάφραση Παύλος Καλλιγάς. Εκδόσεις Ακαδημίας Αθηνών, Αθήνα 2004 (2η έκδοση, 2010).
  • Ράμφος, Στέλιος: Η αιωνιότητα και ο χρόνος. Πλωτίνου, ΙΙΙ 7 (45). Εκδόσεις Αρμός, Αθήνα 2019, ISBN 978-960-615-237-5[2]
  • Flasch, Kurt (= Φλας, Κουρτ): «Πλωτίνος και Αυγουστίνος περί χρόνου». Μετάφραση Πέτρος και Δημήτρης Σταθάκος. Ερουρέμ 4 (1996), 73-100.
  • Jonas, Hans (= Γιώνας, Χανς): «Πλωτίνου περί αιωνιότητος και χρόνου (Ενν. ΙΙΙ 7)». Μετάφραση Ευαγγελία Α. Βαρέλλα. Ερουρέμ 4 (1996), 45-71.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. https://eclass.upatras.gr/courses/PHIL1905/
  2. Ράμφος, Στέλιος:. «Περί αιώνος και χρόνου του Πλωτίνου, η 15η διάλεξη». Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 2 Ιουνίου 2021. Ανακτήθηκε στις 1 Ιουνίου 2021.