Περίοδος των εμπόλεμων κρατών

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Η Κίνα στην αρχή της "Περιόδου των Εμπόλεμων Κρατών" (5ος αιώνας π.Χ.), πριν τη διαίρεση του κράτους των Τζιν και την εισβολή των Τσιν στο Σετσουάν

Η Περίοδος των Εμπόλεμων Κρατών (κινεζικά: 戰國時代; πινγίν: Zhànguó shídài, ελληνικά: Τζανκουό Σιντάι) ήταν η εποχή στην αρχαία κινεζική ιστορία μετά την Περίοδο της Άνοιξης και του Φθινοπώρου, η οποία ολοκληρώθηκε με τους πολέμους των Τσιν που οδήγησαν στην υποταγή και προσάρτηση των άλλων κρατών-ανταγωνιστών, και την ενοποίηση και ανάδειξη της Κίνας σε Αυτοκρατορία υπό την ομώνυμη δυναστεία τους. Διήρκεσε από το 475 π.Χ. έως το 221 π.Χ..

Πίνακας περιεχομένων

Γεωγραφία εμπολέμων[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η πολιτική γεωγραφία της εποχής κυριαρχείτο από τα "Επτά Εμπόλεμα Κράτη", τα οποία ήταν:

  • 1. "Τσιν" (Qin): Το κράτος των Τσιν ήταν στη μακρινή Δύση, με την κεντρική του περιοχή στην κοιλάδα του ποταμού Βέι και την κοιλάδα Κουαντσόνγκ. Η γεωγραφική αυτή θέση προσέφερε προστασία από τα κράτη των Κεντρικών Πεδιάδων, αλλά περιόριζε την αρχική του σφαίρα επιρροής.
  • 2. "Τα Τρία Τζιν" (Jin): Βορειοανατολικά των Τσιν, στο οροπέδιο του Σανσί, βρίσκονταν τα τρία διάδοχα κράτη των Τζιν, τα οποία ήταν:
    • 2α. "Χαν" (Han): Βρισκόταν στα νότια της περιοχής των τριών, κατά μήκος του Κίτρινου Ποταμού, ελέγχοντας τις ανατολικές προσβάσεις στους Τσιν.
    • 2β. "Ουέι" (Wei): Βρισκόταν στο κέντρο των τριών.
    • 2γ. "Τσάο" (Zhao): Ήταν το πιο βόρειο από τα τρία.
  • 3. "Τσι" (Qi): Βρισκόταν στα ανατολικά της Κίνας, στη Χερσόνησο Σαντόνγκ, εκτεινόμενο ανατολικά του όρους Τάι σε μεγάλη έκταση.
  • 4. "Τσου" (Chu): Βρισκόταν στα νότια της Κίνας, με την κεντρική του περιοχή γύρω από την κοιλάδα του ποταμού Χαν αρχικώς και αργότερα του ποταμού Γιανγκτσέ.
  • 5. "Γιαν" (Yan): Βρισκόταν στα βορειοανατολικά, στο σημερινό Πεκίνο. Αργότερα το κράτος των Γιαν επεκτάθηκε βορειοανατολικά στη Χερσόνησο Λιαοντόνγκ.

Εκτός από αυτά τα επτά κύρια κράτη, υπήρχαν και κάποια μικρότερα κράτη εκείνη την περίοδο, τα οποία ήταν:

  • 1. "Γιουέ" (Yue): Βρισκόταν στη νοτιοανατολική ακτή κοντά στη Σανγκάη, και ήταν πολύ ενεργό την Περίοδο της Άνοιξης και του Φθινοπώρου, αλλά τελικώς προσαρτήθηκε από το κράτος των Τσου.
  • 2. "Πα" (Ba): Στα νοτιοδυτικά, στην περιοχή του Σετσουάν. Κατακτήθηκε από τους Τσιν αργότερα στην ίδια περίοδο.
  • 3. "Σου" (Shu): Στα νοτιοδυτικά, στην περιοχή του Σετσουάν. Κατακτήθηκε από τους Τσιν αργότερα στην ίδια περίοδο.
  • 4. "Τσουνγκσάν" (Zhongshan): Βρισκόταν μεταξύ των κρατών των Τσάο και Γιαν, και τελικώς προσαρτήθηκε από τους Τσάο το 296 π.Χ.
  • 5. Άλλα μικρά κράτη-δορυφόροι των μεγαλύτερων κρατών, στις Κεντρικές Πεδιάδες (σημερινή επαρχία Χενάν), τα οποία προσαρτήθηκαν σταδιακά στα μεγαλύτερα.

Ιστορικό υπόβαθρο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το σύστημα των υποτελών φεουδαρχικών κρατιδίων που δημιουργήθηκε από τη δυναστεία των Δυτικών Τσόου (West Zhou), μετήλθε τεράστιων αλλαγών μετά το 771 π.Χ., με τη φυγή της Αυλής των Τσόου στη σημερινή Λουογιάνγκ και την αποδυνάμωση της δύναμης και εξουσίας της. Η Περίοδος της Άνοιξης και του Φθινοπώρου οδήγησε στην ισχυροποίηση κάποιων κρατιδίων που κέρδισαν δύναμη εις βάρος των υπολοίπων, τα οποία δεν μπορούσαν πλέον να βασίζονται στην κεντρική εξουσία για νομιμοποίηση και προστασία.

Η διαμάχη για την ηγεμονία τελικώς δημιούργησε ένα κρατικό σύστημα που κυριαρχείτο από αρκετά μεγάλα κρατίδια, όπως των Τζιν, Τσιν, Τσι, ενώ τα μικρότερα κρατίδια των "Κεντρικών Πεδιάδων" (περιοχή κυρίως της σημερινής επαρχίας Χενάν) έτειναν να παίζουν ρόλο "δορυφόρων"-υποτελών. Υπήρχαν επίσης κι άλλα σημαντικά κρατίδια, όπως των Ου και Γιουέ στα νοτιοανατολικά.

Οι τελευταίες δεκαετίες της Περιόδου της Άνοιξης και του Φθινοπώρου σημαδεύτηκε από αυξανόμενη σταθερότητα, ως αποτέλεσμα των διαπραγματεύσεων ειρήνης μεταξύ των Τζιν και Τσου, με τις οποίες ορίστηκαν οι σφαίρες επιρροής τους. Η κατάσταση αυτή θα τερματιζόταν με τη διάλυση του κράτους των Τζιν και τη διαίρεσή του σε αυτά των Οίκων Χαν, Ουέι, Τσάο, οδηγώντας έτσι στη δημιουργία των επτά εμπόλεμων κρατών.

Πρώιμα "Εμπόλεμα Κράτη"[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η αναγνώριση των τριών Τζιν (403–364 π.Χ.)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 403 π.χ., η Αυλή των Τσόου υπό τον βασιλιά Ουέι-λιε αναγνώρισε επίσημα ως υποτελή τα κρατίδια των Τσάο, Ουέι, Χαν, τοποθετώντας τα έτσι στον ίδιο βαθμό με τα υπόλοιπα εμπόλεμα κράτη.

Πριν το 405 π.Χ. έως το 383 τα τρία κρατίδια των Τζιν ήταν ενωμένα υπό την ηγεσία των Ουέι και εκτείνονταν σε όλες τις διευθύνσεις. Η πιο σημαντική φιγούρα ήταν ο μαρκήσιος Ουέν των Ουέι (445–396). Το 408-406 κατέκτησε το κράτος Τσουνγκσάν στα βορειοανατολικά. Την ίδια εποχή, κινήθηκε δυτικά διαμέσου του Κίτρινου Ποταμού στον ποταμό Λουό και κατέκτησε την περιοχή της Σιχέ (που σημαίνει "δυτικά του Κίτρινου Ποταμού").

Η αυξημένη δύναμη των Ουέι προκάλεσε την αποσκίρτηση των Τσάο από τη συμμαχία. Το 383 μετέφεραν την πρωτεύουσα στη Χαντάν και επιτέθηκαν στο μικρό κράτος των Ουέυ. Οι Ουέυ απευθύνθηκαν στους Ουέι, που επιτέθηκαν στους Τσάο στο δυτικό τμήμα του κρατιδίου τους. Όντας σε κίνδυνο, οι Τσάο κάλεσαν σε βοήθεια τους Τσου. Ως συνήθως, οι Τσου χρησιμοποίησαν την πρόσκληση ως πρόσχημα για να προσαρτήσουν εδάφη στα βόρεια, αλλά η συμμαχία και η απόσπαση της προσοχής των Ουέι που ακολούθησε επέτρεψε στους Τσάο να κατακτήσουν ένα τμήμα του κράτους των τελευταίων. Η σύγκρουση αυτή σημάδεψε το τέλος της δύναμης των ενωμένων Τζιν και την αρχή μιας περιόδου συνεχών αλλαγών συμμαχιών και πολέμων σε αρκετά μέτωπα. Το 376 π.Χ., τα κράτη των Χαν, Ουέι, Τσάο ανέτρεψαν τον δούκα Τζινγκ των Τζιν και χώρισαν την εναπομείνουσα επικράτεια των Τζιν μεταξύ τους, σημαδεύοντας το τέλος του κράτους των τελευταίων.

Το 370 π.Χ. ο δούκας Ου των Ουέι απεβίωσε χωρίς να ονομάσει τον διάδοχό του, γεγονός που οδήγησε σε πόλεμο διαδοχής. Μετά από τρία έτη εμφυλίου πολέμου, οι Τσάο από τα βόρεια και οι Χαν από τα νότια εισέβαλαν στο κράτος των Ουέι. Λίγο πριν κατακτήσουν τους Ουέι, οι ηγέτες των Τσάο και Χαν διαφώνησαν σχετικώς με τη μετέπειτα μοίρα του κράτους των Ουέι, με αποτέλεσμα οι στρατοί τους να αποχωρήσουν αιφνιδίως από την περιοχή. Ως αποτέλεσμα, ο τότε πρίγκιπας Χουί των Ουέι, στέφθηκε βασιλιάς των Ουέι.

Με το τέλος της περιόδου, οι Τσάο είχαν επεκταθεί από το οροπέδιο του Σανσί μέχρι τα σύνορα του κράτους των Τσι. Το κράτος των Ουέι έφτανε ανατολικά μέχρι τα κράτη των Τσι, Λου και Σονγκ. Στα νότια, το πιο αδύναμο κράτος των Χαν, ήλεγχε το ανατολικοδυτικό τμήμα της κοιλάδας του ποταμού Γιανγκτσέ, περιέβαλλε το κράτος των Τσόου στη Λουογιάνγκ, ενώ κρατούσε και την περιοχή βόρεια αυτής που ονομαζόταν Σανγκντάνγκ.

Η αναγέννηση των Τσι υπό τον Οίκο Τιεν (379–340 π.Χ.)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο δούκας Κανγκ των Τσι πέθανε το 379 π.Χ. χωρίς ν' αφήσει διάδοχο από τον Οίκο των Τζιανγκ, που είχε κυβερνήσει τους Τσι από την ίδρυση του κράτους τους. Ο θρόνος πέρασε στον μελλοντικό βασιλιά Ουέι, του Οίκου των Τιεν. Οι Τιεν είχαν μεγάλη επιρροή στην Αυλή προς το τέλος της περιόδου ισχύος των Τζιανγκ, καταφέρνοντας πλέον να υφαρπάξουν την εξουσία ανοιχτά.

Ο νέος ηγέτης άρχισε τη διεκδίκηση εδαφών που είχαν απωλεστεί από τα αντίπαλα κράτη. Εξαπέλυσε μια επιτυχή εκστρατεία εναντίον των Τσάο, Ουέυ και Ουέι, επεκτείνοντας ξανά την επικράτεια των Τσι μέχρι το Σινικό Τείχος. Ο Σιμά Τσιεν (Κινέζος ιστορικός την περίοδο της δυναστείας Χαν) αναφέρει ότι τα υπόλοιπα κράτη αιφνιδιάστηκαν και πανικοβλήθηκαν τόσο που κανένα δεν τόλμησε να επιτεθεί στους Τσι για περισσότερο από μια εικοσαετία. Η επιδειχθείσα στρατιωτική δύναμη είχε επίσης ευεργετικό αποτέλεσμα στον πληθυσμό του κράτους των Τσι, που απήλαυσε μια περίοδο εξαιρετικής ηρεμίας κατά τη βασιλεία του Ουέι του Οίκου των Τιεν.

Με το τέλος της περιόδου του βασιλιά Ουέι, το κράτος των Τσι είχε μεταβληθεί στο ισχυρότερο από τα υπάρχοντα κράτη και ο ίδιος ανακηρύχθηκε επίσημα βασιλιάς, διατρανώνοντας την ανεξαρτησία του από τη δυναστεία των Τσόου.

Πόλεμοι των Ουέι (370-353 π.Χ.)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο βασιλιά Χουί των Ουέι (370–319 π.Χ.) άρχισε να αποκαθιστά το κράτος του. Το 362-359 π.Χ. αντήλλαξε περιοχές με τους Χαν και Τσάο ώστε να κάνει τα σύνορα των τριών κρατών πιο ορθολογιστικά. Το 364 π.Χ. οι Ουέι ηττήθηκαν από τους Τσιν στη μάχη του Σιμέν και μόλις σώθηκαν από την παρέμβαση των Τσάο. Οι Τσιν πέτυχαν άλλη μια νίκη το 362. Το 361 η πρωτεύουσα των Ουέι μεταφέρθηκε ανατολικά στο Νταλιάν προκειμένου να είναι όσο το δυνατόν μακρύτερα των Τσιν. Το 354 ο βασιλιάς Χουί των Ουέι ξεκίνησε μια μεγάλη επίθεση κατά των Τσάο. Μέχρι το 353, οι Τσάο είχαν υποστεί σοβαρές ήττες και η πρωτεύουσά τους Χαντάν, βρισκόταν υπό πολιορκία.

Το κράτος των Τσι παρενέβη και ο φημισμένος στρατηγός τους, Σουν Μπιν, απόγονος του περίφημου Σουν Τσου, πρότεινε να επιτεθούν στην πρωτεύουσα των Ουέι ενώ ο στρατός των τελευταίων πολιορκούσε την πρωτεύουσα των Τσάο. Η στρατηγική του οδήγησε στην επιτυχία, καθώς ο στρατός των Ουέι κινήθηκε βιαστικά νότια για να προστατέψει την πρωτεύουσά του, αλλά δέχθηκε επίθεση καθ' οδόν και ηττήθηκε αποφασιστικά στη μάχη της Ουεϊλίνγκ. Η μάχη μνημονεύεται στο δεύτερο ("Πολιόρκησε τους Ουέι, σώσε τους Τσάο") από τα "Τριάντα Έξι Στρατηγήματα" (αρχαία κινεζική συλλογή στρατηγημάτων), και εννοεί να επιτίθεσαι στο ευάλωτο σημείο του αντιπάλου για να ανακουφίσεις ένα άλλο σημείο από την πίεση.

Ο βασιλιάς Χουί των Ουέι έμεινε γνωστός ως πάτρωνας των Τεχνών και της φιλοσοφίας, περισσότερο δε γιατί φιλοξένησε στην Αυλή του τον ονομαστό κομφουκιανιστή φιλόσοφο Μενγκ Τζι (γνωστός και ως Μένκιος στη Δύση). Οι συνομιλίες τους αποτελούν τα πρώτα δύο κεφάλαια του βιβλίου που φέρει το όνομα του Μενγκ Τζι.

Οι δούκες γίνονται βασιλείς[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι ηγέτες των Τσι και Ουέι ανακηρύσσονται βασιλείς (344 π.Χ.)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο τίτλος του βασιλιά (ουάνγκ) χρησιμοποιούταν από ηγέτες της δυναστείας Τσόου, ενώ οι ηγέτες των περισσότερων κρατιδίων έφεραν τον τίτλο του δούκα (γκονγκ) ή μαρκήσιου (χόου). Σημαντική εξαίρεση αποτελούσαν οι Τσου, των οποίων οι ηγέτες ονομάζονταν βασιλείς, καθώς ο βασιλιάς Ου των Τσου είχε αρχίσει να χρησιμοποιεί τον τίτλο αυτό περίπου από το 703 π.Χ.

Το 344 π.Χ. οι ηγέτες των Τσι και Ουέι αναγνώρισαν αμοιβαίως ο ένας τον άλλο ως βασιλείς, βασιλιά Ουέι των Τσι και βασιλιά Χουί των Ουέι αντιστοίχως, διακηρύσσοντας την ανεξαρτησία τους από την Αυλή των Τσόου. Το γεγονός αυτό αποτέλεσε κομβικό σημείο: αντίθετα με την Περίοδο της Άνοιξης και του Φθινοπώρου, η νέα γενιά ηγετών των εμπόλεμων κρατών δεν κρατούσε ούτε τα προσχήματα υποτέλειας στη δυναστεία Τσόου, αντιθέτως ανακήρυσσαν τα εδάφη τους ως πλήρως ανεξάρτητα βασίλεια.

Οι μεταρρυθμίσεις του Σανγκ Γιανγκ στο κράτος των Τσιν (356–338 π.Χ.)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κατά τη διάρκεια της πρώιμης περιόδου των εμπόλεμων κρατών, οι Τσιν γενικώς απέφευγαν τις συγκρούσεις με τ΄ άλλα κράτη. Αυτό άλλαξε κατά την περίοδο ηγεσίας του δούκα Σιάο, όταν ο πρωθυπουργός του, Σανγκ Γιανγκ, προέβη σε απολυταρχικές μεταρρυθμίσεις, σύμφωνα με τη φιλοσοφία του Νομικισμού που υποστήριζε, κατά τα έτη 356-338.

Ο Σανγκ εισήγαγε μεταρρυθμίσεις στη γη, συγκεκριμένα ιδιωτικοποιήσεις αυτής, ανταμοιβές των αγροτών που ξεπέρασαν τους στόχους της σοδειάς, σκλαβοποίηση των αγροτών που απέτυχαν να πετύχουν τους παραπάνω στόχους, ενώ χρησιμοποίησε την παροχή σκλάβων ως ανταμοιβή σε αυτούς που ανταποκρίνονταν στις κυβερνητικές πολιτικές. Καθώς η προσφορά εργατικών χεριών ήταν μικρή στο κράτος των Τσιν σε σχέση με τα άλλα κράτη εκείνης της εποχής, ο Σανγκ εφήρμοσε πολιτικές αύξησής της. Ενώ οι χωρικοί των Τσιν ήταν στρατολογημένοι στο στρατό, ενθάρρυνε τη μετανάστευση χωρικών από άλλα κράτη στο δικό του για να αντικαταστήσουν την απωλεσθείσα εργατική δύναμη. Η πολιτική αυτή πέτυχε ενισχύοντας την προσφορά εργατικής δύναμης των Τσιν και αποδυναμώνοντας αυτή των άλλων κρατών.

Ο Σανγκ εισήγαγε νόμους που ανάγκαζαν τους πολίτες να παντρεύονται σε νεαρή ηλικία καθώς και φορολογικούς νόμους που ενθάρρυναν την τεκνοποιία μεγάλου αριθμού παιδιών. Επίσης εφήρμοσε πολιτικές απελευθέρωσης καταδίκων που θα συνέχιζαν να εργάζονται στα χωράφια. Ακόμη κατήργησε το αποκλειστικό δικαίωμα του πρωτότοκου γιου στην οικογενειακή κληρονομιά και επέβαλε ένα διπλό φόρο σε νοικοκυριά που είχαν περισσότερους από έναν γιους που ζούσαν μαζί τους, ώστε να διαλύσει τις μεγάλες πατριές σε μικρότερες, "πυρηνικές" οικογένειες. Επιπλέον, μετέφερε την πρωτεύουσα του κράτους ώστε να μειώσει την επιρροή των ευγενών στην κρατική διοίκηση.

Η άνοδος των Τσιν αναγνωρίστηκε από τη βασιλική Αυλή των Τσόου, και το 343 ο βασιλιάς προσέφερε τον τίτλο του Ηγεμόνα στον Δούκα Σιάο. Ως ήταν δε έθιμο σε αυτές τις περιπτώσεις, ο δούκας φιλοξένησε μια σύνοδο όλων των φεουδαρχών των εμπόλεμων κρατών, παρόλο που αυτή δεν οδήγησε σε διαρκή ειρήνη.

Μετά τις μεταρρυθμίσεις το κράτος των Τσιν έγινε πολύ πιο επιθετικό. Το 340 οι Τσιν απέσπασαν εδάφη από τους Ουέι, μετά την ήττα των δεύτερων από τους Τσι. Το 316 οι Τσιν κατέκτησαν τα κράτη των Σου και των Πα στο Σετσουάν στα νοτιοδυτικά. Η ανάπτυξη αυτής της περιοχής πήρε πολύ χρόνο αλλά αργά και σταθερά πρόσθεσε σημαντικά στη δύναμη και τον πλούτο των Τσιν.

Η ήττα των Ουέι από τους Τσιν (341–340 π.Χ.)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 341 π.Χ. οι Ουέι επιτέθηκαν στους Χαν. Οι Τσι άφησαν τους Χαν να φτάσουν στο χείλος της ήττας και κατόπιν επενέβησαν. Οι στρατηγοί από τη μάχη της Γκουεϊλίνγκ συναντήθηκαν ξανά (Σουν Μπιν και Τιεν Τζι εναντίον του Πανγκ Τζουάν), με τους Τσι να χρησιμοποιούν την ίδια τακτική, με επίθεση στην πρωτεύουσα των Ουέι. Ο Σουν Μπιν των Τσι προσποιήθηκε υποχώρηση και κατόπιν επέπεσε στον γεμάτο αυτοπεποίθηση και αλαζονεία στρατό των Ουέι και τον συνέτριψε στη μάχη του Μαλίνγκ. Μετά τη μάχη, και τα τρία διάδοχα κράτη των Τζιν (Χαν, Ουέι, Τσάο) εμφανίστηκαν μπροστά στον βασιλιά Σουάν των Τσι, δηλώνοντας πίστη και υποταγή.

Το επόμενο έτος στους πλέον αποδυναμωμένους Ουέι επιτέθηκαν οι Τσιν. Οι Ουέι υπέστησαν καταστροφική ήττα και αναγκάστηκαν να παραχωρήσουν ένα μεγάλο τμήμα της επικράτειάς τους ως αντάλλαγμα για τη σύναψη ανακωχής. Με τους Βέι σοβαρά αποδυναμωμένους, τα κράτη των Τσι και Τσιν έγιναν τα κυρίαρχα κράτη στην Κίνα.

Οι Ουέι άρχισαν πλέον να στηρίζονται στους Τσι για προστασία, με τον βασιλιά Χουί των Ουέι να συναντά τον βασιλιά Σουάν των Τσι σε δύο περιπτώσεις. Μετά το θάνατο του βασιλιά Χουί, ο διάδοχός του Σιανγκ επίσης διατήρησε καλές σχέσεις με τον αντίστοιχό του των Τσι, ενώ και οι δύο υποσχέθηκαν να αναγνωρίσουν ο ένας τον άλλο ως βασιλιά.

Οι Τσου κατακτούν τους Γιουέ (334 π.Χ.)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στην πρώιμη περίοδο των εμπόλεμων κρατών, το κράτος των Τσου ήταν από τα πλέον δυνατά κράτη στην Κίνα. Το 389 π.Χ. δυνάμωσε ακόμα περισσότερο, όταν ο βασιλιάς Τάο των Τσου τοποθέτησε στη θέση του πρωθυπουργού των περίφημο μεταρρυθμιστή Ου Τσι.

Οι Τσου έφτασαν στη μεγαλύτερη ακμή τους το 334 π.Χ., όταν κατέκτησαν το κράτος των Γιουέ στα ανατολικά τους στην ακτή του Ειρηνικού. Τα γεγονότα ξεκίνησαν όταν οι Γιουέ ετοιμάστηκαν να επιτεθούν βόρεια στους Τσι. Ο βασιλιάς των Τσι έστειλε μια αντιπροσωπεία που έπεισε τον βασιλιά των Γιουέ να αλλάξει τα σχέδια του και να επιτεθεί στους Τσου. Οι Γιουέ εξαπέλυσαν μεγάλης κλίμακας επίθεση στους Τσου αλλά ηττήθηκαν κατά την αντεπίθεση των τελευταίων. Κατόπιν οι Τσου προήλασαν και κατέλαβαν το κράτος των Γιουέ .

Τα κράτη των Τσιν, Χαν και Γιαν ανακηρύσσονται βασίλεια (325–323 π.Χ.)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο βασιλιάς Σιαν των Τσόου είχε προσπαθήσει να χρησιμοποιήσει τα λίγα βασιλικά προνόμια που του είχαν απομείνει, δίδοντας στους δούκες Σιαν (384-362), Σιάο (361-338) και Χουί (338-311) των Τσιν τον τίτλο του Ηγεμόνα, κάνοντας έτσι θεωρητικώς τους Τσιν τον κύριο σύμμαχο της εξουσίας του.

Παρόλα αυτά, το 325 π.Χ. η αυτοπεποίθηση του Δούκα Χουί των Τσιν αυξήθηκε τόσο πολύ που αυτοαναγορεύτηκε βασιλιάς των Τσιν, υιοθετώντας τον ίδιο τίτλο με τον ηγέτη των Τσόου και ανακηρύσσοντας την ανεξαρτησία των Τσιν από τη δυναστεία των Τσόου. Ο βασιλιάς Χουί των Τσιν οδηγήθηκε σε αυτή την απόφαση από τον πρωθυπουργό του, Τζανγκ Γι, έναν επιφανή αντιπρόσωπο της Σχολής της Διπλωματίας (πολιτική και διπλωματική κλίκα την περίοδο των Εμπόλεμων Κρατών, η οποία αντιπροσώπευε και επιφανή σχολή σκέψης της εποχής).

Το παράδειγμά του ακολούθησαν το 323 π.Χ. οι βασιλιάδες πλέον Χουί των Χαν, Γι των Γιαν, και Τσουό του μικρού κράτους Τσουνγκσάν. Το 318 π.Χ, ακόμα και ο ηγέτης των Σονγκ, ενός σχετικά μικρού κράτους, ανακήρυξε τον εαυτό του βασιλιά.

Η διαίρεση του κράτους των Τσόου (314 π.Χ.)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο βασιλιάς Κάο των Τσόου είχε ονομάσει τον μικρότερο αδελφό του, Σουάν, Δούκα της Χενάν. Τρεις γενιές αργότερα το παρακλάδι αυτό του βασιλικού Οίκου των Τσόου άρχισε να αποκαλεί τον εαυτό του "Δούκες των Ανατολικών Τσόου".

Με την ανάρρηση στο θρόνο των Τσόου του βασιλιά Ναν το 314 π.Χ., οι "Ανατολικοί Τσόου" έγιναν ανεξάρτητο κράτος. Ο βασιλιάς Ναν απέμεινε να διοικεί αυτό που ονομάστηκε "Δυτικοί Τσόου".

"Οριζόντιες" και "κάθετες" συμμαχίες (334–249 π.Χ.)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Προς το τέλος της "Περιόδου των Εμπόλεμων Κρατών", το κράτος των Τσιν έγινε δυσανάλογα ισχυρό σε σύγκριση με τα υπόλοιπα έξι σημαντικά κράτη. Ως αποτέλεσμα, οι πολιτικές των έξι αυτών κρατών προσανατολίστηκαν υπέρμετρα προς την κατεύθυνση αντιμετώπισης της απειλής των Τσιν, με δύο σχολές σκέψης αντιτιθέμενες μεταξύ τους. Η μία σχολή συνηγορούσε υπέρ μιας "κάθετης" ή από Βορρά προς Νότο συμμαχίας, η οποία ονομαζόταν χετσούνγκ (hezong, 合縱/合纵) και στην οποία τα κράτη θα συμμαχούσαν μεταξύ τους για να αναχαιτίσουν τους Τσιν. Η άλλη σχολή πρέσβευε μια "οριζόντια" ή από Ανατολή προς Δύση συμμαχία που ονομαζόταν λιανχένγκ (lianheng, 連橫/连横), στην οποία το εκάστοτε κράτος θα συμμαχούσε με τους Τσιν ώστε να συμμετέχει και επωφεληθεί της αύξησης της ισχύος των τελευταίων.

Υπήρξαν κάποιες αρχικές επιτυχίες με την "κάθετη" συμμαχία, παρόλο που αμοιβαίες υποψίες μεταξύ των συμμαχικών κρατών οδήγησαν στη διάλυση αυτού του είδους των συμμαχιών. Οι Τσιν επανειλημμένα εκμεταλλεύτηκαν τη στρατηγική της "οριζόντιας" συμμαχίας για να νικήσουν τα υπόλοιπα κράτη με τη σειρά, ένα προς ένα. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, πολλοί φιλόσοφοι και τακτικιστές στα θέματα της διπλωματίας και του πολέμου ταξίδεψαν σε όλα τα κράτη, συνιστώντας στους ηγέτες ο καθένας τη δική του ιδέα προς εφαρμογή. Αυτοί οι "λομπίστες", όπως ο Σου Τσιν (που πρέσβευε τις "κάθετες" συμμαχίες) και ο Τζανγκ Γι (θιασώτης και προπαγανδιστής των "οριζόντιων" συμμαχιών), ήταν διάσημοι για την υψηλή διάνοιά τους και τη γενικότερη φινέτσα τους, και ήταν συλλογικά γνωστοί ως η "Σχολή της Διπλωματίας".

Ο Σου Τσιν και η πρώτη "κάθετη" συμμαχία (334–300 π.Χ.)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 334 π.Χ., ο διπλωμάτης Σου Τσιν επισκεπτόμενος τις Αυλές των Γιαν, Τσάο, Χαν, Ουέι, Τσι και Τσου, προσπάθησε να τους πείσει να σχηματίσουν ένα ενωμένο μέτωπο απέναντι στους Τσιν. Το 318 π.Χ. όλα τα κράτη εκτός από των Τσι επιτέθηκαν από κοινού στους Τσιν, χωρίς όμως επιτυχία.

Ο βασιλιάς Χουί των Τσιν πέθανε το 311 π.Χ., και τον ακολούθησε ο πρωθυπουργός του Τζανγκ Γι ένα χρόνο αργότερα. Ο νέος μονάρχης, βασιλιάς Ου, βασίλεψε μόνο τέσσερα χρόνια πριν πεθάνει χωρίς ν΄ αφήσει απογόνους. Ακολούθησε μια περίοδος αναταραχής όλο το έτος 307, πριν ένας γιος του βασιλιά Χουί από μια παλλακίδα του (μικρότερος ετεροθαλής αδελφός του τέως βασιλιά Ου) ανέβει στο θρόνο ως βασιλιάς Τσάο των Τσιν, ο οποίος βασίλεψε 53 ολόκληρα χρόνια.

Μετά την αποτυχία της πρώτης "κάθετης" συμμαχίας, ο Σου Τσιν πήγε στην Αυλή των Τσι, όπου έγινε ευνοούμενος του βασιλιά Σουάν και προκάλεσε το φθόνο των υπουργών του. Το 300 π.Χ. σημειώθηκε απόπειρα δολοφονίας του που τον τραυμάτισε θανάσιμα, χωρίς όμως να τον σκοτώσει άμεσα. Διαισθανόμενος το τέλος του που πλησίαζε, συμβούλεψε τον πρόσφατα νέο ανακηρυχθέντα ηγέτη των Τσι, βασιλιά Μιν, να τον εκτελέσει δημόσια προσποιούμενος ότι συμφωνεί με τους δολοφόνους, ώστε να τους κάνει να φανερωθούν. Ο βασιλιάς Μιν συμμορφώθηκε με την παράκληση του Σου Τσιν και τον εκτέλεσε, βάζοντας έτσι τέλος στην πρώτη γενιά των διανοούμενων που πρότειναν τις "κάθετες" συμμαχίες.

Η πρώτη "οριζόντια" συμμαχία (300–287 π.Χ.)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο βασιλιάς Μιν των Τσι επηρεάστηκε βαθιά από τον λόρδο Μενγκτσάνγκ, εγγονό του πρώην βασιλιά Ουέι των Τσι. Ο λόρδος Μενγκτσάνγκ συνήψε μια συμμαχία με τα δυτικά κράτη των Ουέι και Χαν. Στην Άπω Δύση, οι Τσιν, οι οποίοι είχαν αποδυναμωθεί από μια διαμάχη για τη διαδοχή το έτος 307, ενέδωσαν στο συνασπισμό αυτό και διόρισαν τον λόρδο Μενγκτσάνγκ ως πρωθυπουργό τους. Η συμμαχία μεταξύ των Τσιν και Τσι επισφραγίστηκε με το γάμο του βασιλιά Μιν των Τσι με μια πριγκίπισσα των Τσιν. Η "οριζόντια" αυτή συμμαχία θα μπορούσε να φέρει την ειρήνη, αλλά είχε αποκλείσει το κράτος των Τσάο. Γύρω στα 299 π.Χ., ο ηγέτης των Τσάο έγινε ο τελευταίος από τους αρχηγούς των επτά κύριων κρατών που ανακήρυξε τον εαυτό του βασιλιά.

Το 298 οι Τσάο προσέφεραν στους Τσιν συμμαχία και ο λόρδος Μενγκτσάνγκ αποπέμφθηκε από το κράτος των Τσιν και κατέφυγε στους Τσι. Τα εναπομείναντα τρία σύμμαχα κράτη, Τσι, Ουέι, Χαν, επιτέθηκαν στους Τσιν, προελαύνοντας διαμέσου του Κίτρινου ποταμού στα νότια της σημερινής επαρχίας Σανσί, στη Διάβαση Χανγκού. Μετά από τρία χρόνια πολέμου κατέλαβαν τη διάβαση και ανάγκασαν τους Τσιν να επιστρέψουν εδάφη στους Χαν και Ουέι. Στη συνέχεια προξένησαν σημαντικές ήττες στους Γιαν και Τσου. Κατά τη διάρκεια της πενταετούς περιόδου διοίκησης του λόρδου Μενγκτσάνγκ, οι Τσι ήταν η ισχυρότερη δύναμη στην Κίνα.

Το 294 ο λόρδος Μενγκτσάνγκ ενοχοποιήθηκε για ανάμειξη σε ένα πραξικόπημα και κατέφυγε στο κράτος των Ουέι. Το σύστημα συμμαχιών του κατέρρευσε. Οι Τσι και οι Τσιν συνήψαν ανακωχή και προσανατολίστηκαν στην επιδίωξη αποκλειστικά των δικών τους "στενών" συμφερόντων. Οι Τσι προήλασαν νότια εναντίον του κράτους των Σονγκ, ενώ ο στρατηγός Πάι Τσι των Τσιν κινήθηκε ανατολικά νικώντας στη μάχη της Γιτσιουέ τον ενωμένο στρατό των Χαν και των Ουέι.

Το 288 π.Χ. ο βασιλιάς Μιν των Τσι και ο βασιλιάς Τσάο των Τσιν πήραν τον τίτλο "Τι" (Di, 帝), δηλαδή αυτοκράτορας, της Ανατολής και της Δύσης αντίστοιχα. Συνομολόγησαν μια συνθήκη και άρχισαν να σχεδιάζουν επίθεση στο κράτος των Τσάο.

Ο Σου Τάι και η δεύτερη "κάθετη" συμμαχία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 287 ο Σου Τάι, ο νεότερος αδελφός του Σου Τσιν και πιθανόν πράκτορας των Γιαν, έπεισε τον βασιλιά Μιν των Τσι ότι ο πόλεμος με τους Τσάο θα ωφελούσε μόνο τους Τσιν. Ο βασιλιάς Μιν συμφώνησε και σχημάτισε μια "κάθετη" συμμαχία με τα άλλα κράτη εναντίον των Τσιν. Οι Τσιν τότε αποσύρθηκαν, εγκατέλειψαν τον αλαζονικό τίτλο του αυτοκράτορα για τον ηγέτη τους και αποκατέστησαν την επικράτεια των Ουέι και των Τσάο. Το 286 οι Τσι προσάρτησαν το κράτος των Σονγκ.

Η δεύτερη "οριζόντια" συμμαχία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 285 η επιτυχία των Τσι είχε τρομοκρατήσει τα άλλα κράτη. Υπό την ηγεσία του λόρδου Μενγκτσάνγκ, που είχε εξοριστεί στο κράτος των Ουέι, οι Τσιν, Τσάο, Ουέι και Γιαν συνήψαν συμμαχία. Οι Γιαν ήταν ένας μέχρι τότε σχετικά αδύναμος σύμμαχος των Τσι και οι Τσι είχαν λίγα να φοβηθούν από αυτούς. Η σφοδρή όμως επίθεση των Γιαν υπό τον στρατηγό Γιουέ Γι εναντίον τους αποτέλεσε καταστροφική έκπληξη. Ταυτόχρονα, οι άλλοι σύμμαχοι επιτέθηκαν στους Τσι από τα δυτικά. Οι Τσου ανακήρυξαν τους εαυτούς τους συμμάχους των Τσι αλλά ικανοποιήθηκαν απλώς με την προσάρτηση λίγων εδαφών στα βόρειά τους. Οι στρατιές των Τσι τελικώς καταστράφηκαν ενώ η επικράτειά τους περιορίστηκε στις δύο πόλεις Τσου και Τσιμό. Ο βασιλιάς τους Μιν αργότερα συνελήφθη και εκτελέστηκε από τους ακόλουθούς του. Τον βασιλιά Μιν διαδέχθηκε το 283 π.Χ. ο βασιλιάς Σιανγκ, του οποίου ο στρατηγός Τιεν Ταν κατόρθωσε τελικώς να αποκαταστήσει ένα μεγάλο τμήμα της πρώην επικράτειας των Τσι, αλλά ποτέ το κράτος τους δεν απέκτησε ξανά την επιρροή που είχε υπό τον βασιλιά Μιν.

Οι Τσιν εναντίον των Τσάο (278–260 π.Χ.)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο στρατηγός Πάι Τσι των Τσιν επιτέθηκε από τα νέα εδάφη (από το 316) των Τσιν στο Σετσουάν δυτικά στους Τσου. Η πρωτεύουσα Γινγκ του κράτους των Τσου κατακτήθηκε και τα δυτικά εδάφη τους στον ποταμό Χαν απωλέσθηκαν. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα οι Τσου να στραφούν σε σημαντικό βαθμό προς τ' ανατολικά. Μετά την ήττα των Τσου το 278, οι εναπομείνουσες μεγάλες δυνάμεις ήταν οι Τσιν στα δυτικά και οι Τσάο στα βορειοκεντρικά. Την περίοδο 265-260 υπήρχε πλέον πολύ λίγο έδαφος για διπλωματικές "μανούβρες" και τα θέματα αντιμετωπίζονταν στο πεδίο της μάχης.

Οι Τσάο είχαν ισχυροποιηθεί σε σημαντικό βαθμό υπό τον βασιλιά τους Ουλίνγκ (325-299). Το 307 αύξησε το ιππικό του αντιγράφοντας τους βόρειους νομάδες. Το 306 προσάρτησε έδαφος στα βόρεια του οροπεδίου Σανσί. Το 305 νίκησε το βορειοανατολικό συνοριακό κράτος Τσουνγκσάν. Το 304 εισέβαλε βαθιά στα βορειοδυτικά και κατέκτησε το ανατολικοδυτικό τμήμα του Κίτρινου Ποταμού βόρεια του Όρντος. Ο βασιλιάς Χουϊουέν των Τσάο (298–266) επέλεξε ικανούς συμβούλους και ακολούθους και επεκτάθηκε ενάντια στα αποδυναμωμένα κράτη των Τσι και των Ουέι. Το 296 ο στρατηγός Λιεν Πο των Τσάο επικράτησε δύο στρατιών των Τσιν.

Το 269 ο Φαν Σουί έγινε ο κύριος σύμβουλος στην Αυλή των Τσιν. Εφήρμοσε απολυταρχικές μεταρρυθμίσεις, εισηγήθηκε οριστική στροφή προς τον επεκτατισμό και μια συμμαχία με μακρινά κρατίδια για να επιτεθεί στα κοντινά κράτη (το 23ο από τα "Τριάντα Έξι Στρατηγήματα"). Το ρητό του επίθεση όχι μόνο στο έδαφος, αλλά και στους ανθρώπους προκήρυξε μια πολιτική μαζικών σφαγών που εφαρμόστηκε εξαιρετικά συχνά.

Το 265 ο βασιλιάς Τζαοσιάνγκ των Τσιν έκανε την πρώτη κίνηση επιτιθέμενος στο αδύναμο κράτος των Χαν που αποτελούσε την πύλη του Κίτρινου ποταμού στο κράτος των Τσιν. Ο στρατός του κινήθηκε βορειοανατολικά διασχίζοντας την επικράτεια των Ουέι για να αποκλείσει το εξκλάβιο (αποσπασμένο έδαφος) Σανγκντάνγκ των Χαν, το οποίο βρισκόταν βόρεια της Λουογιάνγκ και νότια του κράτους των Τσάο. Ο βασιλιάς των Χαν συμφώνησε να παραδώσει το Σανγκντάνγκ στους Τσιν, αλλά ο τοπικός κυβερνήτης του αρνήθηκε και το προσέφερε στο βασιλιά Σιαοτσένγκ των Τσάο.

Οι Τσάο έστειλαν τον στρατηγό Λιεν Πο, ο στρατός του οποίου είχε τη βάση του στο Τσανγκπίνγκ (σημερινό Τσανγκσά), και οι Τσιν έστειλαν τον στρατηγό Ουάνγκ Χε. Ο Λιεν Πο, σοφά ποιών, δεν ρίσκαρε μια αποφασιστική μάχη με το στρατό των Τσιν αλλά παρέμεινε στις οχυρώσεις του. Οι Τσιν δεν μπορούσαν να διασπάσουν την αμυντική διάταξη των Τσάο και οι δύο αντίπαλοι στρατοί παρέμειναν σε αδιέξοδη κατάσταση για τρία χρόνια. Ο βασιλιάς των Τσάο αποφάσισε ότι ο Λιεν Πο δεν ήταν αρκετά επιθετικός και όρισε επικεφαλής τον στρατηγό Τσάο Κουό, ο οποίος υποσχέθηκε να διεξαγάγει μια αποφασιστική μάχη. Την ίδια ώρα, οι Τσιν μυστικά αντικατέστησαν τον Ουάνγκ Χε με τον περιβόητα βίαιο στρατηγό Πάι Τσι. Όταν ο Τσάο Κουό άφησε τις οχυρώσεις του, το κέντρο της παράταξης του Πάι Τσι οπισθοχώρησε προσποιητά ενώ ταυτόχρονα οι υπόλοιπες δυνάμεις του περικύκλωναν τον εχθρό από τις πτέρυγες. Μετά από 46 μέρες και αφού το σχέδιο είχε πετύχει και ο στρατός των Τσάο είχε περικυκλωθεί, τα πεινασμένα στρατεύματα των τελευταίων παραδόθηκαν τον Σεπτέμβριο του 260 π.Χ. Λέγεται ότι ο στρατηγός Πάι Τσι διέταξε την εκτέλεση όλων των αιχμαλώτων και ότι ο στρατός των Τσάο έχασε 400.000 άνδρες.

Οι Τσιν ήταν τόσο εξαντλημένοι μετά τη νίκη τους για να συνεχίσουν άμεσα τις πολεμικές τους ενέργειες. Λίγο καιρό αργότερα έστειλαν μια στρατιά να πολιορκήσει την πρωτεύουσα των Τσάο, η οποία όμως καταστράφηκε όταν ο στρατός των Τσάο επιτέθηκε από τα νώτα. Το κράτος των Τσάο μόλις που επιβίωσε, αλλά δεν υπήρχε πλέον κράτος που να μπορεί μόνο του να αντισταθεί στους Τσιν. Τα άλλα κράτη μπορούσαν να είχαν επιβιώσει εάν έμεναν ενωμένα απέναντι στους Τσιν, αλλά δεν έμειναν.

Το τέλος της δυναστείας των Τσόου (256–249 π.Χ.)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι δυνάμεις του βασιλιά Τσάο των Τσιν νίκησαν αυτές του βασιλιά Ναν των Τσόου και κατέκτησαν τους "Δυτικούς Τσόου" το 256 π.Χ. Η εξαιρετικά μακρά βασιλεία του βασιλιά Τσάο των Τσιν έληξε το 251 π.Χ. Ο γιος του βασιλιάς Σιαοουέν, ήδη μεγάλος σε ηλικία, πέθανε μόλις τρεις μέρες μετά τη στέψη του και τον διαδέχθηκε ο γιος του, ο βασιλιάς Τσουανγκσιάνγκ. Ο νέος βασιλιάς των Τσιν προήλασε με το στρατό του και κατέκτησε τους "Ανατολικούς Τσόου", επτά χρόνια μετά την πτώση των "Δυτικών Τσόου". Έτσι, τερματίστηκε η 800ετής δυναστεία των Τσόου, το κατ' όνομα μακροβιότερο πολιτικό ηγετικό καθεστώς της Κίνας.

Ο ιστορικός Σιμά Τσιεν αντιφάσκει στο έργο του σχετικώς με την τύχη των Τσόου. Το κεφάλαιο 4 (τίτλος: Τα Χρονικά των Τσόου) ολοκληρώνεται με την πρόταση έτσι τελείωσαν οι θυσίες των Τσόου, αλλά στο επόμενο κεφάλαιο 5 (τίτλος: Τα Χρονικά των Τσιν) μαθαίνουμε ότι οι Τσιν δεν απαγόρευσαν τις θυσίες τους: στον λόρδο των Τσόου διανεμήθηκε μια έκταση γης στο Γιανγκρέν όπου μπορούσε να συνεχίσει να τελεί θυσίες στους προγόνους του'.

Οι Τσιν ενώνουν την Κίνα (247–221 π.Χ.)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο βασιλιάς Τσουανγκσιάνγκ των Τσιν βασίλεψε μόλις τρία χρόνια. Τον διαδέχθηκε ο γιος του Τζενγκ, ο οποίος ήταν μόλις 13 ετών την εποχή της στέψης του. Ως ενήλικας αργότερα ο Τζενγκ θα αποδεικνυόταν λαμπρός ηγέτης καταφέρνοντας σε περίοδο μόλις 9 ετών όσα δεν κατάφεραν όλοι οι προκάτοχοί του: την ένωση της Κίνας υπό τους Τσιν.

Η κατάκτηση των Χαν[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 230 π.Χ., οι Τσιν κατέκτησαν το κράτος των Χαν. Το κράτος των τελευταίων ήταν το πιο αδύναμο των επτά εμπόλεμων κρατών, συνόρευε με το πολύ ισχυρότερο κράτος των Τσιν, και είχε υποστεί συνεχείς επιθέσεις από αυτό τα προηγούμενα χρόνια. Η κατάσταση αυτή συνεχίστηκε μέχρι που ο αυτοκράτορας Τσιν Σι Χουάνγκ έστειλε τον στρατηγό Ουάνγκ Τζιεν να επιτεθεί στους Τσάο. Ο βασιλιάς Αν των Χαν, τρομοκρατημένος από τη σκέψη ότι το κράτος του θα αποτελούσε τον επόμενο στόχο των Τσιν, έστειλε άμεσα διπλωμάτες να παραδώσουν το βασίλειό του στους Τσιν χωρίς μάχη, προκειμένου να σωθεί ο πληθυσμός των Χαν από τις πιθανές τρομερές επιπτώσεις μιας ανεπιτυχούς αντίστασης.

Η κατάκτηση των Βέι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 225 π.Χ., οι Τσιν κατέκτησαν το κράτος των Ουέι. Ο στρατός των Τσιν εισέβαλε αστραπιαία στο κράτος των Ουέι και πολιόρκησε την πρωτεύουσα Νταλιάν, γρήγορα όμως συνειδητοποίησε ότι τα τείχη της πόλης ήταν πολύ ισχυρά για να μπορέσει να διεισδύσει. Οι Τσιν ακολούθως επινόησαν μια νέα στρατηγική κατά την οποία χρησιμοποίησαν τη δύναμη ενός τοπικού ποταμού που συνδεόταν με τον Κίτρινο Ποταμό, εκτρέποντας την κοίτη του και προκαλώντας πλημμύρα στα τείχη της πόλης, με συνέπεια την καταστροφή αυτής. Αντιλαμβανόμενος την κατάσταση, ο βασιλιάς Τζιά των Ουέι βγήκε όσο το δυνατόν πιο γρήγορα από τα τείχη της πόλης και την παρέδωσε στο στρατό των Τσιν προκειμένου ν' αποφύγει την αιματοχυσία των κατοίκων της.

Η κατάκτηση των Τσου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 223, οι Τσιν κατέκτησαν το κράτος των Τσου. Η πρώτη εισβολή παρόλα αυτά οδήγησε σε μεγάλη καταστροφή, όταν 200.000 στρατιώτες των Τσιν, υπό την ηγεσία του άπειρου στρατηγού Λι Σιν, ηττήθηκαν από τα 500.000 στρατεύματα των Τσου στην άγνωστη γι' αυτούς περιοχή της Χουαϊγιάνγκ (περιοχή που καταλαμβάνουν το σημερινό βόρειο Τζιανγκσού και η Ανχουέι). Ο διοικητής του στρατού των Τσου, στρατηγός Σιανγκ Γιαν, δελέασε τους Τσιν επιτρέποντάς τους κάποιες αρχικές επιτυχίες, αλλά κατόπιν αντεπιτέθηκε και έκαψε δύο μεγάλα στρατόπεδά τους.

Το επόμενο έτος, ο στρατηγός Ουάνγκ Τζιεν κλήθηκε να ηγηθεί μια δεύτερης εισβολής 600.000 ανδρών των Τσιν. Όντας με υψηλό ηθικό από τις επιτυχίες του προηγούμενου έτους, οι δυνάμεις των Τσου προτίμησαν να περιμένουν την πολιορκία των Τσιν. Παρόλα αυτά, ο Ουάνγκ Τζιεν αποφάσισε να εξασθενίσει τη στρατηγική των Τσου και τούς παγίδεψε, εμφανιζόμενος να μένει αδρανής μέσα στις οχυρώσεις του, την ώρα που μυστικά εκπαίδευε και προετοίμαζε το στρατό του για να πολεμήσει στην επικράτεια των τελευταίων. Μετά από ένα χρόνο, οι υπερασπιστές Τσου αποφάσισαν ν' απολύσουν το μεγαλύτερο τμήμα του στρατεύματός τους εξαιτίας της προφανούς, όπως νόμιζαν, αδράνειας των Τσιν. Ακριβώς τη στιγμή εκείνη, ο Ουάνγκ Τζιεν εισέβαλε με όλη τη δύναμή του και κατέκτησε την περιοχή της Χουαϊγιάνγκ, κατατροπώνοντας τον εναπομείναντα στρατό των Τσου. Οι Τσου απώλεσαν την πρωτοβουλία και μπόρεσαν ν' αντιπαρατάξουν μόνο κατά τόπους ανταρτοπόλεμο, μέχρι που κατακτήθηκαν ολοκληρωτικά με την καταστροφή του Σοουτσούν και το θάνατο το 223 π.Χ. του τελευταίου ηγέτη τους, βασιλιά Τσανγκπίνγκ. Στην ακμή τους, οι στρατοί των Τσου και Τσιν αθροιζόμενοι υπολογίζονταν από εκατοντάδες χιλιάδες έως ένα εκατομμύριο στρατιώτες, περισσότερους από όσους είχαν συμμετάσχει στην εκστρατεία της πόλης Τσανγκπίνγκ με αντιπάλους τους Τσιν και Τσάο 35 χρόνια πριν.

Η κατάκτηση των Τσάο και Γιαν[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 223, οι Τσιν κατέκτησαν το κράτος των Τσάο και ακολούθως το κράτος των Γιαν. Μετά την κατάκτηση των Τσάο, ο στρατός των Τσιν έστρεψε την προσοχή του στους Γιαν. Αντιληφθείς τον κίνδυνο και τη σοβαρότητα της κατάστασης, ο διάδοχος πρίγκιπας Ταν των Γιαν είχε στείλει τον Τζινγκ Κε (λόγιος, αλλά και ειδικός στην τέχνη του σπαθιού), με διαταγή να δολοφονήσει τον βασιλιά Τζενγκ των Τσιν, η αποτυχία του όμως πυροδότησε την οργή και αποφασιστικότητα του Τζενγκ, ώστε αύξησε τα στρατεύματά του κατακτώντας εντέλει τους Γιαν.

Η κατάκτηση των Τσι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 221 π.Χ., οι Τσιν κατέκτησαν το κράτος των Τσι, το οποίο ήταν το μόνο μη κατακτημένο ακόμα κράτος, ενώ δεν είχε βοηθήσει τα προηγούμενα κράτη όταν οι Τσιν τα κατακτούσαν. Όταν οι Τσιν εκδήλωσαν την πρόθεση να επιτεθούν, οι Τσι αμέσως παρέδωσαν όλες τις πόλεις τους, σηματοδοτώντας την ενοποίηση της Κίνας υπό τη δυναστεία Τσιν. Ο τελευταίος βασιλιάς των Τσι έζησε στην εξορία στην Κονγκ μέχρι το τέλος της ζωής του.

Στη νεοσυσταθείσα ενωμένη αυτοκρατορία των Τσιν, η ενότητα βασιζόταν αποκλειστικά στην πολεμική ισχύ. Τα φέουδα καταργήθηκαν, και οι οικογένειες της αριστοκρατίας εξαναγκάστηκαν να διαμένουν στην τότε πρωτεύουσα της Κίνας, Σιανγιάνγκ, προκειμένου να τυγχάνουν επίβλεψης. Κατασκευάστηκε μια εθνική οδός ενώ μεθοδεύτηκαν και έργα για μεγαλύτερη χρήση των καναλιών των ποταμών προκειμένου να μπορεί να αναπτύσσεται και εφοδιάζεται ευκολότερα και ταχύτερα ο αυτοκρατορικός στρατός. Στους χωρικούς παραχωρήθηκε μεγαλύτερος αριθμός δικαιωμάτων όσον αφορά τη γη, παρόλο που εναπόκεινταν σε φορολογία που αποτελούσε ένα μεγάλο τμήμα των εσόδων του κράτους.

Στρατιωτική θεωρία και πρακτική[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το πολεμικό άρμα παρέμεινε σημαντικός παράγοντας στην κινεζική πολεμική τέχνη για πολύ καιρό μετά την απόσυρσή του από τα πεδία μάχης της Μέσης Ανατολής. Στην αρχή της "Περιόδου των Εμπόλεμων Κρατών" σημειώνεται μια στροφή από τα πολεμικά άρματα στο μαζικό πεζικό, πιθανόν λόγω της ανακάλυψης του νέου είδους τόξου της βαλίστρας. Η στροφή αυτή είχε δύο κύρια αποτελέσματα. Πρώτα απ' όλα, οδήγησε τους δούκες να μειώσουν τους αρματιστές (που ήταν αριστοκράτες), ώστε να έχουν άμεση πρόσβαση στους χωρικούς για να τους στρατολογήσουν. Η αλλαγή αυτή οδήγησε από την αριστοκρατικής δομής κυβέρνηση στη γραφειοκρατικής μορφής διοίκηση. Δεύτερον, είχε ως αποτέλεσμα την αύξηση στην έκταση και μαζικότητα των πολεμικών επιχειρήσεων. Όταν οι Τσόου νίκησαν τους Σανγκ στη μάχη του Μουγιέ (περίπου το 1046 π.Χ.), χρησιμοποίησαν 45.000 άνδρες και 300 πολεμικά άρματα. Αντίθετα, οι αριθμοί που αφορούν διάφορα κράτη στην "Περίοδο των Εμπόλεμων Κρατών" είναι οι εξής:

  • Τσιν: 1.000.000 πεζικό, 1.000 πολεμικά άρματα, 10.000 ιππείς.
  • Τσου: 1.000.000 πεζικό, 1.000 πολεμικά άρματα, 10.000 ιππείς.
  • Ουέι: 200.000–360.000 πεζικό (σπαθάριοι), 200.000 λογχοφόροι, 100.000 βοηθητικοί (υπηρέτες), 600 πολεμικά άρματα, 5.000 ιππείς.
  • Χαν: 300.000 άνδρες συνολικά.
  • Τσι: αρκετές εκατοντάδες χιλιάδες στρατιώτες.

Για τις κύριες μάχες της περιόδου, αναφέρονται τα ακόλουθα νούμερα:

  • Μάχη της Μαλίνγκ: 100.000 νεκροί.
  • Μάχη της Γιτσιουέ: 240.000 νεκροί.
  • Επίσης, ο στρατηγός Πάι Τσι των Τσιν λέγεται ότι ήταν υπεύθυνος για 890.000 νεκρούς εχθρούς κατά τη διάρκεια της καριέρας του.

Πολλοί ειδικοί πιστεύουν ότι τα παραπάνω νούμερα είναι υπερβολικά (τα αρχεία είναι ανεπαρκή, είναι πολύ μεγαλύτερα από εκείνα παρόμοιων κοινωνιών, οι στρατιώτες πληρώνονταν τότε βάσει του αριθμού των εχθρών που σκότωναν, ενώ η δυναστεία των Χαν είχε συμφέρον να υπερβάλλει όσον αφορά το βαθμό αιματοχυσίας της εποχής πριν την ένωση της Κίνας, προκειμένου να υποστηρίξει τη δική της μοναδική, καθολική εξουσία). Ανεξαρτήτως πάντως του γεγονότος της υπερβολής ή μη, είναι φανερό ότι υπήρχε μαζική αύξηση των πολεμικών συγκρούσεων εκείνη την εποχή. Η αιματοχυσία και δυστυχία εκείνης της περιόδου εξηγεί επαρκώς την παραδοσιακή προτίμηση των Κινέζων για ενωμένη και καθολική ηγεσία.