Πατριάρχης Πάσης Βουλγαρίας

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Πατριάρχης Πάσης Βουλγαρίας
Επισκοπή
Ορθόδοξη
Coat of arms of BPC.png
Έμβλημα της Βουλγαρικής Ορθόδοξης Εκκλησίας
Neophyte of Bulgaria.jpg
Εν ενεργεία:
Πατριάρχης Νεόφυτος
από τις 24 Φεβρουαρίου 2013
ΠροσφώνησηΜακαριότατος
Πρώτος επίσκοποςΛεόντιος (Μεσαιωνικός)
Κύριλλος (Νεότερος)
Ίδρυση918/919 (Μεσαιωνικός)
1953 (Νεότερος)
Ιστότοποςbg-patriarshia.bg

Ο Πατριάρχης Πάσης Βουλγαρίας είναι προκαθήμενος της Βουλγαρικής Ορθόδοξης Εκκλησίας. Ο Πατριάρχης επισήμως προσφωνείται ως Πατριάρχης Πάσης Βουλγαρίας και Μητροπολίτης Σόφιας. Ο Πατριάρχης Νεόφυτος ανήλθε στο συγκεκριμένο αξίωμα στις 24 Φεβρουαρίου 2013.

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μεσαιωνική περίοδος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Έπειτα από δύο καθοριστικής σημασίας νίκες εναντίον των Βυζαντινών στον Αχελώο (πλησίον της σημερινής πόλεως του Μπουργκάς) και τους Κατασύρτες (πλησίον της Κωνσταντινούπολης), η αυτόνομη Βουλγαρική Αρχιεπισκοπή διακηρύχθηκε αυτοκέφαλη και αναβαθμίστηκε στον βαθμό του Πατριαρχείου στην διάρκεια εκκλησιαστικής και εθνικής συνόδου η οποία έλαβε χώρα το 918 ή το 919. Ως συνέπεια της Συνθήκης του 927, η οποία επικύρωνε τη νίκη των Βουλγάρων στον Βυζαντινό-Βουλγαρικό Πόλεμο του 913-927, το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως αναγνώρισε την αυτοκεφαλία της Βουλγαρικής Ορθόδοξης Εκκλησίας, καθώς και το πατριαρχικό της αξίωμα.[1][2] Ως αποτέλεσμα, το Βουλγαρικό Πατριαρχείο κατέστη η πέμπτη αυτοκέφαλη Ανατολική Ορθόδοξη Εκκλησία μετά τα πατριαρχεία Κωνσταντινουπόλεως, Αλεξανδρείας, Αντιοχείας και Ιεροσολύμων. Έδρα του Πατριαρχείου ήταν η νέα βουλγαρική πρωτεύουσα, Πρέσλαβ, αν και θεωρείται πιθανό ο Πατριάρχης να διέμενε στην πόλη Ντράσταρ (Σιλίστρα), παλαιοχριστιανικό κέντρο ιδιαιτέρως γνωστό για τους μάρτυρες και την χριστιανική του ιστορία.

Οθωμανική κατάκτηση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Έπειτα από την άλωση της πρωτεύουσας της Β΄ Βουλγαρικής Αυτοκρατορίας, Τάρνοβο, από τους Οθωμανούς το 1393 και τον εξορισμό του Πατριάρχη Ευθυμίου, η αυτοκέφαλη Βουλγαρική Εκκλησία διαλύθηκε. Η Βουλγαρική εκκλησιαστική ιεραρχία βρέθηκε εκ νέου υπό τον έλεγχο του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως.

Νεότερη περίοδος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Προϋποθέσεις για την παλινόρθωση του Βουλγαρικού Πατριαρχείου δημιουργήθηκαν κατόπιν του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Το 1945, ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως αναγνώρισε την αυτοκεφαλία της Βουλγαρικής Εκκλησίας. Το 1950, η Ιερά Σύνοδος υιοθέτησε νέο Καταστατικό το οποίο άνοιγε τον δρόμο για την παλινόρθωση του Πατριαρχείου, ενώ, το 1953, εξέλεξε τον Μητροπολίτη του Πλόβντιβ, Κύριλλο, ως τον Βούλγαρο Πατριάρχη. Μετά τον θάνατο του Πατριάρχη Κύριλλου το 1971, η Εκκλησία εξέλεξε στην θέση του τον Μάξιμο, Μητροπολίτη του Λόβετς,[3] ο οποίος και διετέλεσε Βούλγαρος Πατριάρχης έως τον θάνατό του το 2012. Ως προσωρινός προκαθήμενος, στις 10 Νοεμβρίου 2012, επελέγη ο Μητροπολίτης Κύριλλος της Βάρνα και του Βέλικι Πρέσλαβ, ο οποίος και διοργάνωσε την διαδικασία εκλογής του νέου Πατριάρχη. Στις 24 Φεβρουαρίου 2013, ο Νεόφυτος Βουλγαρίας εξελέγη ως ο νέος Πατριάρχης.

Δείτε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. [1] Kiminas, D. (2009). The Ecumenical Patriarchate. Wildside Press LLC. p. 15
  2. [2] GENOV, R., & KALKANDJIEVA, D. (2007). Religion and Irreligion in Bulgaria: How Religious Are the Bulgarians? Religion and power in Europe: conflict and convergence, 257.
  3. Daniela Kalkandjieva, 26. Balgarskata pravoslavna tsarkva i darzhavata, 1944-1953 [The Bulgarian Orthodox Church and the State], (Sofia: Albatros, 1997).