Πασαλίκι της Σκόδρας

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Πασαλίκι της Σκόδρας
17571831
Χώρα Οθωμανική Αυτοκρατορία
Πρωτεύουσα Σκόδρα

Το πασαλίκι της Σκόδρας[1] (1757–1831) ήταν ένα ημιαυτόνομο πασαλίκι υπό την Οθωμανική Αυτοκρατορία που δημιούργησε η αλβανική οικογένεια Μπουσάτι από το προηγούμενο σαντζάκι της Σκόδρας, το οποίο βρισκόταν γύρω από την πόλη της Σκόδρας στη μετέπειτα Αλβανία και σε μέρη του σύγχρονου Μαυροβουνίου.[2] Στην ακμή του κατά τη διάρκεια της βασιλείας του Καρά Μαχμούτ Μπουσάτι, το πασαλίκι κάλυπτε μεγάλο μέρος της Αλβανίας, μεγάλων τμημάτων του Κοσσυφοπεδίου, της δυτικής Μακεδονίας και του νοτιοδυτικού Μαυροβουνίου.[3][4]

Υπόβαθρο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η διοικητική διαίρεση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας το 1795

Η αποδυνάμωση της οθωμανικής κεντρικής εξουσίας και του τιμαριωτικού συστήματος ιδιοκτησίας γης, έφεραν αναρχία στις βορειοδυτικές περιοχές της Oθωμανικής Aυτοκρατορίας. Στα τέλη του 18ου αιώνα εμφανίστηκαν δύο κέντρα εξουσίας: τη Σκόδρα, υπό την οικογένεια Μπουσάτι και τα Ιωάννινα, υπό τον Αλή Πασά Τεπελενλή. Και οι δύο περιοχές συνεργάστηκαν και αψήφησαν την Υψηλή Πύλη καθώς τα συμφέροντά τους το απαιτούσαν.[5]

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 1757, ο Μεχμέτ Μπουσάτι, έχοντας εξαλείψει δύο αντίπαλες οικογένειες[6] και επικεφαλής του Ταμπάκ εσνάφ της Σκόδρας ως πνευματικός τους σεΐχης διακήρυξε τον εαυτό του πασά της Σκόδρας. Ο Μεχμέτ Μπουσάτι, γνωστός ως Μεχμέτ ο Γηραιός (Plaku), μετέτρεψε το σαντζάκι της Σκόδρας, το οποίο δημιουργήθηκε το 1479, σε ένα ημιαυτόνομο πασαλίκι της Σκόδρας. Δέχτηκε εγκωμιαστικά σχόλια από την Κωνσταντινούπολη για τον τερματισμό της τρομοκρατίας των Αράβων και των Βέρβερων πειρατών στα βενετικά πλοία της Αδριατικής.

Ο γιος και ο τρίτος διάδοχός του Μεχμέτ Μπουσάτι, Καρά Μαχμούτ Μπουσάτι, ακολουθούσε μια πολιτική στρατιωτικής επέκτασης και εδραίωσε τον έλεγχό του στη βόρεια Αλβανία μέχρι την Τοσκερία και το Κοσσυφοπέδιο. Απέκρουσε αρκετές οθωμανικές αποστολές που αποσπάστηκαν για να τον υποτάξουν για την ανεξέλεγκτη συμπεριφορά του. Ο Καρά Μαχμούτ υπέταξε τις φυλές του Μαυροβουνίου και ανάγκασε τους Βενετούς να του καταβάλουν φόρο (haraj). Αμφισβήτησε τόσο την Αυστριακή όσο και τη Ρωσική Αυτοκρατορία, λαμβάνοντας υπόσχεση από τη Βιέννη ότι θα τον αναγνώριζαν ως άρχοντα όλης της περιοχής της μετέπειτα Αλβανίας με αντάλλαγμα μια συμμαχία ενάντια στην Υψηλή Πύλη. Ωστόσο, αφού πήρε χρήματα από τους Αυστριακούς, αποκεφάλισε τους Βιενέζους απεσταλμένους, έστειλε τα κεφάλια τους στην Κωνσταντινούπολη και υποσχέθηκε πίστη στον σουλτάνο.[7] Απαντώντας, οι Οθωμανοί εκ των υστέρων συγχώρεσαν τον Καρά Μαχμούτ για τις επιθέσεις του ενάντια στη Βενετία και τον επαναδιόρισαν ως κυβερνήτη της Σκόδρας.

Το 1796, οι Μαυροβούνιοι και οι αλβανικές καθολικές φυλές των Πίπερ και Πάλαμπαρντ απέκρουσαν επιτυχώς μια εκστρατεία που ξεκίνησε εναντίον τους από τους μουσουλμάνους της Σκόδρας και αποκεφάλισαν τον Καρά Μαχμούτ Μπουσάτι.[7] Το κρανίο του εξακολουθεί να εκτίθεται στο μοναστήρι του Τσέτινιε στο Μαυροβούνιο. Ο θάνατός του σήμανε τον τερματισμό της αυτονομίας για το πασαλίκι.[2] Ο διάδοχος του Κάρα Μαχμούτ, Ιμπραήμ Μπουσάτι συνεργάστηκε με την Οθωμανική Αυτοκρατορία μέχρι το θάνατό του (1810). Ορίστηκε μπεηλέρμπεης της Ρούμελης και υπέταξε τους Σέρβους κατά τη διάρκεια των στρατιωτικών αποστολών του κατά του Βελιγραδίου.[7]

Η κυριαρχία της δυναστείας των Μπουσάτι τερματίστηκε όταν ο οθωμανικός στρατός υπό τον Μεχμέτ Ρεσίτ Πασά πολιορκούσε το κάστρο Φατίχ στη Σκόδρα και ανάγκασε την παράδοση του τελευταίου πασά Μουσταφά Μπουσάτι που είχε επαναστατήσει εναντίον του σουλτάνου τον οποίο κατηγόρησαν ως Γιαούρ - ινφιντέλ (1831).[7] Η ήττα αυτή όχι μόνο έληξε μια προγραμματισμένη συμμαχία μεταξύ των Αλβανών και των Βοσνίων, οι οποίοι επιδίωκαν εξίσου την αυτονομία,[7] αλλά είχε ως αποτέλεσμα και τη διάλυση του πασαλικίου.

Συνέπειες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 1867, ο σαντζάκι της Σκόδρας συγχωνεύθηκε με το σαντζάκι των Σκοπίων, σχηματίζοντας το βιλαέτι της Σκόδρας. Το βιλαέτι διαιρέθηκε στη συνέχεια σε τρία σαντζάκια: Σκόδρας, Πρίζρεν και Ντίμπρα. Το 1877, το σαντζάκι του Πρίζρεν τέθηκε υπό τη διοίκηση του βιλαετίου του Κοσσυφοπεδίου και το σαντζάκι της Ντίμπρα τέθηκε υπό τη διοίκηση του βιλαετίου του Μοναστηρίου. Μετά τις εδαφικές μεταβολές, ο σαντζάκι της Σκόδρας χωρίστηκε στη συνέχεια σε δύο σαντζάκια: το σαντζάκι της Σκόδρας και το σαντζάκι του Δυρραχίου.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Δημήτρης Μπεντούλης Οι Σχωριάδες κατά το δεύτερο ήμισυ του 19ου αιώνα και τις αρχές του 20ου αιώνα σελ. 76, schoriades.gr
  2. 2,0 2,1 Elsie 2005: 65
  3. Vickers 1999, σελ. 18
  4. Iseni 2008, σελ. 120
  5. Zickel and Iwaskiw 1994: 19
  6. Castellan 2002: 37: ayant éliminé deux familles rivales
  7. 7,0 7,1 7,2 7,3 7,4 Olsi Jazexhi 2002: 48