Πανεπιστήμιο του Μιλάνου

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Πανεπιστήμιο του Μιλάνου
Università degli Studi di Milano
ΡητόScientia illuminans dignus
Ρητό στα ελληνικάΗ Γνώση διαφωτίζει τους άξιους
Τύποςδημόσιο
Ίδρυση1924
ΣυνεργασίαEUA, LERU
Προϋπολογισμός467 εκατομμύρια € (το 2020)
ΠρύτανηςElio Franzini
Ακαδημαϊκό προσωπικό2.100
Διοικητικό προσωπικό1.872
Φοιτητές61.547 (το 2018-2019)
Προπτυχιακοί36.717
Μεταπτυχιακοί23.058
Διδακτορικοί φοιτητές869
Άλλοι φοιτητές903
ΈδραΜιλάνο
Χρώματακυανό του Μιλάνου
Ιστοσελίδαwww.unimi.it

Το Πανεπιστήμιο του Μιλάνου (ιταλ. Università degli Studi di Milano, λατ. Universitas Studiorum Mediolanensis), αναφερόμενο με το αρκτικόλεξο UniMi και στην καθομιλουμένη ως «La Statale» (= «το κρατικό»), είναι ένα από τα δώδεκα ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα του Μιλάνου της Ιταλίας. Είναι ένα από τα μεγαλύτερα πανεπιστήμια στην Ευρώπη, με πάνω από 60 χιλιάδες φοιτητές και φοιτήτριες,[1] και με μόνιμο διδακτικό και ερευνητικό προσωπικό περίπου δύο χιλιάδων.[2]

Το Πανεπιστήμιο είναι δημόσιο και έχει δέκα σχολές. Προσφέρει μεταπτυχιακούς και προπτυχιακούς τίτλους σπουδών σε 140 επιστημονικά πεδία. Οι ερευνητικές και εκπαιδευτικές δραστηριότητές του αυξήθηκαν με την πάροδο των ετών και έχουν τύχει σημαντικών διεθνών αναγνωρίσεων.

Το Πανεπιστήμιο του Μιλάνου είναι το μοναδικό ιταλικό Α.Ε.Ι. που αποτελεί μέλος της Ενώσεως Ευρωπαϊκών Ερευνητικών Πανεπιστημίων (LERU). Κατατάσσεται συνήθως ως ένα από τα καλύτερα πανεπιστήμια της Ιταλίας, τόσο συνολικά, όσο και σε ειδικότερους τομείς.

Μέχρι σήμερα ένας απόφοιτος του Πανεπιστημίου, ο Ρικάρντο Τζιακόνι, έχει πάρει Βραβείο Νόμπελ (Φυσικής, το 2002)[3] και ένας ακόμα έχει τιμηθεί με Μετάλλιο Φιλντς, ο Ενρίκο Μπομπιέρι[4] το 1974.

Σχολές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η κεντρική βιβλιοθήκη Νομικής και Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου
Το κτήριο «Ωμέγα» του Τμήματος Χημείας
Το κύριο κτήριο του Φαρμακευτικής Σχολής

Το Πανεπιστήμιο του Μιλάνου αποτελείται από τις εξής σχολές (facoltà):

  • Νομική Σχολή
  • Ιατρική Σχολή
  • Φιλοσοφική Σχολή
  • Κτηνιατρική Σχολή
  • Σχολή Γεωπονικών και Διατροφικών Επιστημών
  • Φαρμακευτική Σχολή
  • Σχολή Φυσικών Επιστημών και Τεχνολογίας
  • Σχολή Φυσικής Αγωγής και Αθλητισμού
  • Σχολή Πολιτικών, Οικονομικών και Κοινωνικών Επιστημών
  • Σχολή Γλωσσολογίας και Πολιτισμικών Διαμεσολαβήσεων

Επιστημονική έρευνα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η επιστημονική έρευνα γίνεται σε 33 τμήματα και στα 53 ερευνητικά κέντρα του ιδρύματος. Το έτος 2019 έγιναν 8.453 ερευνητικές δημοσιεύσεις από το διδακτικό και ερευνητικό προσωπικό.

Το Πανεπιστήμιο του Μιλάνου υπήρξε ένα από τα Α.Ε.Ι. που βοήθησαν να ιδρυθεί η LERU, η Ένωση Ευρωπαϊκών Ερευνητικών Πανεπιστημίων, μια ομάδα 21 ευρωπαϊκών πανεπιστημίων που δίνουν έμφαση στην επιστημονική έρευνα, και είναι μέχρι σήμερα το μοναδικό ιταλικό πανεπιστήμιο που ανήκει στα μέλη της. Χάρη στη δέσμευσή του να διεξάγει βασική και εφαρμοσμένη έρευνα, το Πανεπιστήμιο του Μιλάνου συγκαταλέγεται μεταξύ των κορυφαίων ιδρυμάτων στις κυριότερες εθνικές και διεθνείς κατατάξεις.[5]

Εγκαταστάσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το Πανεπιστήμιο του Μιλάνου κατέχει μια σημαντική καλλιτεχνική και πολιτιστική κληρονομιά, που περιλαμβάνει σημαντικά ιστορικά κτήρια, συλλογές, αρχεία, βοτανικούς κήπους και το παλαιό Αστεροσκοπείο της Μπρέρα, έργο του 18ου αιώνα.[6] Τα τμήματα του Πανεπιστημίου στεγάζονται σε ιστορικά κτήρια στο κέντρο του Μιλάνου, όσο και σε σύγχρονα κτήρια στην περιοχή που είναι γνωστή ως Città Studi (= «Πόλη των σπουδών»). Ανάμεσα στα πρώτα συγκαταλέγονται το «Ca’ Granda» (= «το μεγάλο σπίτι»), ένα μεγαλόπρεπο συγκρότημα από τον 15ο αιώνα στην καρδιά του ιστορικού κέντρου της πόλεως, το Παλάτσο Γκρέππι του 18ου αιώνα σε σχέδια του Τζουζέππε Πιερμαρίνι (του αρχιτέκτονα της Σκάλας του Μιλάνου) και το Κολέγιο του Αγίου Αλεξάνδρου του 17ου αιώνα, που ανατέθηκε από την Οικογένεια Αρτσιμπόλντι. Η συλλογή βιβλίων, μία από τις πλουσιότερες στη Λομβαρδία, διατηρείται σε 47 βιβλιοθήκες[7], ενώ το Κέντρο APICE συλλέγει σπάνια και πολύτιμα βιβλία και αρχεία.

Η συνολική έκταση των υποδομών του πανεπιστημίου είναι περίπου 500 χιλιάδες τετραγωνικά μέτρα, που περιλαμβάνουν 356 αίθουσες διδασκαλίας με περίπου 27.382 καθίσματα, 203 εκπαιδευτικά εργαστήρια και αίθουσες υπολογιστών με περίπου 1.831 καθίσματα, και 171 αίθουσες μελέτης και βιβλιοθήκες με περίπου 4.417 καθίσματα.

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Via Festa del Perdono στο Πανεπιστήμιο του Μιλάνου
Η κιονοστοιχία του κεντρικού κτηρίου
Το Τμήμα Φυσικής του πανεπιστημίου

Το Πανεπιστήμιο του Μιλάνου ιδρύθηκε το 1924 από τη συγχώνευση δύο ιδρυμάτων με μεγάλη παράδοση, στις επιστημονικές και ανθρωπιστικές σπουδές το ένα, και στις ιατρικές το άλλο: ήταν η Accademia Scientifico-Letteraria (= «Ακαδημία Επιστημών και Γραμμάτων», ενεργός από το 1861) και το Istituti Clinici di Perfezionamento (= «Ινστιτούτα Κλινικής Εξειδικεύσεως», που ιδρύθηκαν το 1906). Το 1928 το νέο πανεπιστήμιο είχε ήδη τον τέταρτο μεγαλύτερο αριθμό εγγεγραμμένων φοιτητών στην Ιταλία, μετά το Πανεπιστήμιο της Νάπολης, το Πανεπιστήμιο Σαπιέντσα Ρώμης και το Πανεπιστήμιο της Πάδοβας. Οι περισσότερες εγκαταστάσεις του βρίσκονταν από την αρχή στην Città Studi (= «Πόλη των σπουδών»), την πανεπιστημιόπολη που άρχισε να διαμορφώνεται ήδη από το 1915 και φιλοξενεί επίσης το Πολυτεχνείο του Μιλάνου, ενώ στο ιστορικό κέντρο του Μιλάνου αρκετά μεμονωμένα κτήρια στεγάζουν τις σχολές των επιστημών του ανθρώπου (Φιλοσοφική κ.ά.).[8]

Το Πανεπιστήμιο όταν ιδρύθηκε είχε τις 4 «παραδοσιακές» Σχολές: τη Νομική, τη Φιλοσοφική, την Ιατρική και τη Σχολή Θετικών Επιστημών. Μετά το 1930 προστέθηκαν η Κτηνιατρική Σχολή και η Γεωπονική Σχολή, οι οποίες προϋπήρχαν από το 1792 και το 1871 αντιστοίχως, και απλώς ενσωματώθηκαν στο νέο πανεπιστήμιο.

Στο τέλος του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου το κτήριο του παλαιού Νοσοκομείου Απόρων (Ospedale dei Poveri), γνωστό ως «la Cà Granda» (= «το μεγάλο σπίτι»), αποδόθηκε στο Πανεπιστήμιο, αφού είχε υποστεί σοβαρές ζημιές από βομβαρδισμούς το 1943. Από το 1958, μετά από πολλές σταδιακές εργασίες ανακατασκευής και ανακαινίσεων, στεγάζει το γραφείο του πρύτανη του Πανεπιστημίου, τις διοικητικές υπηρεσίες και μέρος της Νομικής και της Φιλοσοφικής Σχολής.

Τη δεκαετία του 1960, με τη μεγάλη αύξηση όσων συνέχιζαν με ανώτερες σπουδές μετά το σχολείο, το Πανεπιστήμιο έφθασε να άρχισε να προσφέρει περισσότερα μαθήματα και ίδρυσε δύο νέες σχολές, τη Φαρμακευτική (στην Città Studi) και τη Σχολή Πολιτικών και Κοινωνικών Επιστημών (στην οδό Via Conservatorio, στο κέντρο του Μιλάνου). Ο αριθμός των φοιτητών και φοιτητριών έφθασε από τότε σχεδόν τα σημερινά επίπεδα των εξήντα χιλιάδων.

Στην Città Studi ανεγέρθηκε επιπλέον ένα νέο συγκρότημα, αποκλειστικά για τα τμήματα των βιοεπιστημών, έργο του αρχιτέκτονα Βίκο Ματζιστρέττι. Υπήρξε επίσης αύξηση του αριθμού των συμβάσεων με τα νοσοκομεία και κλινικές της πόλεως για την πρακτική εκπαίδευση των φοιτητών και φοιτητριών της Ιατρικής Σχολής. Το 1968 οι χώροι του Πανεπιστημίου ήταν περίπου 127.000 και το 1981 είχαν αυξηθεί σε 205.000 m². Το 1989 το εγγεγραμμένο φοιτητικό σώμα αριθμούσε 75.000 και το 1993 αριθμούσε 90.000.

Αντιμέτωπο με αυτή την αύξηση, το ίδρυμα επεδίωξε την εργονομική αποκέντρωση των εγκαταστάσεών του: Από το 1986 και μετά άρχισαν να δημιουργούνται νέα κέντρα σε άλλες περιοχές του Μιλάνου, ιδίως στην Μπικόκκα, αλλά και σε γειτονικές πόλεις: στο Κόμο, το Βαρέζε, την Κρέμα και το Λόντι.

Το 1998 η πανεπιστημιόπολη του Μπικόκκα αποσχίσθηκε από το κυρίως Πανεπιστήμιο και δημιουργήθηκε έτσι το «Πανεπιστήμιο του Μιλάνου-Μπικόκκα» (Università degli Studi di Milano-Bicocca, UNIMIB). Επίσης στο Βαρέζε ιδρύθηκε το Πανεπιστήμιο της Ινσούμπρια, παρέχοντας μαθήματα που μέχρι τότε παρέχονταν στο Βαρέζε και στο Κόμο από τα Πανεπιστήμια του Μιλάνου και της Παβία. Μετά από αυτές τις αποσχίσεις, παρά τη μείωση του φοιτητικού πληθυσμού του, το Πανεπιστήμιο του Μιλάνου είναι ακόμα το μεγαλύτερο Α.Ε.Ι. της Λομβαρδίας και ένα από τα μεγαλύτερα σε όλη την Ιταλία.

Ο νόμος του 2001 που μετασχημάτισε το εκπαιδευτικό σύστημα της Ιταλίας άνοιξε μια νέα φάση αλλαγών στο ίδρυμα, που προσάρμοσε τα προγράμματα σπουδών του στις νέες συνθήκες. Ο αριθμός των επιστημονικών πεδίων στα οποία έδινε πτυχία αυξήθηκε στα 74, ενώ αύξησε και τον αριθμό των εισακτέων. Αυξήθηκαν επίσης οι επενδύσεις για νέες εκπαιδευτικές και ερευνητικές εγκαταστάσεις, που κάλυψαν επιπλέον 80.000 m².

Η πλέον πρόσφατη φάση αναπτύξεως αφορούσε τα πεδία της επιστήμης της επικοινωνίας, των διαπολιτισμικών διαμεσολαβήσεων και της τέχνης. Υπήρξε επίσης ενίσχυση της επενδύσεως στη μεταφορά τεχνολογίας και στις πρακτικές εφαρμογές των αποτελεσμάτων των επιστημονικών ερευνών.

Οικονομικά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 2010 τα έσοδα του ιδρύματος ήταν 562 εκατομμύρια ευρώ, που προέρχονταν κυρίως από:

  • Το κράτος: 331 εκατομμύρια για τα συνήθη έξοδα λειτουργίας
  • Τους φοιτητές: 91 εκατομμύρια με τη μορφή διδάκτρων και συνεισφορών
  • Δημόσια και ιδιωτικά ιδρύματα: 59 εκατομμύρια για ερευνητικές δραστηριότητες

Αθλητισμός και τέχνες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Φοιτητικός κοιτώνας

Το Αθλητικό Πανεπιστημιακό Κέντρο (Centro Universitario Sportivo, CUS), έχει νομικά τη μορφή ενός ερασιτεχνικού αθλητικού συλλόγου, που από τα μέσα του 20ού αιώνα έχει προαγάγει τη φυσική αγωγή και τον αθλητισμό στο φοιτητικό σώμα του πανεπιστημίου. Κάθε χρόνο το Κέντρο διοργανώνει ευρύτατη ποικιλία μαθημάτων για διάφορα αθλήματα, που καλύπτουν από παραδοσιακά αθλήματα όπως ο στίβος και η κολύμβηση, μέχρι σύγχρονες δραστηριότητες όπως η καποέιρα και η γιόγκα.

Υπάρχουν μουσικές και θεατρικές δράσεις που οργανώνονται από τις πολιτιστικές δομές του πανεπιστημίου για το φοιτητικό σώμα, όπως την Ορχήστρα, τη Χορωδία και το Θεατρικό Πανεπιστημιακό Κέντρο (Centro Universitario Teatrale, CUT). Η Ορχήστρα του Πανεπιστημίου του Μιλάνου παρέχει τη δυνατότητα για ακροάσεις για κάποιο σύνολο κλασικής μουσικής σε συνεργασία με το Ωδείο «Τζουζέππε Βέρντι» του Μιλάνου. Η Χορωδία αποτελείται από προσωπικό του Πανεπιστημίου, φοιτητές και φοιτήτριες, μέλη ΔΕΠ, αλλά και από φιλόμουσους εκτός του ιδρύματος. Είναι δυνατό να γίνει κάποιος μέλος περνώντας από μια ακρόαση. Το CUT, υπό τη διεύθυνση πανεπιστημιακού Καθηγητή θεατρικών σπουδών, συνεργάζεται με φοιτητικές ομάδες που συμμετέχουν σε θεατρικές παραγωγές επί αρκετά χρόνια. Επιπλέον, το Πανεπιστήμιο συνεργάζεται στενά με θεατρικούς, κινηματογραφικούς και μουσικούς πράκτορες, ώστε να παρέχει στο φοιτητικό σώμα πρόσβαση σε πολιτιστικές πρωτοβουλίες και υπηρεσίες σε μειωμένες τιμές.


Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. «Student data». 
  2. «Research Facts and Figures». 
  3. «Riccardo Giacconi biography». 
  4. «Enrico Bombieri biography». 
  5. «University of Milan». Times Higher Education (THE). 25 Μαρτίου 2019. Ανακτήθηκε στις 26 Απριλίου 2019. 
  6. Antonello, E. (2014). «Bonaparte and the astronomers of Brera Observatory». arXiv:1405.6841 [physics.hist-ph]. 
  7. «Servizio Bibliotecario d'Ateneo - Home». 
  8. «History and Heritage - University of Milan». www.unimi.it. Ανακτήθηκε στις 26 Απριλίου 2019. 

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]