Παλαιό Ζερβοχώρι Ημαθίας

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Παλαιό Ζερβοχώρι
Τοποθεσία στον χάρτη
Τοποθεσία στον χάρτη
Παλαιό Ζερβοχώρι
Διοίκηση
ΧώραΕλλάδα
ΠεριφέρειαΚεντρικής Μακεδονίας
Περιφερειακή ενότηταΗμαθίας
ΔήμοςΗρωικής Πόλης Νάουσας
Δημοτική ενότηταΕιρηνούπολης
Γεωγραφία και στατιστική
Γεωγραφικό διαμέρισμαΜακεδονία
Υψόμετρο15 μ.
Πληθυσμός302 (2011)
Άλλα
Ταχ. κωδ.59034
Τηλ. κωδ.23320
https://www.naoussa.gr/

Το Παλαιό (ή Κάτω) Ζερβοχώρι, είναι πεδινό χωριό της Ημαθίας. Διοικητικά, μετά τη θέσπιση του ν.3852/2010 (Νέα αρχιτεκτονική της αυτοδιοίκησης και της αποκεντρωμένης διοίκησης- πρόγραμμα "Καλλικράτης"), υπάγεται στη Δημοτική Ενότητα Ειρηνούπολης του Δήμου Ηρωικής πόλης Νάουσας, της Περιφερειακής Ενότητας Ημαθίας, που βρίσκεται στην Περιφέρεια Κεντρικής Μακεδονίας. Μαζί με το Άνω Ζερβοχώρι και τον Αρχάγγελο, αποτελούν την Τοπική Κοινότητα Ζερβοχωρίου, ενώ γειτνιάζει με τις κοινότητες Αγίου Γεωργίου και Αγίας Μαρίνας του Δήμου Βέροιας. Κατά τη διοικητική διαίρεση της Ελλάδας με το σχέδιο “Καποδίστριας”, μέχρι το 2010, το Παλαιό Ζερβοχώρι ανήκε στο Τοπικό Διαμέρισμα Ζερβοχωρίου, του πρώην Δήμου Ειρηνούπολης του Νομού Ημαθίας[1]. Η επίσημη ονομασία του είναι "το Παλαιόν Ζερβοχώριον". Ο πληθυσμός του Παλαιού Ζερβοχωρίου, με βάση την τελευταία απογραφή του 2011, ανέρχεται σε 302 κατοίκους[2], στη συντριπτική τους πλειοψηφία, γηγενείς Μακεδόνες, ενώ η ενορία του είναι αφιερωμένη στον "Άγιο Νικόλαο" και την "Ανάληψη του Κυρίου". Κάθε χρόνο, της Αναλήψεως, πραγματοποιείται η καθιερωμένη πανήγυρη του χωριού. Ανατολικά, και λίγα μέτρα από το χωριό, στις όχθες του ποταμού "Μαρίτσα", βρίσκεται ο υγροβιότοπος του Παλαιού Ζερβοχωρίου, ο οποίος φιλοξενεί πολλά είδη πτηνών και ψαριών. Από αυτό ακριβώς το σημείο ξεκινούσε και η αποξηρανθείσα λίμνη των Γιαννιτσών. Βόρεια του οικισμού, βρίσκεται η Περιμετρική Τάφρος 66.

Γεωγραφική θέση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο οικισμός βρίσκεται βόρεια της Βέροιας, σε απόσταση 18 χλμ. από το κέντρο της, και ανατολικά της πόλης της Νάουσας (έδρα του δήμου) σε απόσταση 22 χλμ. Το συναντάμε στον κάμπο της Ημαθίας, ακριβώς στα όρια της αποξηραμένης από το 1936, λίμνης των Γιαννιτσών. Καταλαμβάνει συνολική έκταση 0,348 τετραγωνικών χιλιομέτρων.Το μέσο υψόμετρο του χωριού είναι 15 μέτρα από την επιφάνεια της θάλασσας, σε γεωγραφικό πλάτος 40,64 και γεωγραφικό μήκος 22,23[3]. Κοντινότερος οικισμός είναι το Άνω Ζερβοχώρι, ένα χιλιόμετρο προς τα δυτικά. Η απόστασή του από τη Θεσσαλονίκη είναι 78 χλμ. διαμέσου της Εγνατίας οδού Α2 (το ελληνικό τμήμα του διευρωπαϊκού άξονα Ε90) από τον κόμβο της Κουλούρας και 83 χλμ. διαμέσου της Παλαιάς Εθνικής οδού Θεσσαλονίκης - Βέροιας. Η απόστασή του από την Αθήνα είναι 514 χλμ.[1]. Ο ταχυδρομικός κώδικας (Τ.Κ) του χωριού είναι ο 59034 [2]. Η ζώνη ώρας είναι EET (UTC+2) με θερινή (DST) EEST (UTC+3). Κωδικός GeoNames 734812

Ανήκει στην ευρύτερη περιοχή του κάμπου της Ημαθίας, όπου στα αρχαία χρόνια εκτεινόταν η Βοττιαία, η τρίτη κατά σειρά περιοχή που ενσωματώθηκε στο Μακεδονικό Βασίλειο, η οποία εκτεινόταν από τα βορειανατολικά της Ημαθίας σε όλη τη βαλτώδη πεδινή περιοχή μεταξύ των ποταμών Λουδία, Αλιάκμονα και Αξιού, την περιοχή δηλαδή γύρω από τη λίμνη των Γιαννιτσών (την Λουδιακή λίμνη όπως αναφέρεται στα χρόνια πριν την Τουρκοκρατία)[4]. Την περιοχή αυτή, παρά την όχθη της αποξηραμένης λίμνης των Γιαννιτσών, οι A. Struck και Ν. Σχινάς σημειώνουν ως "Σλαβοχώρα" με τα περισσότερα σλαβικά τοπωνύμια, που διατηρούνταν μέχρι τις αρχές του 20ού αιώνα, και στην οποία αναζητείται το χαρτουλαράτο της Δοβροχουβίστης και η έδρα της επισκοπής Δρο(υ)γουβιτείας[5].

Ιστορικά στοιχεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αρχαιότητα

Η περιοχή, στην οποία εκτείνονται σήμερα οι δημοτικές ενότητες Ανθεμίων και Ειρηνούπολης, κατοικείται από την αρχαιότητα. Αυτό άλλωστε καταδεικνύει και η ανακάλυψη τριών προϊστορικών οικισμών στην ευρύτερη περιοχή. Αρχαιολογικές ανασκαφές, οι οποίες έλαβαν χώρα από το 1994 μέχρι το 2003 έξω από το Αγγελοχώρι, ανέδειξαν τα υλικά κατάλοιπα ενός οικισμού της Ύστερης Εποχής του Χαλκού, του πρώτου ανασκαμμένου στην περιοχή. Αξιοσημείωτοι είναι και οι προϊστορικοί οικισμοί του Πολυπλατάνου και του Ζερβοχωρίου. Οι αρχαιολογικές έρευνες έχουν φέρει στην επιφάνεια, πλήθος ευρημάτων, όπως τμήματα αποθηκευτικών αγγείων, ποσότητες κεραμικής, μικρά κομμάτια άνθρακα και πηλού, τα οποία μαρτυρούν την ύπαρξη ζωής και καταδεικνύουν τον τρόπο οργάνωσης των ανθρώπων εκείνης της εποχής. Σε απόσταση 6 και 3,5 χλμ. αντίστοιχα από τον οικισμό του Αγγελοχωρίου, βρίσκονται άλλες δύο θέσεις της Ύστερης Εποχής του Χαλκού, η τούμπα «Χατζηνώτα» στα Λευκάδια και η τούμπα «Ζλάτα» στην Επισκοπή. Και οι δύο ανήκουν στον τύπο της τούμπας. Μάλιστα η τούμπα της Επισκοπής θα λέγαμε ότι έχει μορφολογικές ομοιότητες με αυτή του Αγγελοχωρίου, δεδομένου ότι και εκείνη έχει μικρή έκταση, σχετικά χαμηλό ύψος αλλά ευδιάκριτο όγκο μέσα στην πεδιάδα. Η ίδρυση αυτών των οικισμών σε μια περιοχή που συνδύαζε διαφορετικές οικολογικές ζώνες, είναι βέβαιο ότι προσέφερε στους κατοίκους δυνατότητες επιβίωσης και ανάπτυξης ποικίλων οικονομικών δραστηριοτήτων. Εξάλλου, η μικρή απόσταση από τη θάλασσα έκανε εφικτή την επικοινωνία των οικισμών με άλλες περιοχές. Η κοντινή απόσταση μεταξύ των τριών οικισμών καθιστά βέβαιη όχι απλώς την επικοινωνία αλλά και τη στενή σχέση μεταξύ τους, ενώ το γεγονός ότι και οι τρεις είχαν τη μορφή τούμπας, μας επιτρέπει να μιλήσουμε για ένα δίκτυο κοινοτήτων με κοινές πολιτισμικές πρακτικές[6]. Διαφορετικά χαρακτηριστικά φέρει, από την άλλη, ο προϊστορικός οικισμός του Ζερβοχωρίου, ο οποίος βρίσκεται περίπου 600 μ. δυτικά της γέφυρας, που συναντούμε στην είσοδο του οικισμού Άνω Ζερβοχωρίου, της δημοτικής ενότητας Ειρηνούπολης. Στη συγκεκριμένη θέση, έκτασης 2-3 περίπου στρ., περισυνελέγησαν όστρακα και εργαλεία μόνο προϊστορικών χρόνων, καθώς και άφθονα όστρεα. Από την επιφανειακή αυτή κεραμική συνάγεται ότι η θέση κατοικήθηκε στη Νεότερη Νεολιθική και στην Πρώιμη Εποχή του Χαλκού[7].

Βυζαντινή και Οθωμανική περίοδος

Κατά τη διάρκεια των Βυζαντινών χρόνων, η περιοχή αποτέλεσε τόπο παραμονής των μελών της βυζαντινής αριστοκρατίας και βασικό κορμό της, μέχρι τα μέσα του 7ου αιώνα, οπότε και συνετελέσθη η κάθοδος των Σλάβων. Η ιστορία του σίγουρα ακολούθησε την ιστορική μοίρα όλης της περιοχής. Αυτήν την περίοδο πληθυσμοί διαφορετικών εθνοτήτων της περιοχής αρχίζουν και αλληλεπιδρούν. Ο βυζαντινός στρατός στα τέλη του 9ου αιώνα καταφέρνει να επανακτήσει ένα σημαντικό μέρος της Μακεδονίας, αλλά πλέον έχει αρχίσει να κάνει την εμφάνισή του στην περιοχή ένας νέος κίνδυνος: οι Βούλγαροι. Την περίοδο αυτή ο κάμπος της Ημαθίας υποφέρει από τις επιδρομές και τις λεηλασίες των Βουλγάρων, οι οποίοι επεκτείνονται και φτάνουν μέχρι τον Σπερχειό ποταμό στη νότια Ελλάδα. Από το 989 έως το 1001 όλη η περιοχή περιελήφθη στο κράτος του Τσάρου Σαμουήλ. Επανακτήθηκε, το 1018 από τους βυζαντινούς υπό τον Βασίλειο Β', τον Βουλγαροκτόνο. Στην Φραγκοκρατία (1204) δόθηκε στο βασίλειο της Θεσσαλονίκης και στον Βονιφάτιο τον Μομφερατικό. Το 1206, ο Τσάρος Ιωαννίτζης (Σκυλογιάννης) λεηλάτησε την περιοχή και κατέλαβε τη Βέροια εγκαθιστώντας και Βούλγαρο επίσκοπο. Το 1207 επέστρεψαν οι Φράγκοι και εκδιώχθηκαν οριστικά το 1215/6. Το 1345 ο Κράλης Στέφανος Δουσάν κατακτά όλη την περιοχή ως το 1355. Στα τέλη του 14 ου αιώνα (1373 - 4) εμφανίστηκαν οι Τούρκοι με ηγέτη τον γαζή ( μεθοριακός ιερός πολεμιστής ) Εβρενό Μπέη , έναν πρώην βυζαντινό διοικητή που είχε ασπαστεί το Ισλάμ . Ο Εβρενός λειτουργούσε ως ελάσσων συνέταιρος των Οθωμανών εμίρηδων και αυτοί του παραχώρησαν αχανείς γαίες στην Βόρεια Ελλάδα . Η περιοχή υπέφερε από τις επιδρομές τους . Η Βέροια περιήλθε στα χέρια τους ίσως δύο φορές πριν οριστικά την αποκτήσουν , με παράδοση , στις 9 Απριλίου του 1433. Ο οικισμός του Ζερβοχωρίου, μαρτυρείται, υπό την επωνυμία "Σερβοχώρι", τουλάχιστον από το 1519, περίοδο κατά την οποία υπήρξε βακούφι[8]. Ακολουθώντας τη μοίρα της ευρύτερης περιοχής, θα παραμείνει υπό την κυριαρχία των Οθωμανών μέχρι τις αρχές του 20ού αιώνα.

Νεοελληνική περίοδος (19ος-20ος αιώνας)

Ο ποταμός "Μαρίτσα", που διασχίζει τον οικισμό.

Επανάσταση 1822

Στις αρχές του 19ου αιώνα, πλήθος επαναστατικών κινημάτων έλαβαν χώρα σε όλη την ηπειρωτική Ελλάδα κατά του οθωμανικού ζυγού. Στα 1822, οι ελληνικοί πληθυσμοί της Μακεδονίας εξεγέρθηκαν κατά των Τούρκων, ακολουθώντας το παράδειγμα των Ελλήνων στην Πελοπόννησο και τη Στερεά Ελλάδα. Κεντρικής σημασίας ήταν η εξέγερση της Χαλκιδικής και της Νάουσας. Παράλληλα εξεγέρθηκαν και πολλά χωριά του κάμπου της σημερινής Ημαθίας. Σημαντική προσωπικότητα της περιοχής ήταν ο οπλαρχηγός Τσέρνο-Πέτρης[9], ο οποίος το 1822 μαζί με τον συντοπίτη του, οπλαρχηγό Αργύριο Καραμπατάκη, περιόδευσαν στα χωριά του κάμπου της Ημαθίας, προκειμένου να στρατολογήσουν άνδρες για την επανάσταση της Νάουσας. Συγκεκριμένα, το σώμα του αποτελούνταν από άνδρες των χωριών Κοπανός, Χαρίεσσα (Κάτω Κοπανός), Άγιος Γεώργιος (Γιάντσιστα), Αγγελοχώρι (Βέστιστα) και Ζερβοχώρι. Ανάμεσα στους άνδρες ήταν και ο Δημήτριος Σωτηρίου[10], από το Παλαιό Ζερβοχώρι. Κατά το ξέσπασμα της επανάστασης στη Νάουσα, τον Μάρτιο του 1822, ο Τσέρνο-Πέτρης, επικεφαλής 80 ανδρών, ανέλαβε να φυλάξει το πέρασμα από την πλευρά του Λουδία, προκειμένου να ανακόψει τυχόν Οθωμανική εισβολή. Στη συνέχεια και ενώ ο αγώνας περιορίστηκε στην πόλη της Νάουσας, καθώς οι Οθωμανοί είχαν συγκεντρώσει μεγάλο στρατό εκεί, ο Τσερνο-Πέτρης με τους άνδρες του, καθώς και τα σώματα των Αργύριου Καραμπατάκη και Καραμήτσου (από τη Βλάστη Εορδαίας) ανέλαβαν να φυλάξουν την πλαγιά της Γάστρας, από τις πηγές έως το ύψος της Καραγίδας. Παρά τους αγώνες, όμως, του ελληνικού πληθυσμού στην περιοχή, η επανάσταση στη Μακεδονία δεν είχε θετική έκβαση, ενώ είχε και δραματικές επιπτώσεις για την τύχη των Ελλήνων της περιοχής. Ο οθωμανικός στρατός έκαψε και κατέστρεψε μεγάλο αριθμό ελληνικών χωριών, με αποκορύφωμα φυσικά την καταστροφή της Νάουσας, στις 13 Απριλίου του 1822. Αιχμάλωτοι σφαγιάστηκαν και γυναικόπαιδα εξανδραποδίστηκαν. Ο Μεχμέτ Εμίν Αμπντούλ Αμπούντ Πασάς - ένας Σύριος με ενεργητικό και κάποτε βίαιο χαρακτήρα - γνωστός και ως Εμπού Λουμπούτ ( Ροπαλοφόρος ) αφάνισε πολλούς οικισμούς και χωριά της Μακεδονίας. Η αποτυχία της επανάστασης είχε ως συνέπεια και την καταστροφή των μοναστηριών και ναών της περιοχής. Η ανάκαμψη επανέρχεται από τη δεκαετία του 1830 και μετά, με αποτέλεσμα την ανακαίνιση και αγιογράφηση και του ναού του Αγίου Νικολάου του Παλαιού Ζερβοχωρίου, το 1843.


Μακεδονικός Αγώνας (1904-1908)

Το Παλαιό Ζερβοχώρι είναι ιδιαίτερα γνωστό από τον Μακεδονικό Αγώνα, καθώς λόγω της γεωγραφικής του θέσης, αποτέλεσε βασικό στόχο μεταξύ των αντιμαχόμενων δυνάμεων. Μάλιστα η μάχη που διεξήχθη στον οικισμό, αναφέρεται με γλαφυρό τρόπο και στο μυθιστόρημα της Πηνελόπης Δέλτα, "Στα Μυστικά του Βάλτου". Το Παλαιό Ζερβοχώρι βρισκόταν στη νοτιοδυτική πλευρά της λίμνης των Γιαννιτσών, σε απόσταση μόλις λίγων μέτρων. Ο Βάλτος ήταν μία τεράστια περιοχή 100 τετραγωνικών χιλιομέτρων νότια των Γιαννιτσών. Λάσπη, πυκνοί καλαμιώνες μαζί με βούρλα και ραγάζι, ψηλό ως δύο μέτρα. Τα φυλλώματα των φυτών ήταν τόσο πυκνά που δεν έβλεπες πέρα από λίγα μέτρα. Κουνούπια, ψάρια, χέλια, αλλά και βατράχια και βδέλλες, το κάθε είδος κατά μυριάδες, αποτελούσαν τον πλούτο του βυθού. Νερόκοτες, αγριόπαπιες, αγριόχηνες και άλλα υδρόβια πουλιά έβρισκαν άσυλο στη λίμνη. Στη δασωμένη ακρολιμνιά λούφαζαν διάφορα αγρίμια, όπως αλεπούδες, κουνάβια, αγριόχοιροι και λύκοι, που κατέβαιναν ως εκεί το χειμώνα. Τις φωνές αυτών των ζώων μιμούντο οι κομιτατζήδες για να συνεννοούνται μεταξύ ξηράς και καλυβών. Ο βούρκος ανέδιδε αναθυμιάσεις αποπνικτικές. Η ζωή μέσα στη λίμνη ήταν πραγματικό μαρτύριο. Το καλοκαίρι οι ελώδεις πυρετοί οργίαζαν. Δεν υπήρχε κάτοικος της λίμνης που να μην είχε προσβληθεί. Έτσι κάθε ατσαλένιος οργανισμός μετά από λίγους μήνες έφευγε απ’ το Βάλτο παίρνοντας στα σωθικά του τη θανατηφόρο ελονοσία και τους ρευματισμούς, που γρήγορα τον οδηγούσαν στο θάνατο ή τον κάρφωναν για πολλά χρόνια στο κρεβάτι του πόνου και της φθοράς. Γι’ αυτό κανένας Μακεδονομάχος, λένε, δεν είχε αντέξει να μείνει στη Λίμνη των Γιαννιτσών πάνω από έξι μήνες.Την απέραντη αυτή λίμνη εκμεταλλεύονταν ψαράδες από τα γύρω χωριά. Πήγαιναν εκεί να κόψουν το χρήσιμο ραγάζι. Μ’ αυτό γέμιζαν στρώματα και έφτιαχναν σαμάρια για τα ζώα. Μάζευαν βδέλλες που τις πουλούσαν στο εξωτερικό, για ιατρική, τότε, χρήση, και κυνηγούσαν τις αγριόπαπιες και τα άλλα χρήσιμα ζώα της λίμνης. Επειδή όμως δεν μπορούσαν να γυρίσουν στο χωριό τους αυθημερόν, έφτιαχναν «πατώματα» μέσα στη λίμνη από δέντρα, χοντρές ρίζες από καλάμια που τα συνέδεαν μεταξύ τους με δοκούς και έριχναν επάνω χώμα. Αργότερα, πάνω στα πατώματα έβαζαν πασσάλους και πλέκοντας το ραγάζι έφτιαχναν τοίχους και τριγωνική ή κωνική στέγη. Αυτές ήταν οι «καλύβες». Στο μέσον της καλύβας είχαν φτιάξει και εστία που έκαιγε με υδροχαρή φυτά, που έβγαζαν περισσότερο καπνό παρά φωτιά. Στις καλύβες έφταναν εύκολα με τις πλάβες, τις βάρκες δίχως καρίνα που εύκολα αναποδογύριζαν αλλά μπορούσαν να κινούνται και σε ρηχά νερά χρησιμοποιώντας το πλατσί, ένα ειδικό κουπί. Κάποτε υπήρχε και ένα δεύτερο πλατσί που το χρησιμοποιούσε ο πλαβαδόρος για τιμόνι της πλάβας. Έτσι η λίμνη έγινε και καταφύγιο κάθε κακοποιού στοιχείου, όπως ληστών, φυγοδίκων και λιποτακτών[11].

Ο πληθυσμός του Ζερβοχωρίου, αποτελούνταν στην πλειοψηφία του από Έλληνες (αυτό άλλωστε προκύπτει και από τις ελληνικές επιγραφές στην παλιά μεταβυζαντινή εκκλησία του χωριού), οι οποίοι ασχολούνταν κυρίως με τη γεωργία, ενώ πολλοί από αυτούς ήταν ψαράδες που δραστηριοποιούνταν στη λίμνη. Οι Βούλγαροι μετά την αποτυχία της Επανάστασης του Ίλιντεν το 1903, καταδιωκόμενοι από τα τουρκικά αποσπάσματα βρήκαν καταφύγιο στη λίμνη. Έτσι σιγά σιγά εκτόπισαν τους ντόπιους ψαράδες. Όλος ο γύρω κάμπος καταδυναστευόταν από τους κομιτατζήδες αυτούς, που την ημέρα έβγαιναν και τρομοκρατούσαν τα γύρω χωριά και το βράδυ τρύπωναν στις κρυφές και απόρθητες έως τότε καλύβες τους. Υπό τις συνθήκες αυτές, αναγκάζονταν οι δυστυχείς αυτοί Έλληνες χωριάτες να δηλώνουν υποταγή στους αδίστακτους κομιτατζήδες, γιατί διαφορετικά αντιμετώπιζαν το δολοφονικό μαχαίρι, τη φωτιά και το δυναμίτη. Έτσι λοιπόν και οι κάτοικοι του οικισμού αυτού, υπέφεραν από τις επιδρομές των Βουλγάρων, οι οποίοι μάλιστα τον κατέλαβαν για ένα διάστημα, χρησιμοποιώντας το ως ορμητήριο, λόγω της γεωγραφικής του θέσης. Από εκεί μπορούσαν άλλωστε να τροφοδοτούν και τις καλύβες τους στον βάλτο (Κόραξ, Γκόλο Σέλο κ.α.). Οι Βούλγαροι είχαν 6 κύριες καλύβες συγκεντρωμένες σε ένα χώρο ΒΑ. από το Ζερβοχώρι στα δυτικά της λίμνης. Σ'αυτήν την περιοχή κυριαρχούσε ο Αποστόλ Πέτκωφ, Βούλγαρος κομιτατζής και βοεβόδας (αρχηγός ένοπλης ομάδας), ο οποίος, έχοντας στην κυριαρχία του τα γύρω χωριά, τρομοκρατούσε όλη την περιοχή. Από το 1905 ήδη οι Έλληνες είχαν συνειδητοποιήσει τη σημασία του βάλτου και επιχείρησαν να βάλουν πόδι εκεί. Η ελληνική παρουσία στον βάλτο έγινε αισθητή, όταν έφτασε εκεί ο Δεμέστιχας (Νικηφόρος) και άρχισε ο αγώνας. Οι χωρικοί παίρνοντας θέση βοήθησαν στην κατασκευή μιας νέας μεγάλης καλύβας, της Νίκης, στα ανατολικά της λίμνης. Γενική ιδέα ήταν να χρησιμεύσει το ΒΑ. μέρος της λίμνης ως βάση επιχειρήσεων και να κρατηθεί η οδός ανεφοδιασμού της Θεσσαλονίκης ανοικτή. Έπρεπε όμως γι' αυτό να εκδιωχθεί ο εχθρός από τα ΝΔ. της λίμνης. Με αυτές τις σκέψεις το Κέντρο Θεσσαλονίκης έστειλε την Άνοιξη του 1906 τον Παπατζανατέα (καπετάν Παναγιώτη). Άλλη μια ομάδα με τον Καβοντόρο ήταν στο Τσέκρι στα ΒΑ. της λίμνης. Από τις καλύβες τα ελληνικά σώματα περιπολούσαν τη νύχτα στα χωριά και την ημέρα προσπαθούσαν να βρουν δρόμους για να αναγνωρίσουν τις βουλγαρικές καλύβες[12].

Βασικό ρόλο στον αγώνα κατά των Βουλγάρων, έπαιξε το Γενικό Προξενείο της Θεσσαλονίκης, το Κέντρο της Θεσσαλονίκης, όπως το ονόμαζαν, υπό τον Γενικό Πρόξενο Λάμπρο Κορομηλά. Έχοντας υπόψιν την κατάσταση στα νοτιοδυτικά του βάλτου, και την ανάγκη για έλεγχο εκείνης της περιοχής, με πρόταση του Κ. Μαζαράκη, εστάλη από την Ελλάδα, ο Τέλλος Αγαπηνός (καπετάν Άγρας), προκειμένου να αντιμετωπίσει τους Βουλγάρους. Το Προξενείο μας στη Θεσσαλονίκη αποφάσισε να δράσει μέσα στη λίμνη, στην ίδια τη φωλιά των Κομιτατζήδων. Ο Άγρας, λοιπόν, ο οποίος είχε αποφοιτήσει από τη σχολή Ευελπίδων μόλις το 1901, ανέλαβε να τους εκδιώξει από το Βάλτο. Προκαλώντας τους να αναμετρηθούν μαζί του, κατάφερε να καταλάβει την περίφημη Καλύβα των Βουλγάρων, γνωστή με το όνομα Κούγκα. Με την βοήθεια του ντόπιου σώματος τού καπετάν Γκόνου Γιώτα, προσέβαλε το Ζερβοχώρι που ήταν το ορμητήριο των Κομιτατζήδων. Η μάχη του Ζερβοχωρίου έλαβε χώρα στις 14/27 Νοεμβρίου του 1906 ανάμεσα στις ελληνικές δυνάμεις υπό τον Τέλλο Άγρα, και στις βουλγαρικές υπό τον Αποστόλ Πετκώφ. Οι Βούλγαροι είχαν αποσυρθεί στο δυτικό τμήμα της λίμνης των Γιαννιτσών, όπου είχαν οργανώσει τέλεια οχύρωση. Το πρωί της 14ης Νοεμβρίου, αφού άφησε λίγους άνδρες στην Κούγκα ξεκίνησε με τους 20 ευζώνους του και μερικούς ντόπιους μέσα σε 7 πλάβες και αθόρυβα πλησίασε τις βουλγαρικές θέσεις. Η σύγκρουση ήταν σφοδρή. Οι άνδρες του Άγρα πέταξαν προς το χωριό χειροβομβίδες, οι οποίες όμως, επειδή είχαν βραχεί, δεν εξερράγησαν. Καθώς ο Τέλλος δεν είχε επαρκή δύναμη για να προκαλέσει αντιπερισπασμό στις γειτονικές βουλγάρικες καλύβες, βρέθηκε ανάμεσα σε διασταυρούμενα πυρά. Οι Βούλγαροι άρχισαν να πυροβολούν από παντού. Τα πράγματα γινόντουσαν για τις ελληνικές δυνάμεις όλο και πιο δύσκολα, καθώς οι Βούλγαροι κάλεσαν ενισχύσεις από το Γκόλο Σέλο (Ακρολίμνη). Στην πεισματώδη σύγκρουση, οι απώλειες ήταν τρεις σύντροφοι του Άγρα νεκροί και έξι τραυματίες, μεταξύ των οποίων ο υπαρχηγός του, Τηλιγάδης, καθώς και ο ίδιος ο Άγρας, ο οποίος τραυματίστηκε στον δεξιό ώμο και στο δεξί χέρι[13]. Καθώς οι Βούλγαροι πλέον ήταν υπεράριθμοι, δεν υπήρχε καμία προσδοκία για κατάληψη του Ζερβοχωρίου και έτσι ο Τέλλος Αγαπηνός διέταξε υποχώρηση προς την Κούγκα. Ο Νικηφόρος που είχε ακούσει το τουφεκίδι έτρεξε για βοήθεια από τα ΒΑ. της λίμνης. Σε λίγο γύρισε στη λίμνη και ο Παπατζανατέας από τη Νάουσα, όπου ήταν για να αναρρώσει από τους πυρετούς. Παρά την αποτυχία της επιχείρησης, οι συγκρούσεις συνεχίστηκαν μέσα στον βάλτο μεταξύ των ελληνικών και των βουλγαρικών δυνάμεων. Ο Τέλλος Άγρας, μολονότι ήταν άρρωστος από πυρετούς, συνέχισε τις προσβολές του στις βουλγαρικές καλύβες. Η συμβολή αυτού του ήρωα στον Μακεδονικό Αγώνα υπήρξε τεράστια, αλλά το τέλος του μαρτυρικό, καθώς απαγχονίσθηκε από τους Βουλγάρους, έξω από το χωριό Τέχοβο στις 7/20 Ιουνίου του 1907. Όλο το 1906 και σχεδόν όλο το 1907 τα ελληνικά σώματα της λίμνης είχαν αναγκάσει τους κομιτατζήδες να περιορισθούν σε άμυνα για να κρατήσουν τις καλύβες τους, ενώ πολλά χωριά της περιοχής είχαν γυρίσει στο Πατριαρχείο. Οι εξελίξεις αυτές άνοιξαν τον δρόμο, λίγα χρόνια αργότερα, για την απελευθέρωση της Μακεδονίας.

Απελευθέρωση- Βαλκανικοί Πόλεμοι (1912-1913)

Τον Οκτώβριο του 1912 ξεσπά στη χερσόνησο του Αίμου, ο Α' Βαλκανικός Πόλεμος. Ο ελληνικός στρατός προελαύνει στη Μακεδονία. Το Γενικό Στρατηγείο μετά την απελευθέρωση της Κοζάνης, προώθησε τον όγκο των δυνάμεών του προς το υψίπεδό της.  Οι πληροφορίες ήταν ασαφείς για την κατεύθυνση συμπτύξεως του εχθρού, επειδή δεν είχε επαφή μαζί του.  Το Γενικό Στρατηγείο, αποφάσισε τη στροφή του όγκου της Στρατιάς προς Βέροια και κατόπιν προς Θεσσαλονίκη, επειδή η Ελληνική Κυβέρνηση ενδιαφερόταν για την απελευθέρωσή της πριν φθάσει εκεί ο Βουλγαρικός Στρατός. Το Γενικό Στρατηγείο, βασιζόμενο στην απόφαση που είχε ληφθεί και αφορούσε τη στροφή της Στρατιάς προς τα ανατολικά, άρχισε να εκδίδει ανάλογες διαταγές από το απόγευμα της 13ης Οκτωβρίου, με βάση τις οποίες κινήθηκαν οι Ελληνικές δυνάμεις. Στις 16 Οκτωβρίου, απελευθερώθηκε η Βέροια και στις 17 Οκτωβρίου η Νάουσα. Ο Ελληνικός Στρατός κατά την προέλασή του προς τα ανατολικά, έδωσε με τους Τούρκους τη δεύτερη σοβαρή μάχη μετά από αυτή στο Σαραντάπορο, τη μάχη των Γιαννιτσών, η οποία διεξήχθη στην ομώνυμη αμυντική τοποθεσία. Ο όγκος της Στρατιάς συγκεντρώθηκε στην πεδιάδα της Βέροιας, αφού πέρασε την ορεινή περιοχή του Βερμίου και της Κατερίνης και μετά από συμπλοκές στα Στενά Τριπόταμου, στο χωριό Ξηρολίβαδο και στο χωριό Βρωμοπήγαδο, απώθησε με ευκολία τους Τούρκους. Η συγκέντρωση της Στρατιάς καλύφθηκε από την V Μεραρχία στην περιοχή   ΑμύνταιοΚλειδί από τα αριστερά και από τα δεξιά από την VII Μεραρχία η οποία, αφού απελευθέρωσε την Κατερίνη, προωθήθηκε μέχρι τον Αλιάκμονα ποταμό. Κατά τη διάρκεια του προπαρασκευαστικού σταδίου για τη καθοριστική μάχη των Γιαννιτσών, η οποία άλλωστε θεωρούνταν ιερή πόλη για τους Τούρκους, η Ι Μεραρχία (υπό τον Υποστράτηγο Μανουσογιαννάκη Εμμανουήλ) κινήθηκε προς το Παλαιό Ζερβοχώρι στο οποίο στρατοπέδευσε[14]. Από εκεί οργανώθηκε το σχέδιο για τη συμμετοχή της, από κοινού με τις άλλες μεραρχίες, στην επιχείρηση για την κατάληψη των Γιαννιτσών. Στα τέλη Φεβρουαρίου του 1913, ολόκληρη η Ήπειρος και το μεγαλύτερο μέρος της Μακεδονίας είχε απελευθερωθεί από τους Τούρκους, μετά από 500 χρόνια σκλαβιάς.


Μικρασιατική Καταστροφή (1922)

Τομή στην ιστορία του οικισμού αποτέλεσε ο ερχομός των προσφύγων μετά τη Μικρασιατική Εκστρατεία και Καταστροφή, το 1923. Μετά την ήττα του ελληνικού στρατού στο μικρασιατικό μέτωπο, τον ελληνικό στρατό, ο οποίος υποχωρούσε, ακολούθησαν δεκάδες χιλιάδες Μικρασιάτες και Πόντιοι προκειμένου να γλυτώσουν από τους εθνικιστές του Κεμάλ. Οι Έλληνες που ξεριζώθηκαν από τις πατρίδες του έφτασαν στην Ελλάδα, κυρίως στο τέλος του 1922 και στις αρχές του 1923. Οι μετακινήσεις των πληθυσμών ολοκληρώθηκαν στα 1924-1925 με τον ερχομό και των τελευταίων Ελλήνων από τα βάθη της Ανατολίας. Η πλειοψηφία των προσφύγων εγκαταστάθηκε στις περιοχές της Μακεδονίας, της Θράκης, αλλά και των νησιών του Αιγαίου. Την αποκατάστασή τους ανέλαβαν διάφορες Μη Κυβερνητικές Οργανώσεις, με κυριότερη την Επιτροπή Αποκαταστάσεως Προσφύγων (ΕΑΠ), έναν αυτόνομο οργανισμό με πλήρη νομική υπόσταση. Βασικός στόχος της αποστολής που ανέλαβε η ελληνική Κυβέρνηση ήταν η εξασφάλιση στους πρόσφυγες παραγωγικής απασχόλησης και οριστικής στέγης. Οι πρόσφυγες εγκαταστάθηκαν είτε σε ήδη υπάρχοντες οικισμούς οπότε και αναμείχθηκαν με τους ντόπιους πληθυσμούς, είτε δημιούργησαν νέους.

Ένας από τους οικισμούς που δέχθηκε πρόσφυγες από την Μικρά Ασία και τον Πόντο ήταν και το Παλαιό Ζερβοχώρι. Το 1923 πρόσφυγες Ποντιακής καταγωγής έφτασαν στο χωριό και εγκαταστάθηκαν σε αυτό. Προέρχονταν από το χωριό Τερέκιοϊ Απεσίου. Οι κάτοικοι του εν λόγω χωριού της Μικράς Ασίας, τον Απρίλιο του 1921, σφαγιάστηκαν από Τούρκους Εθνικιστές, υποκείμενους στον Μουσταφά Κεμάλ. Για το γεγονός αυτό, σήμερα υπάρχει μνημείο[15], στο οποίο κάθε χρόνο τελούνται εκδηλώσεις μνήμης και τιμής στα θύματα των τουρκικών ωμοτήτων. Οι πρόσφυγες παρέμειναν στον οικισμό μέχρι το 1933, οπότε και μετακινήθηκαν βορειότερα, δημιουργώντας έναν νέο οικισμό, το Άνω Ζερβοχώρι. Ο οικισμός αυτός σήμερα αποτελείται, στην πλειοψηφία του, από κατοίκους Ποντιακής καταγωγής. Ο λόγος της μετακίνησης των κατοίκων ήταν οι επιπτώσεις της ελονοσίας, αφού όπως αναφέρθηκε, ο οικισμός του Ζερβοχωρίου ήταν χτισμένος λίγα μόλις μέτρα από τη λίμνη των Γιαννιτσών. Εν τέλει, η λίμνη αποξηράνθηκε προκειμένου να παραχωρηθούν γαίες στους ακτήμονες, αλλά και για να καταπολεμηθεί η ελονοσία, η οποία ταλάνιζε την περιοχή. Την αποξήρανση της λίμνης, που διήρκεσε από το 1928 έως το 1936, ανέλαβε η εταιρία "New York Company Foundation", με τη χρηματοδότηση της Εθνικής Τράπεζας.

Γερμανική Κατοχή και Εμφύλιος

Οι Γερμανοί κατέλαβαν την περιοχή της Βέροιας και φυσικά το Π. Ζερβοχώρι στις 11 Απριλίου του 1941. Ο πληθυσμός δοκιμάστηκε, έζησε την τρομοκρατία καθώς και την συστηματική καταλήστευση του πλούτου. Η απελευθέρωση της περιοχής εντάσσεται στο ευρύτερο πλαίσιο της αποχώρησης των Γερμανών από τη Βόρεια Ελλάδα, εξαιτίας του φόβου αποκλεισμού της οδού επιστροφής μέσω Γιουγκοσλαβίας. Στις 27 Οκτωβρίου 1944 ξεκίνησε να εισέρχεται στην πόλη της Βέροιας ο ΕΛΑΣ και ο εφεδρικός ΕΛΑΣ, ως απελευθερωτές, ενώ η αποχώρηση των Γερμανών συνεχιζόταν. Σύμφωνα με κάποιες μαρτυρίες το απόγευμα της 29ης Οκτωβρίου εισήλθαν στην πόλη με οργανωμένα τμήματα το 16ο Σύνταγμα του ΕΛΑΣ και ακολούθησε η πρώτη συγκέντρωση της απελευθέρωσης. Στις ίδιες ημερομηνίες απαλλάχτηκε και το Π.Ζερβοχώρι από τη ναζιστική κατοχή . Απώλειες υπήρξαν και στον Εμφύλιο που ακολούθησε την Απελευθέρωση .

Ο πληθυσμός του Π. Ζερβοχωρίου (1878-2011)
ΕΤΟΣ 1878 1900 1910 1913 1920 1928 1940 1951 1961 1971 1981 1991 2001 2011
ΠΛΗΘΥΣΜΟΣ 360 240 180 247 270 466 284 331 369 357 394 413 369 302

Διοικητικές Μεταβολές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το Φύλλο Εφημερίδας της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ), με το οποίο συνεστήθη η Κοινότητα Ζερβοχωρίου (1935).

Ο οικισμός του Παλαιού Ζερβοχωρίου, με την απελευθέρωση (1913), αναγνωρίσθηκε ως κοινότητα της Υποδιοίκησης Βερροίας του Νομού Θεσσαλονίκης. Η Νομαρχία Θεσσαλονίκης δημιουργήθηκε όταν η περιοχή εντάχθηκε στην υπόλοιπη Ελλάδα κατά τον Πρώτο Βαλκανικό Πόλεμο το 1913. Η έκτασή της ήταν τότε η μεγαλύτερη στην Ελλάδα, καλύπτοντας περίπου το 7% της χώρας. Οι νομοί της Πέλλας και του Κιλκίς χωρίστηκαν το 1930 και το 1937 αντίστοιχα, και μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο συστάθηκαν οι νομοί Ημαθίας (1946) και Πιερίας (1949).

Το 1918, επί πρωθυπουργίας Ελευθερίου Βενιζέλου, ο οικισμός προσαρτήθηκε στην Κοινότητα Βετίστης (Αγγελοχωρίου), η οποία είχε ως έδρα τον οικισμό Βέτιστα (Αγγελοχώρι). Στην κοινότητα αυτήν, τον ίδιο χρόνο, προσαρτήθηκε και ο οικισμός Γενή-Κιόϊ (Αρχάγγελος)[16]. Το 1926, η κοινότητα μετονομάστηκε σε "κοινότητα Αγγελοχωρίου", ενώ ο οικισμός Γενή-Κιόϊ μετονομάστηκε σε "Βάλτο"[17].

Το 1935, έχουμε την ίδρυση της "Κοινότητος Ζερβοχωρίου". " 'Αναγνωρίζεται είς ιδίαν Κοινότητα ό έν τω Νομώ Θεσσαλονίκης 'Επαρχία Βερροίας συνοικισμός Ζερβοχώρι υπό τό όνομα "Κοινότης Ζερβοχωρίου" καί μέ έδραν τόν ομώνυμον συνοικισμόν.". Σύμφωνα λοιπόν με το ΦΕΚ της εποχής, το χωριό με την ονομασία τότε "Ζερβοχώρι"[18] προσαρτάται στην νεοϊδρυθείσα (με το ίδιο ΦΕΚ απόφαση) κοινότητα Ζερβοχωρίου (της επαρχίας Ημαθίας του νομού Θεσσαλονίκης), της οποία αποτέλεσε και έδρα. Είχε προηγηθεί η απόσπασή του από την κοινότητα Αγγελοχωρίου. Την ίδια χρονιά, προσαρτήθηκε στην κοινότητα και ο οικισμός Βάλτος.

Το 1940, η έδρα της κοινότητας μεταφέρεται από το Π.Ζερβοχώρι στο Άνω Ζερβοχώρι, ενώ ο οικισμός Βάλτος μετονομάζεται σε "Αρχάγγελο"[19].

Το 1946, με τον αναγκαστικό νόμο 903/1946, συστήνεται ο νομός Ημαθίας και η κοινότητα υπάγεται πλέον διοικητικά στην επαρχία Ναούσης της νομαρχίας Ημαθίας[20].

Το 1986, οι κάτοικοι των κοινοτήτων Αγγελοχωρίου, Ζερβοχωρίου και Πολυπλατάνου, εκμεταλλευόμενοι τη δυνατότητα που τους παρείχε η τότε νομοθεσία, αποφασίζουν τη συνένωσή τους και τη δημιουργία από κοινού του Δήμου Ειρηνούπολης[21]. Επρόκειτο για μία από τις έξι, σε όλη τη χώρα, εθελούσιες συνενώσεις δήμων, δημιουργώντας τον τέταρτο δήμο στον νομό Ημαθίας μετά τους δήμους Βέροιας, Ναούσης και Αλεξάνδρειας.Ο οικισμός του Π.Ζερβοχωρίου υπήχθη στο Τοπικό Διαμέρισμα Ζερβοχωρίου του Δήμου Ειρηνούπολης.

Το 2010, στο πλαίσιο του προγράμματος "Καλλικράτης" (ν.3852/2010) και των αναγκαστικών συγχωνεύσεων δήμων που ο ίδιος προέβλεπε με στόχο τη μείωση των δαπανών, ο δήμος Ειρηνούπολης καταργείται και προσαρτάται στον νέο καλλικρατικό δήμο Ηρωικής Πόλεως Νάουσας[22]. Από το 2010 και εντεύθεν, ο οικισμός πλέον υπάγεται στην Τοπική Κοινότητα Ζερβοχωρίου, της Δημοτικής Ενότητας Ειρηνούπολης, του Δήμου Ηρωικής Πόλεως Νάουσας[23].

Στην απογραφή του 1913, που ακολούθησε την απελευθέρωση, το Ζερβοχώριον, που ανήκε στην Υποδιοίκηση Βερροίας του Νομού Θεσσαλονίκης, είχε 247 κατοίκους (127 άρ., 120 θηλ.) και στην απογραφή του 1920 270 κατοίκους(138 άρ., 132 θηλ.). Ευεργετική στάθηκε για τον τόπο η άφιξη των προσφύγων της Μικρασιατικής Καταστροφής και της ανταλλαγής των πληθυσμών που ακολούθησε (σύνολο 65 οικογένειες ή 205 άτομα[24]). Με καταγωγή από τον Πόντο και την Ανατολία αύξησαν τον πληθυσμό του Ζερβοχωρίου της Επαρχίας Βερροίας του Νομού Θεσσαλονίκης, που το 1928 φτάνει τους 466 (240 άρ., 226 θηλ.) κατοίκους. Ωστόσο, όπως αναφέρθηκε, οι ποντιακής καταγωγής κάτοικοι του χωριού, θα δημιουργήσουν το 1933 έναν νέο οικισμό και θα εγκατασταθούν σε αυτό. Έτσι το 1940, ο πληθυσμός του οικισμού θα μειωθεί σε 284 κατοίκους (152 αρ., 132 θηλ.), όλοι τους πλέον γηγενείς Μακεδόνες. Οι απογραφές που ακολούθησαν έδειξαν την σταδιακή αύξηση του πληθυσμού ( το 1951 κατ. 331 , το 1961 κατ. 369 , το 1971 κατ. 357, το 1981 κατ. 394, το 1991 κατ. 413). Από τα μέσα της δεκαετίας του 1990 ξεκινά μία μείωση του πληθυσμού, οφειλόμενη κατά κύριο λόγο στην αστυφιλία και στην αναζήτηση νέων ευκαιριών για εργασία. Έτσι, στην απογραφή του 2001, ο οικισμός αριθμεί πληθυσμό 369 κατοίκων, ενώ στην αντίστοιχη του 2011, 302[25].

Αξιοθέατα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]


Ιερός Ναός Αγίου Νικολάου (Μνημείο 16ου αιώνα)

Η εικόνα του Αγίου Νικολάου, στη δυτική, εξωτερική όψη του Ναού.

Στη βορειοανατολική πλευρά του οικισμού βρίσκεται ο Ιερός Ναός του Αγίου Νικολάου, ο οποίος αποτελεί ιστορικό διατηρητέο μνημείο, σύμφωνα με την Υ.Α. 27702//25-1-69, Φ.Ε.Κ. 84/Β/5-2-69. Ο ναός του Αγίου Νικολάου αποτελεί το παλαιότερο σωζόμενο μεταβυζαντινό μνημείο στην ευρύτερη περιοχή της Νάουσας. Διασώζει σχεδόν ακέραιο τον τοιχογραφικό του διάκοσμο και τα υπόλοιπα δομικά στοιχεία της αρχιτεκτονικής του μορφής στην τελευταία του κύρια φάση, η οποία είναι ακριβώς χρονολογημένη με επιγραφή (1843), ενώ διατηρεί ανέπαφα δομικά και διακοσμητικά της νεότερης από τις τρεις (;) παλαιότερες διαπιστωμένες φάσεις του. Οι διαπιστωμένες με ασφάλεια κύριες φάσεις του ναού είναι τρεις: Β' μισό 17ου αιώνα, Α' μισό 18ου αιώνα και 1843. Η πρώτη διατηρείται αποσπασματικά στα κατώτερα τμήματα του ανατολικού και βόρειου τοίχου του ιερού, και στο βόρειο τοίχο του κυρίως ναού, η δεύτερη σε όλον τον χώρο του ιερού. Η τρίτη επικαλύπτει τις προηγούμενες ολικά ή επιλεκτικά. Οι δύο τελευταίες διασώζονται σχεδόν ακέραιες και στη μεγαλύτερη έκταση. Η μη μεσολάβηση μεγάλου χρονικού διαστήματος μεταξύ της φάσης του 17ου αιώνα και 18ου αιώνα πιστοποιείται και από τη διατήρηση από τον ζωγράφο του 18ου αιώνα μέρους της διακοσμητικής ζώνης στο κατώτερο βόρειο τμήμα του ανατολικού τοίχου του ιερού, που προφανώς παρέμενε ακόμη σε καλή κατάσταση, όπως επίσης και στη μη αγιογράφηση ή επιζωγράφηση του βόρειου τοίχου του κυρίως ναού. Στην αρχική του φάση, η οποία πιθανότατα να κατεβαίνει και άλλο, μέσα στον 16ο αιώνα, αν και το σπάραγμα στον βόρειο τοίχο του ιερού πράγματι τοποθετείται αυτήν την περίοδο (φερόμενη πρώτη φάση), ο ναός θα ήταν δίκλιτος. Προς την κατεύθυνση ο ναός να υπήρχε ήδη τον 16ο αιώνα συνηγορούν: 1) Η μαρτυρία της ύπαρξης του οικισμού ήδη από το 1519, 2) ο εντοπισμός εικόνας ένθρονου Χριστού Παντοκράτορα με προέλευση από ναό και ακριβή χρονολόγηση το 1591, 3) η απόλυτη ομοιότητα διακοσμητικού μοτίβου του πλοχμού στον θρόνο του Χριστού της εικόνας με εκείνο του σπαράγματος της τοιχογραφίας, 4) η ύπαρξη δίκλιτων ναών στον 16ο αιώνα (Άγιος Αθανάσιος Πιερίας, καθολικό μονής Περιβολής Λέσβου). Πιθανότατα να έφερε στην αρχική του φάση επίσης χαγιάτι στη δυτική και νότια πλευρά, όπως και ο ναός του Αγίου Αθανασίου Πιερίας.

Μετά πιθανότατα από μερική καταστροφή, λόγω και των προβλημάτων από τις πλημμύρες της περιοχής, ο ναός ανακαινίζεται και αγιογραφείται εκ νέου περί τα τέλη του 17ου και μέσα στην πρώτη τριακονταετία του 18ου αιώνα. Από την ίδια περίοδο προέρχεται και το αρχικό τμήμα του τέμπλου του ναού. Η ανοικοδόμηση εντάσσεται στο πλαίσιο της νέας οικοδομικής δραστηριότητας που παρατηρείται στο α' μισό του 18ου αιώνα τόσο μέσα στην πόλη της Βέροιας, όπου ξαναρχίζει η εκτεταμένη επισκευή ναών, ενοριακών και κοιμητηριακών, που οφείλεται τόσο στην οικονομική ανάπτυξη με τα νέα προνόμια και τις διευκολύνσεις για τους υπηκόους της οθωμανικής αυτοκρατορίας, όσο και στο χαλαρότερο έλεγχο των κρατικών υπαλλήλων.

Το 1843 ο ναός διευρύνεται προς νότο και δυτικά με την προσθήκη γυναικωνίτη, ενώ υπερυψώνεται για να δημιουργήσει το κεντρικό κλίτος και το νότιο αντίστοιχα μιας τρίκλιτης βασιλικής. Ο χώρος του νότιου κλίτους και του γυναικωνίτη, πιθανότατα επαναλαμβάνει το χαγιάτι στη δυτική και νότια πλευρά της αρχικής φάσης. Το αψίδωμα με τον τιμώμενο Άγιο στο κέντρο του διαχωριστικού ξυλόπηκτου τοίχου με τα τοξωτά ανοίγματα του κυρίως ναού γυναικωνίτη, ίσως διαμορφώθηκε σε ανάμνηση ανάλογου σε συμπαγή τοίχο ναού, σε περίπτωση που στη θέση του σημερινού γυναικωνίτη υπήρχε νάρθηκας.

Η κτιτορική επιγραφή στη νότια είσοδο του γυναικωνίτη στο νότιο κλίτος (1843).

Στο εσωτερικό του ναού, επάνω από τη νότια είσοδο στον υπερυψωμένο νάρθηκα- γυναικωνίτη, μέσω του νότιου κλίτους, βρίσκεται η κτιτορική επιγραφή, η οποία έχει ως εξής:

"ΑΝΗΓΕΡΘΗ ΚΑΙ ΑΝΙΣΤΟΡΙΘΗ Ο ΘΕΙΟΣ ΟΥΤΟΣ ΚΑΙ ΠΑΝΣΕΠΤΟΣ ΝΑΟΣ, ΤΟΥ ΕΝ ΑΓΙΟΙΣ ΠΑΤΡΟΣ / ΗΜΩΝ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΤΟΥ ΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΜΥΡΩΝ ΤΗΣ ΛΥΚΙΑΣ ΤΟΥ ΘΑΥΜΑΤΟΥΡΓΟΥ ΑΡΧΙΕΡΑΤΕΥΟΝΤΟΣ ΜΕ / ΤΟΥ ΠΑΝΙΕΡΟΤΑΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΒΕΡΡΟΙΑΣ Κ(ΥΡΙΟ)Υ Κ(ΥΡΙΟ)Υ ΔΙΟΝΥΣΙΟΥ ΕΠΙΤΡΟΠΕΥΟΝΤΟΣ ΤΟΥ ΤΙΜΙΩΤΑΤΟΥ Κ(ΥΡΙΟ)Υ / ΧΡHΣΤΟΥ ΤOΤΖΙΚΟΥ Κ(ΑΙ) ΕΦΙΜΕΡΕΥΟΝΤΟΣ ΤΟΥ ΑΙΔΕΣΙΜΩΤΑΤΟΥ Κ(ΥΡΙΟ)Υ ΠΑΠΑ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΕΚ ΤΗΣ ΑΥΤΗΣ ΧΩΡΑΣ Συν / δρομή κ(αί) Δαπάνη των ενταυθα χριστιανων εις μνημόσυνόν των. 1843 οκτωβρίου 12/ "Ιστορίθη διά χειρός Γεωργίου και υιου αυτου Μανουήλ εκ Σελίτζης".

Η ανωτέρω κτιτορική επιγραφή, η μοναδική που έχει διασωθεί ως τις μέρες μας, σχετίζεται με την τρίτη (ή τέταρτη) και εκτενέστερη φάση ανοικοδόμησης και αγιογράφησης του ναού το 1843. Ο ναός πιθανότατα, προϋπήρχε από τον 16ο αιώνα. Η λέξη "ανηγέρθη" της επιγραφής αποτελεί τύπο απαντώμενο αδιακρίτως κατά τη μεταβυζαντινή περίοδο, τόσο σε νέες οικοδομήσεις, όσο και σε ανακαινίσεις ή και μόνο σε ιστορήσεις προϋπαρχόντων κτισμάτων. Στο γεγονός της ανοικοδόμησης και όχι ανέγερσης του ναού που συντελέστηκε το 1843 συνηγορεί και η απουσία από την επιγραφή του "εκ βάθρων"[26]. Η κτιτορική επιγραφή μας πληροφορεί για την αρχιερατεία του μητροπολίτη Βεροίας Διονυσίου (1831-1849) το έτος 1843 και για την οικονομική συνδρομή αποκλειστικά των κατοίκων του οικισμού στην περάτωση του έργου. Επίσης διασώζει τα ονόματα των αγιογράφων Γεωργίου Ζωγράφου και του υιού του Μανουήλ, που φιλοτέχνησαν εκ νέου ή επιζωγράφησαν τον τοιχογραφικό διάκοσμο του ναού.

Ιδιαίτερης σημασίας από άποψη αρχιτεκτονικής είναι:

- Ο τοιχογραφικός διάκοσμος: Καλύπτει τις επιφάνειες των τοιχοποιιών του ιερού (χώροι Πρόθεσης, Ιερού Βήματος), τμήματος του βόρειου τοίχου του κυρίως ναού και τις περιμετρικές τοιχοποιίες του γυναικωνίτη. Το μεγαλύτερο τμήμα αυτού είναι καλυμμένο σήμερα με νεωτερικά επιχρίσματα. Από την πιθανή πρώτη φάση αγιογράφησης διασώζονται τμήματα φυτικού διακόσμου στην κατώτερη ζώνη του βόρειου τοίχου του ιερού κάτω από την παράσταση της Εις Άδου Καθόδου. Πρόκειται για ελισσόμενο πλοχμό με ακρέμονες, ερυθρού του κρασιού χρώματος σε λευκό βάθος. Από τη φερόμενη ως δεύτερη φάση αγιογράφησης διασώζονται: Στο βόρειο τμήμα της κατώτερης διακοσμητικής ζώνης του ανατολικού τοίχου του ιερού, κάτω από την κόγχη της Πρόθεσης (διακοσμητικό μοτίβο με τρεις πλατιές ταινίες με κοινή βάση, που ανέρχονται σαν μπουκέτο, και δύο άνθη τουλίπας εκατέρωθεν) στον βόρειο τοίχο του ιερού, κάτω από την παράσταση της Εις Άδου Καθόδου, επικαλυπτόμενη σχεδόν από το κτιστό βοηθητικό χωνευτήρι της τρίτης φάσης στον βόρειο τοίχο του κυρίως ναού: Στη μεσαία ζώνη τμήμα μορφής του Αγίου Σπυρίδωνα που κρατά φλεγόμενη κέραμο στο δεξί- διακοσμητική κάθετη διαχωριστική ζώνη με ελισσόμενο φυλλοφόρο πλοχμό ερυθρού χρώματος σε υπόλευκο βάθος, στο ανώτερο τμήμα Ανάστασης λεγόμενου δυτικού τύπου και αποσπασματικά σωζόμενα αδιάγνωστα τμήματα της μεσαίας ζώνης, κάτω από το ύψος των παραθύρων. Στον χώρο του κυρίως ναού η φάση αυτή φέρει επιζωγράφηση του 1843, η οποία σχεδόν έχει απωλεστεί. Από τη φερόμενη ως τρίτη φάση, διασώζονται ορατές στον ανατολικό τοίχο του ιερού, τμήμα από το μαφόρι της Παναγίας Πλατυτέρας και από το δεξί χέρι του ευλογούντος Χριστού, ο Άγιος Γρηγόριος ως συλλειτουργών ιεράρχης στην κεντρική αψίδα, η Άκρα Ταπείνωση- Αποκαθήλωση στην κόγχη της Πρόθεσης, ο Άγιος Χαράλαμπος στην κόγχη αμέσως νότια της προηγούμενης. Επίσης διασώζεται ανέπαφο κάτω από τα επιχρίσματα, τμήμα της κατώτερης διακοσμητικής ζώνης της τρίτης φάσης με μοτίβα από ενάλληλους ρόμβους από κυματοειδείς γραμμές σε διαδοχή και κατακορυφήν. Η τέταρτη φάση της αγιογράφησης- επιζωγράφησης που χρονολογείται στα 1843, σύμφωνα με την κτιτορική επιγραφή, διατάσσεται σε δύο κύριες ζώνες στον χώρο της Πρόθεσης, ενώ στο κεντρικό τμήμα του Ιερού Βήματος και στο νότιο τοίχο του, οι ζώνες είναι περισσότερες (πέντε). Στη ζώνη με τους ολόσωμους Αγίους, απεικονίζονται στον ανατολικό τοίχο από βορρά προς νότο, ο Χριστός ολόσωμος, εξαπτέρυγο, οι Άγιοι διάκονοι Ρωμανός και Στέφανος ο Πρωτομάρτυρας, κεφαλή αγγέλου δυτικού τύπου, ο Άγιος Νικόλαος. Στο νότιο τοίχο αντίστοιχα απεικονίζονται ο Άγιος Πατρίκιος, δύο αδιάγνωστοι και ο Άγιος Ιωάννης ο Νηστευτής. Επάνω από τη ζώνη με τα μετάλλια, στην προσθήκη με μπαγδατί, απεικονίζεται ζωοφόρος με προτομές αγγέλων δυτικού τύπου, που προβάλλουν από νέφη σε ωοειδή μετάλλια, τα οποία περιβάλλονται από λευκή ταινία εκατέρωθεν ωοειδών μεταλλίων με ακτινοβολούντες σταυρούς. Στην τέταρτη αυτή φάση ανήκει και η αγιογράφηση του γυναικωνίτη, από την οποία διαφαίνονται κάτω από τα επιχρίσματα ορισμένες μορφές της μεσαίας ζώνης με ολόσωμους Αγίους, από τις οποίες ταυτίζονται η Αγία Παρασκευή και ο Αρχάγγελος Μιχαήλ στον δυτικό τοίχο. Στη βάση των τοιχοποιιών διακρίνεται στο νότιο τμήμα από τη διακοσμητική ζώνη με ρομβοειδή μοτίβα από τεθλασμένες γραμμές που σχηματίζουν ενάλληλους ρόμβους. Η τελευταία ανώτερη ζώνη, επίσης διακοσμητική, φέρει ελισσόμενους καρποφόρους και φυλλοφόρους κλάδους αμπέλου που υπογραμμίζονται από γιρλάντα με άνθη και φύλλα. Η ζώνη αυτή συνεχίζεται και στο μέτωπο της διαχωριστικής τοξοστοιχίας κυρίως ναού- γυναικωνίτη, στην όψη προς τον γυναικωνίτη, όπου επιστέφεται από στενότερη με λευκά αμπελόφυλλα σε σκούρο μπλε φόντο. Στο κεντρικό αψίδωμα, επάνω από την κεντρική είσοδο, απεικονίζεται η μορφή του Αγίου Νικολάου. Στον χαμηλό διαχωριστικό μπαγδατότοιχο, ύστερα από έρευνες, αποκαλύφθηκαν τμήματα από τις μορφές της Παναγίας και του Χριστού εκατέρωθεν της εισόδου προς το κεντρικό κλίτος.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. «ΕΕΤΑΑ-Ελληνική Εταιρία Τοπικής Ανάπτυξης και Αυτοδιοίκησης Α.Ε.». www.eetaa.gr. Ανακτήθηκε στις 9 Ιουνίου 2019. 
  2. «Απογραφή Πληθυσμού-Kατοικιών 2011 - ELSTAT». www.statistics.gr. Ανακτήθηκε στις 9 Ιουνίου 2019. 
  3. «Παλαιό Ζερβοχώρι ΗΜΑΘΙΑΣ, Δήμος ΝΑΟΥΣΑΣ | buk.gr». buk.gr. Ανακτήθηκε στις 13 Αυγούστου 2019. 
  4. Talbert, Richard J. A., 1947-; Bagnall, Roger S. (2000), Barrington atlas of the Greek and Roman world, Princeton University Press, ISBN 069103169X, https://www.worldcat.org/oclc/43970336, ανακτήθηκε στις 2019-08-13 
  5. Θ. Παπαζώτος, Η Βέροια και οι ναοί της, 11ος- 18ος αι., Αθήνα 1994, σ. 52, 56
  6. Stefani, Liana. Αγγελοχώρι. Οικισμός της Ύστερης Εποχής του Χαλκού στην Ημαθία, Θεσσαλονίκη 2010, εκδόσεις Κυριακίδη. /Angelochori. A Late Bronze Age Settlement in Hemathia, Thessaloniki 2010, Kyriakides publication. 
  7. «eJournals». ejournals.epublishing.ekt.gr. Ανακτήθηκε στις 10 Ιουνίου 2019. 
  8. E.Gara, Kara Feriye, Wien 2000, σελ.30, 68
  9. Γενικά Αρχεία του Κράτους, Φάκελοι Αγωνιστών του 1821
  10. Γενικά Αρχεία του Κράτους, Φάκελοι Αγωνιστών του 1821
  11. «Ο Μακεδονομάχος καπετάν Άγρας (ΤΕΛΛΟΣ ΑΓΡΑΣ ΣΑΡΑΝΤΟΣ ΑΓΑΠΗΝΟΣ 1880 - 1907)». lastpoint.gr. 16 Ιουνίου 2018. Ανακτήθηκε στις 11 Ιουνίου 2019. 
  12. Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, εκδοτική Αθηνών, τόμος 33, σελ.34-35
  13. «Καπετάν Άγρας: Ένας γενναίος Μακεδονομάχος (1880-1907)». ProtoThema. 16 Ιουνίου 2018. Ανακτήθηκε στις 11 Ιουνίου 2019. 
  14. «Μάχη των Γιαννιτσών (19-20 Οκτ 1912)». Θεματα Στρατιωτικης Ιστοριας. 11 Ιουλίου 2017. Ανακτήθηκε στις 11 Ιουνίου 2019. 
  15. «Αποκαλυπτήρια μνημείου για τα θύματα του Τερέκιοϊ Απεσίου στο Άνω Ζερβοχώρι Ημαθίας». www.pontos-news.gr. Ανακτήθηκε στις 29 Ιουνίου 2019. 
  16. ΦΕΚ 152Α - 09/07/1918
  17. ΦΕΚ 72Β - 17/09/1926
  18. ΦΕΚ 78Α - 10/03/1935
  19. ΦΕΚ 271Α - 03/09/1940
  20. ΦΕΚ 35Α - 06/02/1946
  21. ΦΕΚ 123Α - 19/08/1986
  22. ΦΕΚ 87Α - 07/06/2010
  23. «ΕΕΤΑΑ-Ελληνική Εταιρία Τοπικής Ανάπτυξης και Αυτοδιοίκησης Α.Ε.». www.eetaa.gr. Ανακτήθηκε στις 29 Ιουνίου 2019. 
  24. Στοιχεία Επιτροπής Αποκατάστασης Προσφύγων Ε.Α.Π, 1928
  25. «ΕΕΤΑΑ-Ελληνική Εταιρία Τοπικής Ανάπτυξης και Αυτοδιοίκησης Α.Ε.». www.eetaa.gr. Ανακτήθηκε στις 1 Ιουλίου 2019. 
  26. Μ. Παϊσίδου, Οι τοιχογραφίες του 17ου αιώνα στους ναούς της Καστοριάς, Αθήνα 2002, σελ. 43-44