Υπερθέρμανση του πλανήτη

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
(Ανακατεύθυνση από Παγκόσμια θέρμανση)
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Μέση παγκόσμια θερμοκρασία από το 1856 έως το 2005.
Χάρτης που απεικονίζει διαφορές στις θερμοκρασίες, όπως αυτές μετρήθηκαν από τον Ιανουάριο του 1995 μέχρι το 2004, σε σύγκριση με τις θερμοκασίες της περιόδου 1940-1980. Η μέση αύξηση είναι 0.42 °C και αποτελεί μία παράμετρο του φαινομένου της υπερθέρμανσης του πλανήτη.

Ο όρος υπερθέρμανση του πλανήτη δηλώνει μία ειδική περίπτωση κλιματικής μεταβολής και αναφέρεται στην αύξηση της μέσης θερμοκρασίας της ατμόσφαιρας και των ωκεανών της γης. Ο όρος είναι εν γένει ουδέτερος ως προς τα αίτια πρόκλησης της υπερθέρμανσης, ωστόσο έχει επικρατήσει να υποννοεί την ανθρώπινη παρέμβαση. Αποδίδεται συχνά με διαφορετικό τρόπο, ως πλανητική (υπερ)θέρμανση ή παγκόσμια αύξηση της θερμοκρασίας, ενώ άλλες φορές ταυτίζεται με το φαινόμενο του θερμοκηπίου που αποτελεί έναν μηχανισμό υπερθέρμανσης του πλανήτη.

Η επίσημη επιστημονική θέση πάνω στις κλιματικές μεταβολές, όπως αυτή εκφράζεται από την Διακυβερνητική Επιτροπή για την Αλλαγή του Κλίματος (ΔΕΑΚ) του ΟΗΕ, είναι πως η μέση θερμοκρασία του πλανήτη έχει αυξηθεί 0.6 ± 0.2 °C από τα τέλη του 19ου αιώνα και πως η αύξηση αυτή οφείλεται σημαντικά στην ανθρώπινη δραστηριότητα των τελευταίων 50 ετών [1]. Μία μειοψηφία επιστημόνων, διαφοροποιείται σε σχέση με την άποψη αυτή, αμφισβητώντας την καταλυτική επίδραση που ενδέχεται να έχει η ανθρώπινη δραστηριότητα σε σχέση με την παγκόσμια θέρμανση.

Σχετικά με τις κλιματικές μεταβολές που αναμένονται μελλοντικά, επικρατεί ένα σημαντικό ποσοστό αβεβαιότητας σε επίπεδο επιστημονικών προβλέψεων. Το θέμα αποτελεί επιπλέον ένα αμφιλεγόμενο πολιτικό ζήτημα, που σχετίζεται με την ανάγκη λήψης πολιτικών μέτρων αντιμετώπισης του προβλήματος της παγκόσμιας θέρμανσης, εκ μέρους των κυβερνήσεων.

Σύμφωνα με επιστημονικές έρευνες της ΔΕΑΚ, η θερμοκρασία της Γης ενδέχεται να αυξηθεί κατά 1.4 - 5.8 °C εντός της χρονικής περιόδου 1990 και 2100 [2]. Μίας τέτοια ενδεχόμενη αύξηση της θερμοκρασίας δύναται να έχει ως συνέπειες την αύξηση της στάθμης των θαλασσών, την δημιουργία ακραίων καιρικών φαινομένων, όπως πλημμύρες ή τυφώνες, και την εξαφάνιση βιολογικών ειδών. Αν και το φαινόμενο της υπερθέρμανσης του πλανήτη αναμένεται να αυξήσει την ένταση και την συχνότητα ακραίων καιρικών φαινομένων, θεωρείται δύσκολο να συνδεθεί ένα μεμονωμένο καιρικό φαινόμενο ως άμεσο αποτέλεσμα της υπερθέρμανσης.

Αίτια του φαινομένου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Επίπεδα συγκέντρωσης του CO2 τα τελευταία 1000 χρόνια (μπλε καμπύλη, άξονας τιμών αριστερά) σε σύγκριση με την δικαύμανση της μέσης θερμοκρασίας (κόκκινη γραμμή, άξονας τιμών δεξιά).

Οι κλιματολογικές παράμετροι μεταβάλλονται τόσο μέσα από φυσικές "εσωτερικές" διαδικασίες όσο και από εξωτερικές παρεμβάσεις, ανθρώπινες ή μη (όπως η ηλιακή δραστηριότητα ή η έκλυση αερίων του θερμοκηπίου από ηφαίστεια). Αν και οι κλιματολόγοι αποδέχονται το γεγονός της αύξησης της θερμοκρασίας της Γης, ως προς τα αίτιά του υπάρχουν διαφορετικές ερμηνείες.

Αέρια του θερμοκηπίου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μεταβολή της συγκέντρωσης των κυριότερων αερίων του θερμοκηπίου.

Ανθρωπογενείς δραστηριότητες συνετέλεσαν και συντελούν στην αύξηση της συγκέντρωσης των αερίων στα κατώτερα στρώματα της ατμόσφαιρας (διοξείδιο του άνθρακα, υδρατμοί, χλωροφθοράνθρακες, όζον κλπ.). Παραδείγματος χάριν, 450 εκατομμύρια τόνοι μεθανίου εκπέμπονται στην ατμόσφφιαρα κάθε χρόνο ως αποτέλεσμα ανθρωπογενών δραστηριοτήτων[3]. Οι συγκεντρώσεις σε διοξείδιο του άνθρακα και μεθάνιο έχουν αυξηθεί από το 1750 κατά 31% και 149% αντίστοιχα, ενώ βρίσκονται στα υψηλότερα επίπεδα των τελευταίων 650.000 ετών. Εκτιμάται ότι τα τρία τέταρτα της ανθρωπογενούς παραγωγής διοξειδίου του άνθρακα, οφείλεται σε χρήση ορυκτών καυσίμων, ενώ το υπόλοιπο μέρος προέρχεται από αλλαγές που συντελούνται στο έδαφος, κυρίως μέσω της αποδάσωσης.

Ο εμπλουτισμός της ατμόσφαιρας με αέρια όπως το διοξείδιο του άνθρακα (CO2) ή το μεθάνιο (CH4), έχει ως αποτέλεσμα την θέρμανσή της. Το αποκαλούμενο και φυσικό φαινόμενο του θερμοκηπίου, ευθύνεται εξ άλλου για μία αύξηση της θερμοκρασίας της Γης περίπου 30 °C, γεγονός που την καθιστά και κατοικήσιμη.

Εναλλακτικές θεωρίες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ηλιακές διακυμάνσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μία διαφορετική ερμηνεία της υπερθέρμανσης του πλανήτη βασίζεται στην υπόθεση πως οι διακυμάνσεις της ηλιακής δραστηριότητας συσχετίζονται με διακυμάνσεις στην θερμοκρασία της Γης. Οι Willie Soon και Sallie Baliunas του αστεροσκοπείου του Harvard, συσχέτισαν δεδομένα των ηλιακών κηλίδων με θερμοκρασιακές διακυμάνσεις και ανέφεραν πως κατά την ιστορική περίοδο 1650-1700, ασυνήθιστα χαμηλών θερμοκρασιών στη Γη (γνωστή και ως Μικρός Παγετώνας) δεν καταγράφηκαν σχεδόν καθόλου ηλιακές κηλίδες. Παράλληλα, συσχέτισαν άλλες θερμότερες περιόδους με αυξημένη ηλιακή δραστηριότητα. Παρά το γεγονός ότι τέτοιου είδους συσχετίσεις έχουν προσδιοριστεί, η πλειοψηφία των επιστημόνων δεν θεωρεί πως η επίδραση της ηλιακής δραστηριότητας είναι τόσο σημαντική ή ικανή ώστε να προκαλέσει πολύ σημαντικές κλιματικές μεταβολές. Σύμφωνα με την 3η έκθεση της ΔΕΑΚ, διακυμάνσεις της ηλιακής δρατηριότητας έχουν πιθανότατα προκαλέσει διακυμάνσεις στην παγκόσμια μέση θερμοκρασία. Ποσοτικές συγκρίσεις υποδεικνύουν ότι φυσικές μεταβολές αυτής της αιτίας εξηγούν σε ένα μικρό μόνο ποσοστό την παρατηρούμενη θέρμανση στον 20ο αιώνα." [4]

Άλλες θεωρίες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Υπάρχει επιπλέον μία πληθώρα άλλων υποθέσεων που έχουν διατυπωθεί, σχετικά με την ερμηνεία της παρατηρούμενης υπερθέρμανσης, αν και μέχρι σήμερα, οι υποθέσεις αυτές έχουν λίγους υποστηρικτές. Ορισμένες από αυτές είναι:

  • Η θέρμανση είναι στα όρια μίας φυσικής διακύμανσης. [5]
  • Η θέρμανση οφείλεται στο ότι προερχόμαστε από μία προηγούμενη ψυχρή περίοδο (Μικρός παγετώνας)
  • Η εμφανιζόμενη αυξητική τάση της παγκόσμιας θερμοκρασίας δεν έχει γενικά διερευνηθεί επαρκώς.

Επιπτώσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Προσομοίωση της μεταβολής στους πάγους της Αρκτικής (National Oceanic and Atmospheric Administration)

Προβλέπεται ότι η υπερθέρμανση του πλανήτη θα έχει επιπτώσεις τόσο στο περιβάλλον όσο και στις ανθρώπινες δραστηριότητες. Στις κυριότερες από αυτές συγκαταλέγονται η αύξηση της στάθμης των θαλασσών καθώς και διαφορετικά ακραία καιρικά φαινόμενα. Για τη στάθμη της θάλασσας, οι επιστήμονες μιλούν για άνοδο κατά πέντε εκατοστά ανά δεκαετία, με την περιοχή της Θεσσαλονίκης να συγκαταλέγεται ανάμεσα στις πλέον ευάλωτες της Μεσογείου [6]. Η εκτίμηση των επιπτώσεων της συγκέντρωσης των αερίων θερμοκηπίου στην γενικότερη οικολογική ισορροπία, αποτελεί πεδίο επιστημονικής αντιπαράθεσης καθώς υπάρχουν πολλές διαφορετικές παράμετροι που αλληλεπιδρούν και πολλά στοιχεία που πρέπει να συνεκτιμηθούν.

Κλίμα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η υπερθέρμανση του πλανήτη συνιστά και την αλλαγή του κλίματος της Γης μετακινώντας τις ζώνες βροχοπτώσεως, από τον ισημερινό προς τον βορρά [εκκρεμεί παραπομπή] και ερημοποιώντας το κάτω τμήμα της εύκρατης ζώνης. Αυτό συνεπάγεται αλλαγές στους διάφορους τύπους βλάστησης τόσο στις γεωργικές όσο και στις δασικές εκτάσεις. Αναμένονται επιπλέον συχνότερα ακραία καιρικά φαινόμενα, όπως κύματα θερμότητας και ξηρασίες ή έντονες βροχοπτώσεις ανάλογα με την περιοχή.

Το γνωστό εύκρατο μεσογειακό κλίμα της Ελλάδας με τους ήπιους, βροχερούς χειμώνες και τα σχετικά θερμά και ξηρά καλοκαίρια θα αλλάξει προς μια θερμότερη, πιο ξηρή εκδοχή, που θα γίνει πιο αισθητή τις επόμενες δεκαετίες [7]. Παρατηρείται τριπλασιασμός της συχνότητας των ακραίων καιρικών φαινομένων, τα τελευταία 30 χρόνια και αύξηση της μέσης θερμοκρασίας, ιδιαίτερα τους καλοκαιρινούς μήνες, από τις αρχές της δεκαετίας του ’90 και μετά. [8]. Το καλοκαίρι του 1999 ήταν το θερμότερο του 20ού αιώνα

Οι περιοχές που θα επηρεαστούν εντονότερα θα είναι η ανατολική και νότια Ελλάδα, ιδιαίτερα η Αττική, η Θεσσαλία, η Θεσσαλονίκη και η ανατολική Πελοπόννησος. Στο κέντρο της Αθήνας, ο Νοέμβριος του 2010 ήταν ο πιο θερμός Νοέμβρης από το 1926. [9].

Ωκεανοί[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η παγκόσμια αύξηση της θερμοκρασίας μπορεί να οδηγήσει σε άνοδο της θερμοκρασίας και κατά συνέπεια της στάθμης των ωκεανών, λόγω της θερμικής διαστολής των υδάτων και της τήξης των πάγων. Μία αύξηση της θερμοκρασίας κατά 1,5 έως 4,5 °C εκτιμάται πως μπορεί να οδηγήσει σε μία άνοδο της μέσης θαλάσσιας στάθμης κατά 15 έως 95 εκατοστά (ΔΕΑΚ 2001). Η άνοδος αυτή, μπορεί να προκαλέσει πλημμύρες σε περιοχές που βρίσκονται σε χαμηλό υψόμετρο και κοντά στο επίπεδο της θάλασσας. Από το 1900 μέχρι το 2001, έχει υπολογιστεί μία ετήσια άνοδος 1-2 χιλιοστά [10], ενώ σύμφωνα με μετρήσεις του δορυφόρου TOPEX/Poseidon, από τo 1992 μέχρι σήμερα η άνοδος είναι περίπου 3 χιλιοστά ετησίως [11].

Σύμφωνα με μία άλλη υπόθεση, η παγκόσμια θέρμανση ενδέχεται να επηρεάσει την ωκεάνια κυκλοφορία και ειδικότερα επιβραδύνοντας το θερμό ρεύμα του Κόλπου, ωθώντας το προς τα Νότια και προκαλώντας πτώση τις θερμοκρασίας στις περιοχές από τις οποίες διέρχεται, όπως η Δυτική Ευρώπη και η Βόρεια Αμερική. Επιπλέον, λόγω της αύξησης της συγκέντρωσης του διοξειδίου του άνθρακα, οι ωκεανοί της Γης απορροφούν μεγαλύτερο ποσοστό CO2, γεγονός που οδηγεί στην οξίνιση (μείωση του pH) των θαλασσών, με ότι επακόλουθα δύναται αυτό να έχει για την θαλάσσια ζωή.

Υγεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η άνοδος της θερμοκρασίας εμφανίζει δύο αντικρουόμενα άμεσα αποτελέσματα σε σχέση με την ανθρώπινη θνησιμότητα: οδηγεί σε αύξηση των θανάτων κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού αλλά και σε μείωση των θανάτων κατά τη διάρκεια του χειμώνα [εκκρεμεί παραπομπή]. Μία άλλη παράμετρος της παγκόσμιας θέρμανσης αφορά στην ενδεχόμενη εξάπλωση και άνθιση επιδημιών του παρελθόντος, καθώς οι μεγάλες θερμοκρασίες και η υγρασία αποτελούν κατάλληλο υπόβαθρο για την ανάπτυξη πολλών μικροβίων [εκκρεμεί παραπομπή].

Γεωργία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εξαιτίας της κλιματικής αλλαγής λόγω της υπεθέρμανσης του πλανήτη, αναμένεται η αύξηση της συχνότητας των ξηρασιών στην Ν. Ευρώπη. Με μεγάλο βαθμό βεβαιότητας, η ΔΕΑΚ [12] προβλέπει ότι στην νότια Ευρώπη η κλιματική αλλαγή θα επιφέρει μείωση της αγροτικής παραγωγής. Η εκτίμηση για την κεντρική και ανατολική Ευρώπη είναι αντίστοιχα μείωση της δασικής παραγωγής, ενώ για την βόρεια, προβλέπεται αύξηση της αγροτικής παραγωγής. Η μετεωρολογική υπηρεσία του Ηνωμένου Βασιλείου προβλέπει αύξηση της παραγωγής αραβοσίτου στην Ευρώπη κατά 25% σε περιοχές με κατάλληλη υδρολογία.


Αναφορές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. ^ 3η Έκθεση της ΔΕΑΚ
  2. ^ Richard A. Kerr, Science vol. 309, 5731, July 2005
  3. ^ Πόρισμα της ΔΕΑΚ για τη συγκέντρωση μεθανίου
  4. ^ Πόρισμα της ΔΕΑΚ για την επίδραση της ηλιακής δραστηριότητας
  5. ^ Κοιτώντας λίγο προς τα πίσω
  6. ^ Πόρισμα της ΔΕΑΚ για την θαλάσσια στάθμη
  7. ^ Μετρήσεις του δορυφόρου TOPEX/Poseidon (ΔΕΑΚ)
  8. Naomi Oreskes, Science, vol. 306, no. 5702, p. 1686 - Επιστημονική συναίνεση για την παγκόσμια θέρμανση.
  9. ^ Εγκυκλοπαίδεια του περιβάλλοντος για νέους τόμος 2, 2013, Γιώργος Κοπελιάδης (εκδ.) Σελένα Εκδοτική Α.Ε.
  10. ^ 4η Έκθεση της ΔΕΑΚ], 2007. "Summary for Policymakers: C. Current knowledge about future impacts". Climate Change 2007: Impacts, Adaptation and Vulnerability. Contribution of Working Group II to the Fourth Assessment Report of the Intergovernmental Panel on Climate Change [M.L. Parry et al. (eds.)]. Cambridge University Press




Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Commons logo
Τα Wikimedia Commons έχουν πολυμέσα σχετικά με το θέμα