Παγκοσμιοποίηση και εκπαίδευση

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Η παγκοσμιοποίηση, σύμφωνα με ορισμένους μελετητές,[1][2][3] επηρέασε και επηρεάζει την εκπαίδευση, τόσο σε εθνικό, όσο και διεθνή επίπεδο (αν και υπάρχουν και ορισμένοι[4] που αμφισβητούν την επιρροή που έχει ασκήσει στην εκπαίδευση η παγκοσμιοποίηση). Προκειμένου, όμως, να γίνει κατανοητός ο τρόπος με τον οποίο η πρώτη δημιούργησε μια αυξημένη ανάγκη για περαιτέρω εκπαίδευση πρέπει κανείς να γνωρίζει τι σημαίνει ο όρος παγκοσμιοποίηση και πώς αυτή εξελίχθηκε. Έτσι, τα κράτη, πλέον, πρέπει να αναδιοργανώσουν τα εκπαιδευτικά τους συστήματα και να αποκτήσουν έναν καινούργιο ρόλο.[2][5][6][7] Όμως, μέσα από αυτές τις αλλαγές που προκύπτουν και στις οποίες καλείται το κράτος να προσαρμοστεί δημιουργούνται πολλά και εύλογα ερωτήματα. Μερικά από αυτά είναι: ο νέος ρόλος που έχει το κράτος σε θέματα εκπαίδευσης είναι κυρίαρχος[6][8] ή αν έχει αποδυναμωθεί τόσο από την εμπορευματοποίηση, διεθνοποίηση και ιδιωτικοποίηση της εκπαίδευσης όσο και από τις όλο και περισσότερες παρεμβάσεις που αυτό δέχεται από τους διεθνείς οργανισμούς;[2][5]

Παγκοσμιοποίηση: ορισμός και επεξηγήσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο όρος παγκοσμιοποίηση έχει ταυτιστεί με «τη διεθνή εξάπλωση των εταιριών, την αύξηση του διεθνούς εμπορίου και των διεθνών επενδύσεων»(Λαφοντάιν & Μύλλερ, 1999, σ. 7).[9] Σύμφωνα με διάφορους μελετητές (Γουβιάς, 2002. Βεργίδης & Πρόκου, 2005. Λαφοντάιν & Μύλλερ, 1999)[1][2][3] η παγκοσμιοποίηση έχει σχέση με ένα σύνολο αλλαγών, εξελίξεων και τάσεων που επιφέρει σε παγκόσμια κλίμακα. Έτσι, η παγκοσμιοποίηση σχετίζεται με την απελευθέρωση των αγορών και των ιδιωτικών συναλλαγών (συνήθως σε κλειστά μέχρι εκείνη την περίοδο συστήματα) πέρα από τα εθνικά σύνορα δημιουργώντας έτσι διεθνή ανταγωνισμό σε πολλά επίπεδα (τόσο ανάμεσα σε εταιρίες, όσο και ανάμεσα στους μισθούς των χωρών) και παρέχοντας την δυνατότητα για εύκολη μετακίνηση επενδύσεων και κεφαλαίου από την μία χώρα στην άλλη. Επίσης, σχετίζεται με τεχνολογικές αλλαγές και εξελίξεις, που διευκολύνουν τις συναλλαγές σε παγκόσμια κλίμακα και αναδεικνύουν την τεχνολογία ως πηγή πλούτου και ως δείκτη οικονομικής και πολιτισμικής παγκόσμιας δύναμης.

Τέλος, πρέπει να διευκρινιστεί ότι η παγκοσμιοποίηση δεν επέφερε μόνο οικονομικές αλλαγές, αλλά και πολιτισμικές. Επομένως, η παγκοσμιοποίηση, έτσι όπως αυτή γίνεται σήμερα κατανοητή έχει δύο διαστάσεις, την οικονομική και την πολιτισμική. (Βεργίδης & Πρόκου, 1999)[1]

Ιστορική Αναδρομή: Η Παγκοσμιοποίηση από το χθες μέχρι το σήμερα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οικονομική διάσταση της παγκοσμιοποίησης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αν και η παγκοσμιοποίηση είναι ένα φαινόμενο που εμφανίζεται από πολύ παλιά, αυτή αρχίζει να εκδηλώνει έντονα την παρουσία της στις αρχές του 1970, όταν επιχειρήσεις αποφασίζουν να μεταφέρουν εργοστάσια, επενδύσεις και κεφάλαιο σε μέρη με πιο χαμηλό κόστος, εξαιτίας της κρίσης του πετρελαίου και του ανταγωνισμού που δημιουργείται με την Ιαπωνία. Η ύπαρξη της παγκοσμιοποίησης γίνεται ακόμα πιο εμφανής με την ανάπτυξη της τεχνολογίας, ιδιαίτερα στους τομείς της επικοινωνίας και της πληροφόρησης. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα την δημιουργία παγκοσμιοποιημένων αγορών κεφαλαίου, τεχνολογίας, διαχείρισης και πληροφορίας. Έτσι, δημιουργούνται σημαντικές οικονομικές περιοχές. Αυτές οι οικονομικές περιοχές μπορούν να θεωρηθούν για κάποιους ότι είναι τρεις: Δυτική Ευρώπη, Αμερική και Ασιατικός Ειρηνικός, ενώ για κάποιους άλλους τέσσερις, εντάσσοντας μέσα στις τρεις προηγούμενες και την Ρωσία. «Αυτές οι χώρες έχοντας να αντιμετωπίσουν το κόστος εργασίας των αναπτυσσόμενων χωρών αποφασίζουν να ασχοληθούν με κλάδους υψηλής προστιθέμενης αξίας (π.χ. σχεδιασμού, έρευνας, εξειδικευμένης παραγωγής, μάρκετινγκ)» (Βεργίδης & Πρόκου, 2005, σσ. 166-167).[10] Έτσι, οι αλλαγές αυτές είχαν τα εξής αποτέλεσμα στις διάφορες χώρες του κόσμου: Στις μεγαλύτερες οικονομικές περιοχές υπάρχει ολοένα και αυξανόμενη ζήτηση για εργαζόμενους με γνώσεις, δημιουργώντας έτσι τις λεγόμενες κοινωνίες της γνώσεις. Σε κάποιες άλλες χώρες έχουμε την αυξημένη «ζήτηση για νέους βιομηχανικούς εργάτες» (Ό.π., σ. 167).[11] Ενώ, στις φτωχές χώρες υπάρχουν περισσότεροι εργάτες από τις προσφερόμενες θέσεις εργασίας, με αποτέλεσμα να βγάζουν ελάχιστα χρήματα και να έχουν μόνο τα απολύτως απαραίτητα.

Έτσι, από την μία, σήμερα, έχουμε τους εργαζόμενους που έχουν ήδη τριτοβάθμια εκπαίδευση, αλλά πρέπει να αποκτήσουν ακόμη περισσότερες, πιο λεπτομερείς και «ανώτερου» επιπέδου σωματικές και πνευματικές ικανότητες, «όπως ικανότητα ταξινόμησης και επεξεργασίας πληροφοριών και δεδομένων, εννοιολογική και συστηματική σκέψη, ικανότητα σχεδιασμού, προσωπικής επικοινωνίας και ηγετικών καθηκόντων» (Ό.π., σ. 167).[12] Και από την άλλη έχουμε τους εργαζόμενους σε εταιρίες. Αυτές επιθυμούν οι εργαζόμενοι τους να έχουν δεξιότητες «χαμηλότερου» επιπέδου, θέλουν όμως να ξέρουν να χρησιμοποιούν την τεχνολογία και να είναι ευέλικτοι. Όμως στις περισσότερες χώρες, αυτές οι θέσεις εργασίας μειώνονται με τον καιρό και οι εργαζόμενοι είτε δεν μπορούν να βρουν δουλειά, είτε μένουν σε θέσεις εργασίες που δεν τους αμείβουν καλά λόγω αδυναμίας εύρεσης άλλης, περισσότερο ικανοποιητικής. Προκειμένου να αντιμετωπιστεί αυτό, η λύση είναι η απόκτηση «ανώτερων» πνευματικών και σωματικών ικανοτήτων και η παροχή ευκαιριών σε όλους για καλή εκπαίδευση και εργασία και ικανοποιητική αμοιβή. Έτσι κάθε ένας θα μπορεί να κερδίζει περισσότερα λεφτά από ότι κέρδιζε. (Ό.π.)[1]

Πολιτισμική διάσταση της παγκοσμιοποίησης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ως προς την πολιτισμική διάσταση της παγκοσμιοποίησης, η έντονη δραστηριότητα μετακίνησης που δημιουργήθηκε ανάμεσα στις διάφορες χώρες, καθώς και στις κοινωνικές τάξεις, είχε ως αποτέλεσμα την αλλαγή της μορφής και της δομής των κοινωνιών, των οικογενειών (καθώς παρουσιάζονται πρότυπα που αποκλίνουν από την παλιά μορφή που είχαν οι οικογένειες), των «θρησκευτικών ομάδων», των «πολιτικών ταυτότητας» και των πολιτισμικών στοιχείων. (Βεργίδης & Πρόκου, 2005, σσ. 168-169)[13]

Παγκοσμιοποίηση και εκπαίδευση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σύμφωνα με ένα σύνολο μελετητών (Γουβιάς, 2002. Βεργίδης & Πρόκου, 2005. Λαφοντάιν & Μύλλερ, 1999),[1][2][3] η παγκοσμιοποίηση επηρέασε σε μεγάλο βαθμό τον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί η εκπαίδευση στις μέρες. Σύμφωνα με κάποιους άλλους πάλι (Γρόλλιος, 2001)[4] οι αλλαγές αυτές είναι μηδαμινές.

Σύμφωνα με τους υποστηρικτές της πρώτης άποψης η παγκοσμιοποίηση έφερε στο προσκήνιο την ανάγκη για περεταίρω εκπαίδευση και ειδίκευση. Το γεγονός ότι όσο περισσότερο παραγωγικό είναι το εργατικό δυναμικό, τόσο το κεφάλαιο αποκτά περισσότερα κέρδη, δημιούργησε την ανάγκη για δημιουργία «των καλύτερων υποδομών, του καλύτερου εργατικού δυναμικού, του καλύτερου περιβάλλοντος για έρευνα και καινοτομίες. Με αυτόν τον τρόπο θα διασφαλίζεται η υψηλότερη παραγωγικότητα και έρχεται η ευημερία για όλους» (Λαφοντάιν & Μύλλερ, 1999, σ. 314).[14] Έτσι, στις μέρες μας έχουμε από την μία τις βιομηχανικές χώρες που επιζητούν την προσέλκυση των επενδύσεων, γνωρίζοντας ότι οι επενδύσεις και το κεφάλαιο μπορούν εύκολα να μετακινηθούν από την μία χώρα στην άλλη και από την άλλη έχουμε τις επενδύσεις και το κεφάλαιο, που επιζητούν το υψηλότερο κέρδος. Για τον λόγο αυτό οι πρώτοι προσπαθούν η χώρα τους να έχει περεταίρω εκπαίδευση και ειδίκευση, ώστε να είναι πιο παραγωγική, για να προσελκύσει το κεφάλαιο και τις επενδύσεις, ενώ οι δεύτεροι επιδιώκουν να αποκτήσουν το μέγιστο δυνατό κέρδος. (Λαφοντάιν & Μύλλερ, 1999)[3] Για τον λόγο αυτό, σύμφωνα με τον Γουβιά (2002),[2] το κεφάλαιο και οι επενδύσεις, και κυρίως οι πολυεθνικές εταιρίες, επιθυμούν και επιδιώκουν να εδρεύουν και να πραγματοποιούν τις παραγωγές τους σε αυτά τα μέρη που έχουν όσο το δυνατόν χαμηλότερο κόστος, ενώ παράλληλα είναι και πιο ανεπτυγμένες και αξιόπιστες, όσον αφορά τις γνώσεις, τις δεξιότητες, τις μεταφορές και τις επικοινωνίες. Επομένως, υπάρχει μία αλληλεξάρτηση ανάμεσα στην ποιότητα και το επίπεδο του εκπαιδευτικού συστήματος και την επίδραση που ασκούν σε αυτό ή/και δέχονται από αυτό οι πολυεθνικές εταιρίες. Έτσι οι δεύτερες ασκούν πίεση στο πρώτο ώστε να προσφέρει τέτοιες ευκαιρίες στους τωρινούς και μελλοντικούς εργαζόμενους ώστε να μπορούν να ανταγωνιστούν ο ένας τον άλλο για την απόκτηση των πιο εξειδικευμένων και καλύτερα αμειβόμενων δουλειών.

Επομένως, από τα παραπάνω γίνεται κατανοητό ότι σήμερα περισσότερο από ποτέ γεννάται η ανάγκη για μετάβαση των μαθητευόμενων στο υψηλότερο επίπεδο εκπαίδευσης, για παροχή επαγγελματικής κατάρτισης, για ειδικευμένο εργατικό δυναμικό σε κάθε επίπεδο και επομένως για εξασφάλιση μίας ικανοποιητικής επαγγελματικής ζωής (Λαφοντάιν & Μύλλερ, 1999).[3] Το υπάρχον εκπαιδευτικό σύστημα όμως αδυνατεί να προσφέρει στους ενδιαφερόμενους αυτή τη μετάβαση σε υψηλότερο επίπεδο εκπαίδευσης με έναν ευέλικτο και περισσότερο εξατομικευμένο τρόπο. Έτσι, προκειμένου να επιτευχθεί κάτι τέτοιο, το εκπαιδευτικό σύστημα αναγκάζεται να πραγματοποιεί ένα σύνολο αλλαγών, λαμβάνοντας υπόψη του ότι πέραν της τυπικής εκπαίδευσης, σπουδαίο ρόλο κατέχει πλέον και η μη-τυπική και η άτυπη εκπαίδευση. (Βεργίδης & Πρόκου, 2005)[1]

Ως αποτέλεσμα των παραπάνω, στις μέρες μας τα εκπαιδευτικά προγράμματα που αναπτύσσονται δίνουν έμφαση στην συνεχιζόμενη εκπαίδευση, προκειμένου να έχουν εύκολη πρόσβαση σε αυτή οι άνεργοι και οι εργαζόμενοι. Έτσι, δημιουργούνται τα προγράμματα ανέργων, τα οποία προσπαθούν να δώσουν μία λύση στο φαινόμενο της ανεργίας, και τα προγράμματα εργαζομένων, τα οποία έχουν σκοπό την κάλυψη ορισμένων κενών όσον αφορά βασικά προσόντα και ειδικές δεξιότητες. (Ό.π.)[1]

Η βαρύτητα που έχει δοθεί στα προγράμματα συνεχιζόμενης εκπαίδευσης, φαίνεται και από το γεγονός ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει ξοδέψει μεγάλα χρηματικά ποσά για αυτό το σκοπό. Οι Βεργίδης & Πρόκου (2005),[1] θεωρούν ότι αυτό συνέβηκε γιατί: α) «η αποδοτικότητα των επενδύσεων στην εκπαίδευση και την κατάρτιση μπορεί να συγκριθεί επάξια με την αποδοτικότητα των επενδύσεων σε επιχειρησιακό κεφάλαιο» (Ό.π., σ. 173)[15] και β) οι περισσότερο εκπαιδευμένοι εργαζόμενοι έχουν πιο πολλές πιθανότητες να συμμετάσχουν στην αγορά εργασίας και κατά μέσο όρο κερδίζουν περισσότερα.» (Ό.π., σ. 173)[16]

Τέλος, μπορούμε να πούμε ότι η διαβίου μάθηση συνέβαλε στην ικανοποίηση του αιτήματος για μία πιο ευέλικτη μάθηση. Ένα αίτημα που προέκυψε λόγω των οικονομικών, πολιτισμικών, κοινωνικών και ατομικών αλλαγών που επέφερε η παγκοσμιοποίηση. Έτσι, μέσω της διαβίου μάθησης δίνεται η δυνατότητα στον κάθε ένα για μάθηση καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής του, επιλέγοντας ο ίδιος τον χώρο και τον τρόπο με τον οποίο θα την αποκτήσει. Το γεγονός αυτό δίνει την δυνατότητα για μάθηση σε όλους, ακόμα και σε άτομα που για διάφορους λόγους (π.χ. φόρτο εργασίας, άτομα με ειδικές ανάγκες, έλλειψη ορισμένων προαπαιτούμενων εφοδίων) δεν μπόρεσαν να έχουν πρόσβαση στην τριτοβάθμια και στη συνεχιζόμενη εκπαίδευση. Με αυτόν τον τρόπο η διαβίου μάθηση συμβάλει στην κατάργηση των κοινωνικών ανισοτήτων. (Ό.π.)[1]

Σύμφωνα με την άποψη ορισμένων άλλων μελετητών (Γρόλλιος, 2001)[4] όμως η παγκοσμιοποίηση δεν έχει επιφέρει και τόσο ριζικές αλλαγές στην εκπαίδευση, καθώς σύμφωνα με αυτούς κάτι τέτοιο θα ίσχυε αν υπήρχε πλήρης απελευθέρωση της μάθησης μέσω διαδικτυακής, προαιρετικής εκπαίδευσης, εκπαίδευσης στο σπίτι κ.ά.. Αντί για αυτό όμως κάθε εκπαιδευτικό συστήματα δίνει έμφαση και επιδιώκει μόνο να είναι ανταγωνιστικό ως προς τα υπόλοιπα. Κάτι τέτοιο έχει ως αποτέλεσμα την παραμέληση των πόρων που προσφέρονται για εκπαίδευση. Έμφαση πλέον δίνεται «στα standards, στις εξετάσεις και στην απόδοση λόγου στους γονείς - πελάτες» (Ό.π., σ. 7)[17]

Τα κυριότερα επιχειρήματα που χρησιμοποιεί ο συγκεκριμένος μελετητής για να υποστηρίξει την θέση του είναι τα ακόλουθα τρία. Πρώτον, υποστηρίζει ότι οι πολιτικές που ακολουθούνται τόσο για την τριτοβάθμια εκπαίδευση όσο και για τα πανεπιστήμια συνεχίζουν να είναι εθνικές και όχι διεθνείς. Δεύτερον, επισημαίνει ότι ακόμα και οι προσπάθειες που έχουν γίνει από την Ερωπαϊκή Ένωση για κοινή εκπαιδευτική πολιτική μέχρι στιγμή δεν έχουν επιτευχθεί και ούτε φαίνονται να μπορούν να επιτευχθούν στο κοντινό μέλλον. Τέλος, θεωρεί ότι η παγκοσμιοποίηση δεν έχει επηρεάσει ριζικά την εκπαίδευση, καθώς σχεδόν όλα όσα αφορούν την εκπαίδευση ρυθμίζονται, ελέγχονται και αναδιοργανώνονται από το κράτος. (Ό.π.)[4]

Παγκοσμιοποίηση, εκπαίδευση και ο ρόλος του κράτους[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η παγκοσμιοποίηση επέφερε αλλαγές στην εκπαίδευση. Οι αλλαγές αυτές σύμφωνα με ορισμένους μελετητές (Γουβιάς, 2002. Καβαδίας, 2008)[2][5] οδήγησαν στην αποδυνάμωση του ρόλου του κράτους σε ζητήματα εκπαιδευτικής πολιτικής, ενώ σύμφωνα με κάποιους άλλους (Μπουζάκης, 2005. Μπουζάκης, 2006)[6][18] οι αλλαγές αυτές δεν αποδυνάμωσαν τον ρόλο του, απλώς το κράτος απέκτησε έναν καινούριο διαφορετικό ρόλο.

Αναλυτικότερα, οι οπαδοί της πρώτης θέσης (Γουβιάς, 2002. Καβαδίας, 2008)[2][5] θεωρούν ότι η παγκοσμιοποίηση οδήγησε την εκπαίδευση στην εμπορευματοποίησή της και την αποσύνδεσή της από τον έλεγχο του κράτους. Σύμφωνα με αυτούς αυτό επιτεύχθηκε μέσα από την τεχνολογία και την «οικονομία της γνώσης» (με την έννοια των οικονομικών συναλλαγών που πραγματοποιούνται στα πλαίσια της παραγωγής, της μεταφοράς, της αγοράς εργασίας και της κατανάλωσης), την άνοδο των πολυεθνικών εταιριών (βλ. παγκοσμιοποίηση και εκπαίδευση), την ίδια την έννοια της «εκπαίδευσης» και της σχέσης της με τη μάθηση και τη γνώση (με την έννοια των συνεχόμενων μεταβολών και αλλαγών που πραγματοποιούνται σε όλο τον κόσμο και οι οποίες απαιτούν την συνεχόμενη απόκτηση νέων δεξιοτήτων και ικανοτήτων για την κάλυψη των κοινωνικών και επαγγελματικών αναγκών, φέρνοντας έτσι στο προσκήνιο την ανάγκη για διαβίου μάθηση) (βλ. παγκοσμιοποίηση και εκπαίδευση) καθώς και τους διεθνείς οργανισμούς (Γουβιάς, 2002).[2] Οι τελευταίοι επηρεάζουν τα εκπαιδευτικά συστήματα των κρατών με τους εξής τρόπους:

α) Από την μία έχουμε τις οικονομικές σχέσεις που αναπτύσσονται ακόμα και στον τομέα παροχής εκπαίδευσης και οι οποίες απειλούν την δημόσια εκπαίδευση κάτω από το πρίσμα της απελευθέρωσης και ιδιωτικοποίησης των αγορών, ακόμη και εκείνων που θεωρούνται ότι παρέχονται από το κράτος, όπως η παιδεία. (Καβαδίας, 2008)[5]

β) Και από την άλλη έχουμε τους διεθνείς οργανισμούς οι οποίοι αποκτώντας ολοένα και περισσότερη πολιτική εξουσία, προσπαθούν να διαμορφώσουν εκπαιδευτικά συστήματα τα οποία να περιέχουν την δικιά τους ιδεολογία και πολιτική (Καβαδίας, 2008).[5] Έτσι, οι διεθνείς οργανισμοί στις αναπτυσσόμενες χώρες, έχοντας ως πρόσχημα την οικονομική ενίσχυση και την δημιουργία ενός «αξιοπρεπούς» εκπαιδευτικού συστήματος κατευθύνουν τις χώρες αυτές σε «τεχνοκρατικά, πολιτισμικά «ουδέτερα» και πάντοτε «αγοραία» προσανατολισμένα ιδεολογικά μοτίβα, ενώ στις αναπτυγμένες χώρες, έχοντας έναν σημαντικό, κυρίως «συμβουλευτικό» ρόλο». (Γουβιάς, 2002, σ. 7)[19]

Ωστόσο, σύμφωνα τους οπαδούς της δεύτερης θέσης (Μπουζάκης, 2005. Μπουζάκης, 2006)[6][20] οι αλλαγές που επιφέρει η παγκοσμιοποίηση δεν οδηγούν στην αποδυνάμωση του κράτους, όπως πολύ άλλοι μελετητές υποστηρίζουν, απλά το κράτος χάνει το ρόλο που κατείχε στο παρελθόν και αποκτάει έναν καινούργιο. Σε αυτό το καινούριο ρόλο λοιπόν συνεχίζει να έχει υπό την ευθύνη του το εκπαιδευτικό σύστημα και διατηρεί τον ιδεολογικό έλεγχο, ενώ παράλληλα δίνει μία ανεξαρτησία στις σχολικές μονάδες, οι οποίες μάλιστα μπορεί να βρίσκονται και σε ανταγωνισμό μεταξύ τους (Μπουζάκης, 2005).[6]

Αυτό έχει ως αποτέλεσμα να ενισχύει την εκπαίδευση των ατόμων με τέτοιο τρόπο ώστε να μπορούν να αντεπεξέλθουν στον διεθνή ανταγωνισμό. (Ό.π.)[6] Όπως υποστηρίζει μάλιστα ο Μπουζάκης (2006),[21] η παγκοσμιοποίηση όχι μόνο δεν αποδυναμώνει το κράτος, αλλά μάλιστα τη θεωρεί και απαραίτητη. Έτσι, τονίζει την αναγκαιότητα της παγκοσμιοποίησης της εκπαίδευσης πρώτον γιατί «υπάρχει ανάγκη για γνώση και κατανόηση της παιδαγωγικής εξέλιξης και ανάπτυξης σε διεθνή πλαίσια, καθώς η απουσία τους μπορεί να οδηγήσει σε έναν επικίνδυνο επαρχιωτισμό και μπορεί να θέσει σε κίνδυνο την υπάρχουσα διεθνή συνεργασία» (Ό.π., σ. 22)[22] και δεύτερον γιατί «προκύπτει από τις αναγκαιότητες των επίκαιρων καταστάσεων.» (Ό.π., σ. 22)[23]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. 1,0 1,1 1,2 1,3 1,4 1,5 1,6 1,7 1,8 Βεργίδης, Δ., & Πρόκου, Ε. (2005). Στοιχεία κοινωνικό-οικονομικής λειτουργίας και θεσμικού πλαισίου. Τομ. Α’. Πάτρα: Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο.
  2. 2,0 2,1 2,2 2,3 2,4 2,5 2,6 2,7 2,8 Γουβιάς, Δ. (2002). «Δια βίου μάθηση; Ευχαριστώ, δεν θα πάρω!» - Η σημασία της δημιουργίας ‘ζήτησης’ για εκπαίδευση ενηλίκων με χρήση των Τεχνολογιών της Πληροφορικής & Επικοινωνιών. Ανακοίνωση εργασίας στο 2ο Διεθνές Συνέδριο Κοινωνιολογίας που διοργανώνεται από το Σύλλογο Ελλήνων Κοινωνιολόγων, το ΕΚΚΕ και το ΑΠΘ (Θεσσαλονίκη, 8-10/11/2002). Ημερομηνία πρόσβασης 10/11/10 από http://www.rhodes.aegean.gr/tepaes/anamorfosi/ekppol_mater.htm.
  3. 3,0 3,1 3,2 3,3 3,4 Λαφοντάιν, Ο. & Μύλλερ Κ. (1999). Μη φοβάστε την παγκοσμιοποίηση: Ευημερία και δουλειά για όλους. (Θ. Παρασκευόπουλος, Μετάφρ.). Αθήνα: Πόλις.
  4. 4,0 4,1 4,2 4,3 Γρόλλιος, Γ. (Μάιος, 2001). Παγκοσμιοποίηση και Εκπαίδευση. Ημερομηνία πρόσβασης 20/11/10 από http://www.alfavita.gr/artra/artro56.html.
  5. 5,0 5,1 5,2 5,3 5,4 5,5 Καβαδίας, Γ. (Μάρτιος 23, 2008). Παγκοσμιοποίηση και Εκπαίδευση: Πολιτικές εκπαιδευτικής και διεθνείς οικονομικοί οργανισμοί. Ημερομηνία πρόσβασης 27/12/10 από http://gkavadias.blogspot.com/2008/03/e-k.html.
  6. 6,0 6,1 6,2 6,3 6,4 6,5 Μπουζάκης, Σ. (2005). Παγκοσμιοποίηση και εκπαίδευση: η υποταγή της εκπαίδευσης στην οικονομία της αγοράς. Στο Γράβαρης, Δ. & Παπαδάκης, Ν. (επιμ.) Εκπαίδευση και εκπαιδευτική πολιτική μεταξύ κράτους και αγοράς. Αθήνα: Σαββάλας.
  7. Μπουζάκης, Σ. (2006). Συγκριτική παιδαγωγική III: Θεωρητικά, μεθοδολογικά προβλήματα και σύγχρονες τάσεις στη διεθνή εκπαίδευση. Αθήνα: Gutenberg.
  8. Μπουζάκης, Σ. (2006). Συγκριτική παιδαγωγική III: Θεωρητικά, μεθοδολογικά προβλήματα και σύγχρονες τάσεις στη διεθνή εκπαίδευση. Αθήνα: Gutenberg.
  9. Λαφοντάιν, Ο. & Μύλλερ Κ. (1999). Μη φοβάστε την παγκοσμιοποίηση: Ευημερία και δουλειά για όλους. (Θ. Παρασκευόπουλος, Μετάφρ.). Αθήνα: Πόλις. σ. 7.
  10. Βεργίδης, Δ., & Πρόκου, Ε. (2005). Στοιχεία κοινωνικό-οικονομικής λειτουργίας και θεσμικού πλαισίου. Τομ. Α’. Πάτρα: Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο. σσ. 166-167.
  11. Βεργίδης, Δ., & Πρόκου, Ε. (2005). Στοιχεία κοινωνικό-οικονομικής λειτουργίας και θεσμικού πλαισίου. Τομ. Α’. Πάτρα: Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο. σ. 167.
  12. Βεργίδης, Δ., & Πρόκου, Ε. (2005). Στοιχεία κοινωνικό-οικονομικής λειτουργίας και θεσμικού πλαισίου. Τομ. Α’. Πάτρα: Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο., σ. 167
  13. Βεργίδης, Δ., & Πρόκου, Ε. (2005). Στοιχεία κοινωνικό-οικονομικής λειτουργίας και θεσμικού πλαισίου. Τομ. Α’. Πάτρα: Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο. σσ.168-169.
  14. Λαφοντάιν, Ο. & Μύλλερ Κ. (1999). Μη φοβάστε την παγκοσμιοποίηση: Ευημερία και δουλειά για όλους. (Θ. Παρασκευόπουλος, Μετάφρ.). Αθήνα: Πόλις. σ. 314.
  15. Βεργίδης, Δ., & Πρόκου, Ε. (2005). Στοιχεία κοινωνικό-οικονομικής λειτουργίας και θεσμικού πλαισίου. Τομ. Α’. Πάτρα: Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο. σ. 173.
  16. Βεργίδης, Δ., & Πρόκου, Ε. (2005). Στοιχεία κοινωνικό-οικονομικής λειτουργίας και θεσμικού πλαισίου. Τομ. Α’. Πάτρα: Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο. σ. 173.
  17. Γρόλλιος, Γ. (Μάιος, 2001). Παγκοσμιοποίηση και Εκπαίδευση. Ημερομηνία πρόσβασης 20/11/10 από http://www.alfavita.gr/artra/artro56.html. σ. 7.
  18. Μπουζάκης, Σ. (2006). Συγκριτική παιδαγωγική III: Θεωρητικά, μεθοδολογικά προβλήματα και σύγχρονες τάσεις στη διεθνή εκπαίδευση. Αθήνα: Gutenberg.
  19. Γουβιάς, Δ. (2002). «Δια βίου μάθηση; Ευχαριστώ, δεν θα πάρω!» - Η σημασία της δημιουργίας ‘ζήτησης’ για εκπαίδευση ενηλίκων με χρήση των Τεχνολογιών της Πληροφορικής & Επικοινωνιών. Ανακοίνωση εργασίας στο 2ο Διεθνές Συνέδριο Κοινωνιολογίας που διοργανώνεται από το Σύλλογο Ελλήνων Κοινωνιολόγων, το ΕΚΚΕ και το ΑΠΘ (Θεσσαλονίκη, 8-10/11/2002). Ημερομηνία πρόσβασης 10/11/10 από http://www.rhodes.aegean.gr/tepaes/anamorfosi/ekppol_mater.htm. σ. 7.
  20. Μπουζάκης, Σ. (2006). Συγκριτική παιδαγωγική III: Θεωρητικά, μεθοδολογικά προβλήματα και σύγχρονες τάσεις στη διεθνή εκπαίδευση. Αθήνα: Gutenberg.
  21. Μπουζάκης, Σ. (2006). Συγκριτική παιδαγωγική III: Θεωρητικά, μεθοδολογικά προβλήματα και σύγχρονες τάσεις στη διεθνή εκπαίδευση. Αθήνα: Gutenberg.
  22. Μπουζάκης, Σ. (2006). Συγκριτική παιδαγωγική III: Θεωρητικά, μεθοδολογικά προβλήματα και σύγχρονες τάσεις στη διεθνή εκπαίδευση. Αθήνα: Gutenberg. σ. 22.
  23. Μπουζάκης, Σ. (2006). Συγκριτική παιδαγωγική III: Θεωρητικά, μεθοδολογικά προβλήματα και σύγχρονες τάσεις στη διεθνή εκπαίδευση. Αθήνα: Gutenberg. σ. 22.

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Γουβιάς, Δ. (2002). «Δια βίου μάθηση; Ευχαριστώ, δεν θα πάρω!» - Η σημασία της δημιουργίας ‘ζήτησης’ για εκπαίδευση ενηλίκων με χρήση των Τεχνολογιών της Πληροφορικής & Επικοινωνιών. Ανακοίνωση εργασίας στο 2ο Διεθνές Συνέδριο Κοινωνιολογίας που διοργανώνεται από το Σύλλογο Ελλήνων Κοινωνιολόγων, το ΕΚΚΕ και το ΑΠΘ (Θεσσαλονίκη, 8-10/11/2002). Ημερομηνία πρόσβασης 10/11/10 από http://www.rhodes.aegean.gr/tepaes/anamorfosi/ekppol_mater.htm.
  • Καβαδίας, Γ. (Μάρτιος 23, 2008). Παγκοσμιοποίηση και Εκπαίδευση: Πολιτικές εκπαιδευτικής και διεθνείς οικονομικοί οργανισμοί. Ημερομηνία πρόσβασης 27/12/10 από http://gkavadias.blogspot.com/2008/03/e-k.html.
  • Μπουζάκης, Σ. (2005). Παγκοσμιοποίηση και εκπαίδευση: η υποταγή της εκπαίδευσης στην οικονομία της αγοράς. Στο Γράβαρης, Δ. & Παπαδάκης, Ν. (επιμ.) Εκπαίδευση και εκπαιδευτική πολιτική μεταξύ κράτους και αγοράς. Αθήνα: Σαββάλας.
  • Μπουζάκης, Σ. (2006). Συγκριτική παιδαγωγική III: Θεωρητικά, μεθοδολογικά προβλήματα και σύγχρονες τάσεις στη διεθνή εκπαίδευση. Αθήνα: Gutenberg.
  • Βεργίδης, Δ., & Πρόκου, Ε. (2005). Στοιχεία κοινωνικό-οικονομικής λειτουργίας και θεσμικού πλαισίου. Τομ. Α’. Πάτρα: Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο.
  • Λαφοντάιν, Ο. & Μύλλερ Κ. (1999). Μη φοβάστε την παγκοσμιοποίηση: Ευημερία και δουλειά για όλους. (Θ. Παρασκευόπουλος, Μετάφρ.). Αθήνα: Πόλις.