Πήτερ Ούλουφ Μπρόντστεντ

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Πήτερ Ούλουφ Μπρόντστεντ
Peter Oluf Brøndsted.jpg
Πορτραίτο του Μπρόντστεντ.
Έργο του Κρίστιαν Άλμπρεχτ Γιένσεν
Γενικές πληροφορίες
Γέννηση17  Νοεμβρίου 1780[1]
Φρέεριγκ
Θάνατος26  Ιουνίου 1842[1][2][3]
Κοπεγχάγη
Αιτία θανάτουπτώση από άλογο
Συνθήκες θανάτουατύχημα
Χώρα πολιτογράφησηςΔανία
Εκπαίδευση και γλώσσες
Ομιλούμενες γλώσσεςΑγγλικά[4]
Γερμανικά[4]
Δανικά[4]
λατινική γλώσσα
αρχαία ελληνικά
Τουρκικά
Γαλλικά
Ιταλικά
Ισπανικά
Ελληνικά
ΣπουδέςΠανεπιστήμιο της Κοπεγχάγης
Πληροφορίες ασχολίας
Ιδιότηταφιλόλογος
ΕργοδότηςΠανεπιστήμιο της Κοπεγχάγης
Commons page Σχετικά πολυμέσα

Ο Πήτερ Ούλουφ Μπρόντστεντ (δανικά: Peter Oluf Brøndsted, προφέρεται έτσι[νεκρός σύνδεσμος]) (Φρέεριγκ, 17 Νοεμβρίου 1780 – Κοπεγχάγη, 26 Ιουνίου 1842) ήταν Δανός θεολόγος, φιλόλογος, αρχαιολόγος, αρχαιόφιλος και περιηγητής.[5]

Βιογραφικό[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Πήτερ Ούλουφ Μπρόντστεντ γεννήθηκε στις 17 Νοεμβρίου 1780 στο Φρέεριγκ της Δανίας, ένα μικρό χωριό κοντά στο Ώρχους. Ο πατέρας του ήταν ιερέας και παρά την επαρχιώτικη ανατροφή του η συμπεριφορά του δεν ήταν καθόλου χοντροκομμένη ή παλιομοδίτικη. Σε ηλικία 16 ετών εκινείτο με ευκολία σε όλους του κοινωνικούς κύκλους και ήταν ήρεμος και απλός στην εμφάνιση. Η καλή του υγεία και η γερή του κράση τον βοήθησαν πολύ αργότερα όταν ταξίδευε κάτω από πολύ αντίξοες συνθήκες. Όταν ήταν νεαρός θαύμαζε τον Ναπολέοντα και δεν του άρεσαν οι Εγγλέζοι αλλά αργότερα άλλαξε ριζικά τη γνώμη του και για τους δύο. Αποφοίτησε από το πανεπιστήμιο της Κοπεγχάγης το 1802 με πτυχίο θεολογίας και συνέχισε σε φιλολογικές σπουδές, όπου το 1804 πρώτευσε με διάκριση. Έπαιρνε ενεργά μέρος στην κοινωνική ζωή της Κοπεγχάγης, του άρεσε πολύ η μουσική και ήταν άριστος πιανίστας. Αρραβωνιάστηκε με την δεκαπεντάχρονη Φρειδερίκη Κοές (δανικά: Frederikke Koës), την οποία όμως πολύ σύντομα άφησε μόνη για επτά χρόνια, καθώς το 1806 ο Μπρόντστεντ, μαζί με τον αδελφό της αρραβωνιαστικιάς του, φιλόλογο Γκέοργκ Κοές (δανικά: Georg Hendrick Carl Koës), ξεκίνησε για το ταξίδι των παιδικών του ονείρων, να επισκεφθεί την Ελλάδα. Για το ταξίδι τους αυτό υποστηρίχθηκαν οικονομικά ο μεν Μπρόντστεντ από το ταμείο «ad Usos Publicos» και ο Κοές από την οικογένειά του. Στη διαδρομή για τον τελικό προορισμό τους καθυστέρησαν στη Γερμανία λόγω της μάχης της Ιένας και πήραν μέρος στο πανηγύρι για τους γάμους του Γκαίτε στη Βαϊμάρη. Στη Δρέσδη συνάντησαν τον Δανό ποιητή Άνταμ Ελλενσλέγκερ (δανικά: Adam Oehlenschläger) ο οποίος τους ακολούθησε μέχρι το Παρίσι. Ο Μπρόντστεντ και ο Κοές έμειναν στο Παρίσι πάνω από τρία χρόνια, μελετώντας σε βιβλιοθήκες και εξετάζοντας συλλογές, προετοιμαζόμενοι για την επίσκεψή τους στην Ελλάδα. Το καλοκαίρι του 1809 άφησαν το Παρίσι κατευθυνόμενοι προς τη Ρώμη, την οποία είχαν καταλάβει οι Γάλλοι την ίδια χρονιά. Στο Παρίσι συνάντησαν τρία πρόσωπα που θα γίνονταν οι στενοί τους φίλοι και συνταξιδιώτες τους στην περιήγησή τους στην Ελλάδα: τον Γερμανό αρχιτέκτονα Καρλ Χάλλερ φον Χάλλερσταϊν από τη Νυρεμβέργη, τον Γερμανό ζωγράφο Γιάκομπ Λινκ από τη Βυρτεμβέργη και τον βαρώνο Όττο Μάγκνους φον Στάκελμπεργκ από την Εσθονία. Οι πέντε μαζί σχεδίασαν το ταξίδι τους στην Ελλάδα. Για να αποφύγουν δυσκολίες που τυχόν ανέκυπταν από τις τουρκικές αρχές, οι δύο Δανοί ενεργούσαν ως διπλωματικοί εκπρόσωποι στην Υψηλή Πύλη, ο Χάλλερ φον Χάλλερσταϊν θα έκανε τον γραμματέα τους ενώ ο Στάκελμπεργκ και ο Λινκ θα ακολουθούσαν σαν απλοί ταξιδιώτες. Ο πρωταρχικός τους σκοπός ήταν να προετοιμάσουν μία περιγραφή της Ελλάδος, αρχαίας και νέας, της τοπογραφίας, της ιστορίας, της τέχνης και των εθίμων της. Η μελέτη της ελληνικής μουσικής από τον Κοές θα προσθέτονταν στην περιγραφή, αλλά δυστυχώς ποτέ δεν δημοσιεύτηκε.[6]

Το ταξίδι του στην Ελλάδα (1810-1813)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η παρέα των πέντε αρχαιόφιλων (Μπρόντστεντ, Κοές, Λινκ, φον Χάλλερσταϊν και φον Στάκελμπεργκ) ξεκίνησε από τη Ρώμη τον Μάιο του 1810, παρέμεινε για λίγο στη Νάπολη και έχοντας επιζήσει από ένα ναυάγιο, έφτασαν στην Κέρκυρα στο τέλος Ιουλίου του 1810. Μία ασθένεια τους ανάγκασε να παραμείνουν στην Κέρκυρα για έναν περίπου μήνα και στις 25 Αυγούστου του 1810 έφτασαν στην Πρέβεζα, όπου είχαν την πρώτη τους γεύση και εμπειρία μιας «τούρκικης πόλης». Δύο μέρες αργότερα μπόρεσαν να επισκεφθούν τα πρώτα αρχαιολογικά ερείπια σε ελληνικό έδαφος, τα ερείπια της Νικόπολης, της πόλης της Νίκης του Αυγούστου, που ιδρύθηκε από τον Καίσαρα Αύγουστο μετά τη νίκη του στη ναυμαχία του Ακτίου το 31 π.Χ. Έμειναν στην Πρέβεζα τρεις μέρες και την 28η Αυγούστου 1810 ο Καρλ Χάλλερ φον Χάλλερσταϊν σχεδίασε τα ερείπια της Νικόπολης, πριν φύγουν με το πλοίο από την Πρέβεζα για την Πάτρα. Η παρέα φτάνει στην Αθήνα στις 14 Σεπτεμβρίου 1810 και εκεί σύντομα αισθάνονται οικεία. Συναντούν και συνάπτουν φιλία με τον λόρδο Βύρωνα, μέσω του οποίου γνωρίζονται με τον Γάλλο πρόξενο Λουἰ Φωβέλ (γαλλικά: Louis-François-Sébastien Fauvel) και τον Ιταλό ζωγράφο Τζιοβάνι Λουζιέρι (ιταλικά: Giovanni Battista Lusieri) που ήταν αντιπρόσωπος του λόρδου Έλγιν. Ο Μπρόντστεντ στη διάρκεια του ταξιδιού τους στην Ελλάδα κρατά ημερολόγιο, το οποίο έχει διασωθεί και αρχίζει στις 24 Αυγούστου 1810 και συνεχίζει μέχρι την 8η Φεβρουαρίου 1811. Στη διάρκεια του χειμώνα εξερευνούν την Αθήνα και τα περίχωρά της. Στην Αθήνα επίσης συναντούν τους Άγγλους αρχιτέκτονες Τσαρλς Ρόμπερτ Κόκρελλ (αγγλικά: Charles Robert Cockerell) και Τζων Φόστερ, οι οποίοι προστέθηκαν στην ομάδα τους και συνέβαλαν με σχέδια και νέες ιδέες. Ο Μπρόντστεντ αναχωρεί από την Αθήνα για την Κωνσταντινούπολη και την Μικρά Ασία την άνοιξη του 1811 μαζί με τους Κοές και φον Στάκελμπεργκ. Οι Χάλλερ φον Χάλλερσταϊν, Λινκ, Κόκρελλ και Φόστερ άρχισαν την επιτυχή ανασκαφή τους στο ναό της Αφαίας στην Αίγινα. Στις αρχές του Αυγούστου 1811 οι φον Χάλλερσταϊν και Λινκ επισκέφθηκαν τη Ζάκυνθο συνοδευόμενοι από τον Κοές, ο οποίος επέστρεψε στην Αθήνα από την Μικρά Ασία αφήνοντας τους Μπρόντστεντ και φον Στάκελμπεργκ στην ακτή της Μικράς Ασίας. Ο Κοές αρρωσταίνει από βαριά πνευμονία και πεθαίνει στη Ζάκυνθο μόλις στα 29 του χρόνια. Ο Μπρόντστεντ μαθαίνει τα άσχημα νέα για τον αδελφικό του φίλο και αδελφό της αρραβωνιαστικιάς του όταν επέστρεφε βεβιασμένα στην Αθήνα λόγω βαριάς δυσεντερίας που έπαθε στη Μικρά Ασία. Ο ίδιος γράφει στο ημερολόγιό του τον Οκτώβριο του 1811: «Καθώς πλησιάζω στην Αθήνα αισθάνομαι σαν να επιστρέφω στα πατρώα εδάφη. Δεν είμαι ακόμη εντός των τειχών των Αθηνών και όσο μπορώ χαίρομαι αυτό το συναίσθημα της επιστροφής σε πατρώα γη. Εντός των τειχών με περιμένουν γράμματα και τα μαντάτα της αποδημίας του μοναδικού μου φίλου. Φτάσαμε μαζί στην Αθήνα από την Κόρινθο δεκατρείς μήνες πριν με μία εντελώς διαφορετική διάθεση».[7] Τον χειμώνα του 1811-1812 ο Μπρόντστεντ έκανε ανασκαφές στην Κέα, την άνοιξη του 1812 εργάσθηκε στην Αίγινα και την Σαλαμίνα και τον Ιούνιο βοήθησε τον φον Χάλλερσταϊν στις ανασκαφές του στο ιερό του Απόλλωνος στις Βάσσες. Από την Αρκαδία πηγαίνει στη Λακωνία και από κει στην Καλαμάτα. Στο πέρασμα του από τον Ταΰγετο του επιτίθενται και τον ληστεύουν, γεγονός που αναφέρει αργότερα στον Αλή Πασά.[8]

Η επιστροφή του στη Δανία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Πήτερ Ούλουφ Μπρόντστεντ
σε σχέδιο του μινιατουρίστα Henrik Plötz.

Τον Σεπτέμβριο του 1812 ξεκινά το ταξίδι της επιστροφής στη Δανία. Επισκέπτεται στη Ζάκυνθο τον τάφο του φίλου του Γκέοργκ Κοές. Η κοντέσα Μαρία Λούντζη, χήρα του προξένου της Δανίας στη Ζάκυνθο Αναστάσιου Λούντζη, ενημερώνει τον Μπρόντστεντ για τις λεπτομέρειες του θανάτου του φίλου του. Η Μαρία Λούντζη φρόντιζε τον Κοές τις τελευταίες μέρες της ζωής του. Ο γιος της Νικολός Λούντζης (1798-1885), δεκαπεντάχρονος τότε, ακολούθησε τον Μπρόντστεντ στη Δανία και έγινε πολύ καλός φίλος της χώρας αυτής. Παρέμεινε στη Δανία μέχρι το 1819 κάνοντας το σπίτι του Μπρόντστεντ δεύτερο σπίτι του. Φεύγοντας από τη Ζάκυνθο σταμάτησαν στην Κεφαλλονιά και την Ιθάκη πριν φτάσουν στην Πρέβεζα τη 12η Δεκεμβρίου 1812. Εκεί ο Μπρόντστεντ συναντάται με τον Αλή Πασά στο σεράι του (στα Παλιοσάραγα). Στο σεράι της Πρέβεζας σίγουρα συζητήθηκε ο γαλλο-ρωσικός πόλεμος, καθότι την εποχή εκείνη ο στρατός του Ναπολέοντα είχε φτάσει στη Μόσχα αλλά οπισθοχώρησε λόγω του δριμύ χειμώνα. Ο Μπρόντστεντ εμμέσως αναφέρεται στην καταστροφή της γαλλικής φρουράς της Πρέβεζας από τον Αλή το 1798 και την αποστολή των κεφαλιών των Γάλλων στην Κωνσταντινούπολη. Ο Μπρόντστεντ δίνει ενδιαφέροντα στοιχεία για τις σχέσεις του Αλή με τους Γάλλους, αναφέροντας σαν πληροφοριοδότες του κάποιους Έλληνες των Ιωαννίνων. Μετά τις νίκες του Ναπολέοντα στην Ιταλία, ο Αλή προσπαθεί να αλλάξει πολιτική υπέρ των Γάλλων, αλλά αργότερα αλλάζει γνώμη και γίνεται και πάλι εχθρικός προς τους Γάλλους, γεγονός που ιδιαίτερα ενοχλεί τον Ναπολέοντα. Οι «ερωτοτροπίες» του Αλή με τους Γάλλους παίρνουν διάφορες μορφές, περίεργες μερικές φορές, όπως αυτή της κατάσχεσης αρκετών κιβωτίων με εξαίρετα αρχαία ελληνικά βάζα, τα οποία ήταν έτοιμα για φόρτωση προς την Αγγλία από τον Τζοβάνι Μπατίστα Λουζιέρι, εκπρόσωπο του λόρδου Έλγιν. Μετά την κατάσχεσή τους ο Αλή τα δωρίζει στον Ναπολέοντα. Μπορεί ίσως η πράξη αυτή να είχε κατάλληλα ενορχηστρωθεί από τον Γάλλο πρόξενο στην Αθήνα Φωβέλ. Ο Μπρόντστεντ συναντάται με τον Αλή Πασά τρεις φορές όπως ο ίδιος περιγράφει στο ημερολόγιό του. Περνά τον Ιανουάριο και τον μισό Φεβρουάριο του 1813 στα Ιωάννινα, την πρωτεύουσα του πασαλικιού του Αλή.[9]

Από την Κέρκυρα φεύγει για την Ιταλία, μένει στη Ρώμη για πέντε εβδομάδες και μετά από στάσεις στη Φλωρεντία, Βενετία, Βιέννη, και αρκετές γερμανικές πόλεις, επιστρέφει στη Δανία τον Σεπτέμβριο του 1813. Παντρεύεται την αρραβωνιαστικιά του Φρειδερίκη Κοές και στα επόμενα τέσσερα χρόνια κάνουν τρία παιδιά, έναν γιο και δύο κόρες. Λίγες μέρες μετά την τρίτη γέννα η γυναίκα του πεθαίνει και ο Μπρόντστεντ αποφασίζει να αφήσει τα τρία μικρά του παιδιά στη δίδυμη αδελφή τής γυναίκας του και τον άντρα της και να επιστρέψει στη Ρώμη για να συνεχίσει την εργασία της έκδοσης των αποτελεσμάτων των ερευνών του στην Ελλάδα, την οποία θεωρούσε πλέον ως τον κύριο σκοπό της ζωής του. Τον Σεπτέμβριο του 1818 φεύγει από τη Δανία για τη Ρώμη. Συναντά και πάλι τον Γκαίτε στη Βαϊμάρη. Στη Νυρεμβέργη μαθαίνει από τον αδελφό του Φον Χάλλερσταϊν ότι ο αρχιτέκτονας Καρλ Χάλλερ σκοτώθηκε στην κοιλάδα των Τεμπών, όπου τον είχε προσλάβει ο Βελή πασάς, γιος του Αλή, για να κατασκευάσει μία γέφυρα. Τον Ιανουάριο του 1819 επιστρέφει στη Ρώμη. Τον Μάιο του ίδιου χρόνου επισκέπτεται και πάλι τη Ζάκυνθο για να επιστρέψει το νεαρό κόντε Νικολό Λούντζη στη μητέρα του. Το 1823 στο ταξίδι του από τη Ρώμη στο Παρίσι σταματά στη Γενεύη και συναντά, ανταλλάσσει απόψεις και μοιράζεται την αγάπη του για την Ελλάδα και τον αγώνα της για ανεξαρτησία με τον κόμη Καποδίστρια.

Το 1832, στα 52 του χρόνια, ο Μπρόντστεντ επιστρέφει μόνιμα στη Δανία. Το 1842, σε ηλικία 61 ετών, έπεσε από το άλογό του στη διάρκεια ιππασίας, αλλά με τη σκληρή του κράση μπόρεσε να περπατήσει μέχρι το κοντινότερο νοσοκομείο, όπου διαγνώσθηκε ότι δεν είχε εξωτερικά τραύματα. Πέθανε λίγο αργότερα από τραύματα σε εσωτερικά όργανα. Είχε τρομερή μνήμη και μιλούσε πέραν της αρχαίας Ελληνικής, Λατινικής και Εβραϊκής γλώσσας, την Γερμανική, Γαλλική, Αγγλική, Ιταλική, νέα Ελληνική, Ισπανική και Τουρκική.[10]

Το συγγραφικό του έργο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στη διάρκεια της παραμονής του στο Παρίσι συντονίζει την έκδοση του πρώτου τόμου του έργου του: «Ταξείδι στην Ελλάδα συνοδευόμενο με αρχαιολογικές ανασκαφές» (Voyages dans la Grece accompagnees de recherches archeologiques), ο οποίος τελικά εκδόθηκε το 1825 και αναφέρεται στις ανασκαφές του στην Κέα και ιδιαίτερα στην αρχαία Καρθαία της Κέας. Το 1830 εκδίδεται ο δεύτερος τόμος της εργασίας του με τίτλο «Ο Παρθενών της ακρόπολης των Αθηνών σε αρχαιολογικό και ιστορικό περιεχόμενο» (The Parthenon on the Acropolis of Athens, in an archaeological and historical context).

Τα χειρόγραφα του Πήτερ Ούλουφ Μπρόντστεντ με τίτλο «Συνομιλίες με τον Αλή Πασά των Ιωαννίνων το φθινόπωρο του 1812» (Interviews with Ali Pacha of Ioannina in the autumn of 1812) βρίσκονται στη βασιλική βιβλιοθήκη της Κοπεγχάγης (KB NKS 341c fol.) στον ίδιο φάκελλο με γερμανική και γαλλική μετάφραση που φαίνεται να έχουν γίνει από τον ίδιο τον Μπρόντστεντ.

Βιβλιογραφικές παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. 1,0 1,1 1,2 Γερμανική Εθνική Βιβλιοθήκη, Κρατική Βιβλιοθήκη του Βερολίνου, Βαυαρική Κρατική Βιβλιοθήκη, Εθνική Βιβλιοθήκη της Αυστρίας: Gemeinsame Normdatei. Ανακτήθηκε στις 14  Μαΐου 2014.
  2. (Γαλλικά) BnF authorities. data.bnf.fr/ark:/12148/cb129612570. Ανακτήθηκε στις 10  Οκτωβρίου 2015.
  3. (Αγγλικά) SNAC. w63v799s. Ανακτήθηκε στις 9  Οκτωβρίου 2017.
  4. 4,0 4,1 4,2 (Γαλλικά) BnF authorities. data.bnf.fr/ark:/12148/cb129612570. Ανακτήθηκε στις 10  Οκτωβρίου 2015.
  5. Βλ. Jacob Isager, 1999, σελ. 17-29.
  6. Βλ. Νίκος Δ. Καράμπελας, 2001, σελ. 5-14.
  7. Βλ. Νίκος Δ. Καράμπελας, 2001, σελ. 12.
  8. Βλ. Jacob Isager, 1999, σελ. 23-28.
  9. Βλ. Jacob Isager, 2008, σελ. 121-123.
  10. Βλ. Νίκος Δ. Καράμπελας, 2001, σελ. 12-14.

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]