Πάπας Αγάθων

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Πάπας Άγιος
Αγάθων
Pope Agatho.jpg
Από 27 Ιουνίου 678
Έως 10 Ιανουαρίου 681
Προκάτοχος Δόνος
Διάδοχος Λέων Β΄
Προσωπικά στοιχεία
Γέννηση 575
Παλέρμο, Σικελία, Βυζαντινή Αυτοκρατορία
Θάνατος 10 Ιανουαρίου 681 (106 ετών)
Ρώμη, Βυζαντινή Αυτοκρατορία
Αγιοποίηση
Εορτασμός 10 Ιανουαρίου (Καθολική Εκκλησία)
20 Φεβρουαρίου (Ορθόδοξη Εκκλησία)
Τιμάται από Ρωμαιοκαθολική Εκκλήσία
Ανατολική Ορθόδοξη Εκκλησία
Σύμβολα κρατώντας μεγάλο σταυρό
Πολιούχος Παλέρμο
Αγάθων

Ο Πάπας Αγάθων (Papa Agatone, 575 - 10 Ιανουαρίου 681) ήταν Πάπας από τις 27 Ιουνίου του 678 έως το θάνατό του στις 10 Ιανουαρίου του 681.

Πρώτα χρόνια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ήταν Έλληνας, γεννήθηκε στη Σικελία και ήταν γόνος μιας εύπορης αλλά ευσεβούς οικογένειας. Μετά το θάνατό του μοίρασε την περιουσία τους στους φτωχούς και αποσύρθηκε σε ένα μοναστήρι στο Παλέρμο. Η παράδοση αυτή βασίζεται σε μία επιστολή του Πάπα Γρηγορίου Α΄ στον αββά του αγίου Ερμή του Παλέρμο, ενός μοναστηριού των Βενεδικτίνων και στην οποία αναφέρει κάποιον Αγάθωνα. Στην επιστολή αυτή, ο Γρηγόριος γράφει ότι ο ηγούμενος μπορούσε να δεχθεί τον Αγάθωνα στο μοναστήρι του, αν η σύζυγος του τελευταίου δεχόταν να μπει σε γυναικεία μονή. Αν και υπάρχουν λόγοι που συναινούν στο ότι ο μοναχός αυτός ήταν ο άγιος Αγάθων θα ήταν, ωστόσο, με βάση την πηγή αυτή 100 ετών τον καιρό της εκλογής του.[1]

Παποσύνη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Λίγο μετά την εκλογή του Αγάθωνα, ο Γουίλφριντ, αρχιεπίσκοπος της Υόρκης κατέφτασε στη Ρώμη με σκοπό να επικαλεστεί την Αγία Έδρα. Ο Γουίλφριντ είχε καθαιρεθεί από την επισκοπή του από τον Θεόδωρο, αρχιεπίσκοπο του Καντέρμπερι, ο οποίος χώρισε την επισκοπή του Γουίλφριντ, διορίζοντας τρεις νέους επισκόπους για τις επισκοπές που προέκυψαν. Σε μία σύνοδο την οποία διοργάνωσε ο Πάπας Αγάθων στο Λατεράνο για να ερευνήθεί το θέμα, αποφασίστηκε ότι η επισκοπή ορθώς χωρίστηκε, αλλά οι νέοι επίσκοποι θα ορίζονταν από τον Γουίλφριντ.[1][2]

Το μεγαλύτερο γεγονός της παποσύνης του ήταν η Έκτη Οικουμενική Σύνοδος (680–681), με την οποία τερματίστηκε η αίρεση του Μονοθελητισμού, η οποία έγινε κατά το παρελθόν ανεκτή από διάφορους Πάπες. Η σύνοδος ξεκίνησε όταν ο βυζαντινός αυτοκράτορας Κωνσταντίνος Δ', θέλοντας να δώσει τέλος στο σχίσμα που χώριζε τις δύο πλευρές, έγραψε στον Πάπα Δόνο προτείνοντας μια διάσκεψη για το θέμα, αλλά όταν έφτασε η επιστολή ο Δόνος είχε ήδη πεθάνει. Ως διάδοχός του, Αγάθων έσπευσε να εκμεταλλευτεί την ευκαιρία που παρείχε ο αυτοκράτορας. Διεξήγαγε συμβούλια σε ολόκληρη τη Δύση προκειμένου οι αντιπρόσωποι να μπορούν να παρουσιάσουν την καθολική παράδοση της Δυτικής Εκκλησίας. Στη συνέχεια έστειλε μια μεγάλη αντιπροσωπεία για να συναντηθεί με τους Ανατολικούς στην Κωνσταντινούπολη.[1]

Οι αντιπρόσωποι του Αγάθωνα και οι πατριάρχες συγκεντρώθηκαν στο αυτοκρατορικό παλάτι στις 7 Νοεμβρίου του 680. Οι Μονοθελητές παρουσίασαν την άποψή τους. Στη συνέχεια αναγνώστηκε η επιστολή του Πάπα Αγάθωνα που εξηγούσε την πίστη της Εκκλησίας ότι ο Χριστός είχε δύο φύσεις, τη θεϊκή και την ανθρώπινη. Η σύνοδος συμφώνησε ότι ο απόστολος Πέτρος μιλούσε μέσω του Αγάθωνα. Ο Πατριάρχης Γεώργιος Α΄ ασπάστηκε το περιεχόμενο της επιστολής του Αγάθωνα, όπως έκαναν και οι περισσότεροι παρευρισκόμενοι επίσκοποι. Η σύνοδος διακήρυξε την ύπαρξη των δύο φύσεων του Χριστου και καταδίκασε το Μονοθελητισμο με τον Πάπα Ονώριο Α΄ να περιλαμβάνεται στους αφορισθέντες. Με τη λήξη της συνόδου το Σεπτέμβριο του 681 τα διατάγματα, που προέκυψαν, στάλθηκαν στον Πάπα, αλλά ο Αγάθων είχε πεθάνει ήδη από τον Ιανουάριο. Πέρα από την καταδίκη του Μονοθελητισμού, η σύνοδος θεράπευσε και το σχίσμα.[1]

Ο άγιος Αγάθωνας ξεκίνησε επίσης διαπραγματεύσεις μεταξύ της Αγίας Έδρας και του αυτοκράτορα Κωνσταντίνου για τη σχέση της Βυζαντινής αυτοκρατορίας και των παπικών εκλογών. Ο αυτοκράτορας υποσχέθηκε στον Αγάθωνα ότι θα καταργούσε ή θα μείωνε τους φόρους που οι Πάπες ήταν υποχρεωμένοι να καταβάλουν στο δημόσιο για την εκλογή τους.[1]

Τιμάται σαν άγιος τόσο από τη Ρωμαιοκαθολική όσο και από την Ορθόδοξη Εκκλησία[2] στις 10 Ιανουαρίου[3] και στις 20 Φεβρουαρίου[4] αντίστοιχα.

Ορισμένοι ακόλουθοι του Καθολικού Παραδοσιακού Κίνηματος ισχυρίζονται ότι ήταν ο πρώτος Πάπας που έδωσε κατά την ενθρόνισή του τον παπικό όρκο, όπως τον αποκαλούν.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Commons logo
Τα Wikimedia Commons έχουν πολυμέσα σχετικά με το θέμα